Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Μαγεμένος Αυλός


Από το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη
Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα


Θυμάμαι τι έλεγες καθώς φωτιζόσουν αμυδρά από το φως του καφενείου: αυτός ο χώρος έγινε μαγικός επειδή είμαστε εμείς εδώ. Που τρώμε, που πίνουμε καφέδες, που κοιταζόμαστε, που μιλάμε. Αλλιώς δεν θα ’ταν τίποτα.

Την όπερα του Μότσαρτ τότε τη λέγαμε Μαγεμένο Αυλό και όχι Μαγικό όπως σωστά λέγεται σήμερα. Γι’ αυτό και το εστιατόριο όπου σύχναζαν διανοούμενοι, καλλιτέχνες και φιλότεχνοι όλοι το ήξεραν σαν Μαγεμένο Αυλό. Ήταν πασίγνωστο στην Αθήνα για το καλό φαγητό του αλλά κυρίως γιατί τις βραδινές ώρες σύχναζε εκείνος. Έτρωγε συνήθως τορνεντό σωτέ και μετά έπινε τον εσπρέσο του ρίχνοντας μέσα κάτι σαν ζαχαρίνη. Δεν ήταν ποτέ μόνος. Κατέφθαναν σιγά σιγά φίλοι και συνεργάτες που έκαναν έναν κύκλο γύρω του. Συνήθως μόνο άντρες. Μουσικοί, ποιητές, ζωγράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες γέμιζαν τις καρέκλες και τις έσερναν κοντά του. Ανάμεσά τους πού και πού και κάποιος νέος άγνωστος, λαϊκό παιδί, που δεν μιλούσε καθόλου. Αυτός καθόταν πάντα δίπλα του και έφευγε μαζί του. Άκουγε τις συζητήσεις χωρίς να πολυκαταλαβαίνει γιατί τα θέματα σχετίζονταν με την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Εκείνος κυριαρχούσε, όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Σαν να ήταν πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες και είχε επιλεγμένους ακροατές. Χωρίς να σ’ το λέει, καταλάβαινες αν ήσουν ευπρόσδεκτος ή όχι. Αν δηλαδή τις δυο-τρεις πρώτες φορές φαινόταν πως ταίριαζες, πως κολλούσες, γινόσουν τακτικός θαμώνας. Σαν να περνούσες από εξετάσεις. Έλεγε αστεία –τρανταζόταν πάντα από το γέλιο μόλις τα τελείωνε, έστω κι αν τα είχε πει δεκάδες φορές– αλλά και πολύ γοητευτικές ιστορίες από τη ζωή του στο θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Αξιολογούσε και την πνευματική ζωή μ’ έναν πολύ προσωπικό τρόπο.

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από τα αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του.

Κάθε Σάββατο, αργά το βράδυ, ένα γκαρσόνι τού έφερνε τον λογαριασμό της εβδομάδας μέσα σε κλειστό φάκελο. Αυτός τον άνοιγε, κοιτούσε το νούμερο και ξεσπούσε σε γέλια. Μετά άνοιγε το τσαντάκι του, έπαιρνε το μπλοκ επιταγών, έγραφε το νούμερο και υπέγραφε. Επειδή το στυλό του ήταν με μελάνι κουνούσε την επιταγή να αερίζεται για να στεγνώσει. Κάποιοι γνώριζαν πως πλήρωνε μια μικρή περιουσία κάθε εβδομάδα γιατί δεν άφηνε ποτέ κανέναν από την παρέα να πληρώσει ούτε μια δραχμή. Επιπλέον η φροντίδα του για τα γκαρσόνια ήταν πάντα διακριτική και γενναιόδωρη. Γνώριζε την οικογενειακή κατάσταση του καθενός και τους φώναζε πάντα με τα μικρά τους ονόματα.

Δεν ήταν μόνο οι θαμώνες αλλά και οι περαστικοί που για λίγο στα όρθια έλεγαν δυο κουβέντες μαζί του και χάνονταν.

Ο δρόμος μπροστά στον Μαγεμένο Αυλό δεν ήταν πολυσύχναστος κι εύκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις τον κάθε περαστικό. Όπως το μηχανάκι με τους δυο καβάλα που σήμερα πηγαινοέρχονταν και κοίταζαν επίμονα.

Η παρέα σκορπούσε τρεις-τέσσερις ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνος πήγαινε με τα πόδια στο σπίτι του που ήταν κοντά.

