Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017


Ήταν επτά χρονών όταν αποφάσισε -και επιχείρησε- να φύγει για πρώτη φορά από το σπίτι. Θα ακολουθούσαν κι άλλες, λιγότερο αποφασισμένες και αποτελεσματικές, τα επόμενα χρόνια -πριν έλθει η στιγμή για να φύγει πια οριστικά.

Και μετά νόμισε ότι μπορούσε να αλλάξει τον εαυτό του αλλά και τον κόσμο. Όπως όλοι οι νέοι άλλωστε. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ επειδή δεν μπορεί να γίνει. Πόσες φορές έφτασε μέχρι τον τοίχο, έσπασε το κεφάλι του, κομμάτιασε τα χέρια του προσπαθώντας να τον γκρεμίσει ή να ανοίξει έστω ένα πέρασμα, αλλά τίποτα. Τουλάχιστον κατάφερε να βρει κάποιες ισορροπίες όταν κατάλαβε πώς λειτουργεί ο κόσμος από δω μεριά. Κοίταξε βαθιά και άφοβα, προσέχοντας από ένα σημείο και μετά να μην παρενοχλεί. Γιατί στην αρχή η ορμή ήταν τεράστια και ανεξέλεγκτη. Και φυσικά ανεξήγητη εκείνα τα χρόνια. Αργότερα κατάλαβε.

Περπάτησε πολλή ώρα και, αν δεν τον αναγνώριζε κάποιος ντόπιος, θα είχε φτάσει ποιος ξέρει πού. Δεν τον ένοιαζε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φύγει. Γι' αυτό και η φυγή τού έγινε εμμονή πολλές φορές κατόπιν στη ζωή του. Όχι για πάντα όμως. Κάποια στιγμή απλώς άρχισε να βλέπει πως στην πραγματικότητα δεν έφευγε από πουθενά και τότε άρχισε να φεύγει μέσα του και κατάλαβε πως αυτή η φυγή είναι η ουσιαστικότερη και η αποτελεσματικότερη.

Μετά από πάρα πολλά χρόνια βεβαιώθηκε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει στον έξω κόσμο -στην "από δω μεριά". Σε κάθε "εθνική εορτή" οι προύχοντες μαζεύονταν στις εκκλησίες για να δοξολογήσουν με απύθμενη βλακεία τον ενσαρκωμένο φόβο τους κι έπειτα παρατάσσονταν πάνω σε βάθρα για να δούνε τους νέους φοβικούς να παρελαύνουν μπροστά τους και να διαιωνίζονται. Έτσι ένιωθαν περήφανοι -έλεγαν- και λιγότερο φοβισμένοι για το άγνωστο μέλλον -τον τοίχο που τους έκρυβε την αλήθεια

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Άγρια χαράματα


Χαράματα. Ακόμα είναι νύχτα και μόνο οι πρώτοι, οι ελάχιστοι, έχουν ξυπνήσει και έχουν φύγει όπως-όπως από τα σπίτια τους, με την μπουκιά ακόμη στο στόμα και τη γουλιά στο λαιμό. Φεύγουν για τη δουλειά. Μια δουλειά που τους τρώει μέρα με τη μέρα τα σωθικά και τη ζωή. Οι υπόλοιποι κοιμούνται τον τελευταίο και βαθύ ύπνο. Μπορεί να ταράζονται λίγο -ή πολύ- από τα άγρια όνειρα που έρχονται να τους ροκανίσουν σα χτικιό λίγο πριν τους απελευθερώσουν ξανά στη μέρα, αλλά κουνάνε χέρια-πόδια, μουγκρίζουν σαν τον προαιώνιο πρόγονο μπροστά στο θεριό, και αποδιώχνουν τον εφιάλτη ιδρωμένοι και αναστατωμένοι από τα σκοτεινά προμηνύματα.

Λίγο πιο πέρα, οι Χριστιανοί. Αυτή η απίθανη φάρα ανθρώπων που, μη αντέχοντας να κουβαλήσουν στους ώμους τους τον Μεγάλο Φόβο, τον απίθωσαν στην πλάτη ενός "θεού". Κάτι σαν το ΚΚΕ δηλαδή. Κάτι σαν όλες τις ιδεολογίες-θρησκείες, που χρειάζονται θεό ή και προφήτη να μένει στους αιώνες των αιώνων ανέγγιχτος και ανεπηρέαστος από τα ανθρώπινα. Να επιβιώνει πάντα και να μη φοβάται Χάρο. Να είναι μακρόθυμος και μακάριος. Για να μην μοιάζει καθόλου στους ανθρώπους και να λειτουργεί πάντα ως το απρόσιτο και άφταστο όριο. 

Δεν αντέχουν οι άνθρωποι να ζουν στην αλήθεια. Και, πάνω απ' όλες τις αλήθειες, δεν αντέχουν τη Μία. Δεν αντέχουν να σταθούν αντιμέτωποι στο Χάος. Δεν είναι εύκολο πράγμα. Καθόλου μάλιστα. Σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τέτοιες υπάρξεις, που, είτε από επιλογή είτε επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, βρέθηκαν να στέκονται στην άκρη του Γκρεμού.

Μεγάλη Τρίτη σήμερα και όλοι θα τρέξουν να τιμήσουν την Πόρνη. Αυτήν την πολύτιμη και αναντικατάστατη Γυναίκα που δεν τόλμησαν να την φτάσουν ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι στη ζωή τη ζώσα -την εξωθούν μάλιστα στο πυρ το εξώτερο- αλλά που, στην προσομοίωση ζωής που βιώνουν στους ναούς, την προσκυνάνε και τη δοξολογούν. Ας είναι, όμως. Οι καρδιές των ανθρώπων, βαθιά μέσα τους, ξέρουν. Μόνον αυτές. Όλα τα υπόλοιπα τα κυβερνάει ο φόβος. Και ο φόβος τού φόβου.


Εκείνος πριν από είκοσι πέντε χρόνια, μια τέτοια μέρα, αγαπούσε μια νέα κοπέλα. Ήταν πανέμορφη και τον αγαπούσε κι εκείνη παράφορα. Είχαν τυλιχτεί σ' ένα σύννεφο φαντασίωσης που τα νεανικά και ευερέθιστα μυαλά τους το είχαν μετατρέψει σε ζωή και πραγματικότητα. Ταξίδευαν ο ένας τον άλλον με παραμύθια που έλεγαν μεταξύ τους επινοώντας τα εκείνη τη στιγμή. Είχαν πάρει μια βάρκα χάρτινη και πηλάλαγαν στους ουρανούς ελεύθεροι. Το κορίτσι σήμερα παλεύει σε κάποια κάμαρα για τη ζωή του, βαριά άρρωστο από ανίατο και καταληκτικό νόσημα.