Ένα βράδυ, όταν ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, δημιουργήθηκε ρεύμα και ο αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο. Άκουσε και το παράθυρο να κλείνει με θόρυβο. Μόλις άναψε το φως τα είδε όλα στο πάτωμα. Τους δίσκους, τα βιβλία, τα συρτάρια του. Από το ράφι έλειπαν το πικάπ και το μαγνητόφωνο. Πλησίασε στο ανοιχτό παράθυρο. Είδε τρεις να απομακρύνονται. Δεν ήταν εύκολη η φυγή τους. Ισορροπούσαν δύσκολα, φορτωμένοι τα λάφυρα, στο στενό περβάζι του διπλανού σπιτιού μεταξύ δευτέρου και τρίτου ορόφου. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και με μικρά πλάγια βηματάκια προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Κινδύνευαν να πέσουν γιατί δεν είχαν από πού να πιαστούν. Δεν καλόβλεπε τα πρόσωπά τους αλλά η μία φιγούρα κάτι του θύμιζε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να φωνάξει. Το μόνο που ένιωθε ήταν αγωνία μην πάθουν τίποτα. Πώς να τους βοηθήσει; Η φωνή του βγήκε πνιχτά.

- Προσέξτε… σιγά σιγά, μη φοβάστε…

Οι δύο κατάφεραν να περάσουν στη διπλανή ταράτσα και να εξαφανιστούν. Ο τρίτος δεν μπόρεσε να συνεχίσει και έπεσε.

Τηλεφώνησε αλαφιασμένος να έλθει ασθενοφόρο. Μετά βγήκε τρέχοντας. Κατέβηκε τις σκάλες στα σκοτεινά, κινδυνεύοντας να τσακιστεί. Έφτασε στο φωταγωγό. Τον είδε και πλησίασε. Σφάδαζε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Τον αναγνώρισε…

- Παντελή…

- Με συγχωρείτε, ντρέπομαι. Εγώ τους έφερα, ήξερα πως ήσασταν στο Μαγεμένο Αυλό.

- Κουράγιο, θα ’ρθει το ασθενοφόρο σε λίγο. Πάω στην πόρτα να τους περιμένω μη χαθούν. Δεν θα ξέρουν πού να χτυπήσουν. Πού να μας βρουν στο φωταγωγό… όλα θα πάνε καλά.

Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα γιατί διανυκτέρευε ο Ευαγγελισμός που ήταν κοντά. Δύο νοσοκόμοι τον έβαλαν στο φορείο προσεχτικά. Μπήκε κι αυτός μέσα στο αυτοκίνητο και κάθισε δίπλα του.

Στο νοσοκομείο τον πήγαν για ακτινογραφίες. Διαπιστώθηκε κάταγμα στο δεξί του πόδι. Το έβαλαν στο γύψο. Μετά τον μετέφεραν σ’ ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια – οι άλλοι τρεις ασθενείς ροχάλιζαν. Οι γιατροί και οι νοσοκόμοι έκπληκτοι τον αναγνώρισαν και του μίλησαν με μεγάλο σεβασμό.

- Είναι συγγενής σας;

- Φίλος.

- Τι ασφάλεια έχει; ΤΕΒΕ ή ΙΚΑ;

Κοίταξε τον Παντελή που τώρα ένιωθε κάπως καλύτερα.

- Έχω στο σπίτι το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Στο Σκαραμαγκά δουλεύω. Θα τηλεφωνήσω στην αδελφή μου να το φέρει.

Άρχισε σιγά σιγά να ξημερώνει. Κοιτάζονταν για ώρα.

- Η αστυνομία θα ’ρθει; Θα χάσω τη δουλειά μου.

Αυτός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

- Ησύχασε.

- Θα πω στους άλλους να φέρουν πίσω το μαγνητόφωνο και το πικάπ.

Σταμάτησαν να μιλάνε για λίγο γιατί στο δωμάτιο μπαινόβγαιναν νοσοκόμες που μετέφεραν κάποιον με καροτσάκι.

- Δεν θα σε ξαναδώ στο νοσοκομείο. Σε λίγες ώρες θα φύγεις. Έχεις λεφτά για το ταξί;

Ο Παντελής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

- Να μου τηλεφωνήσεις, ο αριθμός δεν άλλαξε.

Του χάιδεψε βιαστικά τα μαλλιά και βγήκε.

Πρωινή Αθήνα.

Άναψε τσιγάρο χωρίς να χρησιμοποιήσει τη μικρή πίπα που συνήθιζε. Βαθιές ρουφηξιές. Έξω από τον Ευαγγελισμό η ζωή ξυπνούσε. Πολλοί περίμεναν ν’ ανοίξουν οι πόρτες για το επισκεπτήριο ψωνίζοντας κουλούρια, γλυκά και λουλούδια.
Άγνωστες εικόνες γι’ αυτόν σε μια ώρα που συνήθως κοιμόταν.

Έφτασε στο Χίλτον. Στάθηκε απέναντι απ’ τη μεγάλη προμετωπίδα που χάραξε πριν χρόνια ο φίλος του. Αυτή την ώρα, με αυτό το φως, τα χαράγματά του έμοιαζαν με αρχαϊκά. Κατηφόρισε τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Σκέφτηκε να στρίψει για καφέ στο Μαγεμένο Αυλό, που σχεδόν δεν έκλεινε ποτέ. Το καφενείο όμως με το πρωινό φως ήταν ένα άλλο καφενείο, άγνωστο σ’ αυτόν.

Μπαίνοντας στο σπίτι κάθισε στο πιάνο. Άρχισε να παίζει. Αργά στην αρχή, πολύ έντονα μετά. Αυτοσχεδίαζε για πολλή ώρα. Ο ίδιος ήταν απολύτως προσηλωμένος, σαν να εκτελούσε με ακρίβεια ένα συγκεκριμένο μουσικό έργο που το είχε μελετήσει για μήνες. Κι ας μην το γνώριζε, κι ας μην το είχε ξανακούσει. Ήταν σίγουρος πως δεν θα μπορούσε να το ξαναπαίξει, πως αναδύθηκε ξαφνικά από μέσα του κι εξαφανίστηκε. Όταν τελείωσε αναρωτήθηκε, όπως όταν ήταν μικρός, από πού έρχεται η μουσική; Και μετά, αφού την ακούσουμε, πού πάει;

Μετά το λαχάνιασμα και την ένταση έπαιξε κάτι αργό, μια δική του σύνθεση, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Το είχε γράψει πριν από δεκαετίες για μια ελληνική ταινία της σειράς. Την ταινία την ξέχασε, τη μουσική όμως την έπαιζε συχνά, τον συγκινούσε πάντα παρόλο που δεν είχε χορέψει ποτέ στη ζωή του βαλς.

Είχε ζητήσει να ταφεί μακριά από την Αθήνα. Όσο γινόταν πιο απλά. Όταν έφυγε απ’ τη ζωή συνόδευσαν τη σορό του μόνο φίλοι και γνωστοί. Παρά την πανελλήνια συγκίνηση, ο κόσμος σεβάστηκε την επιθυμία του. Όλη η παρέα του Μαγεμένου Αυλού έδωσε το «παρών». Στο τέλος, ένας σαραντάρης με γκρίζους κροτάφους έμεινε μόνος πάνω απ’ τον τάφο με τα λουλούδια δακρυσμένος. Δυο συνομήλικοι που στέκονταν παραδίπλα τού φώναξαν «Έλα, Παντελή, πάμε…» 
 
Από την ιστοσελίδα http://popaganda.gr/mia-istoria-gia-ton-anthropo/
 

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Οδός Πανός ΙΙ

Αν και αυτά τα λόγια του έχουν γραφτεί τόσες φορές. Άλλη μία. Επειδή η ζωή δεν είναι μόνο η ανοησία, η κενότητα και η ματαιοδοξία της ανθρώπινης ύπαρξης, που νομίζει πως θα διαιωνίσει το Σύμπαν και θα διαιωνιστεί και η ίδια. Πόσο όμορφο και μαγικό ήταν το ότι ζήσαμε δίπλα του.










περιοδικό Οδός Πανός, Απρίλιος 2004
 

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Οδός Πανός Ι

Κάποιες σελίδες από μια συζήτηση που είχε η Όλγα Μπακομάρου με τον Μάνο Χατζιδάκι για το περιοδικό "Γυναίκα"









περιοδικό Οδός Πανός, Απρίλιος 2004

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Λάσπη στη Δύση


Όταν οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να δούνε το μεγάλο κάδρο -και είναι πολύ λίγοι όσοι πραγματικά το βλέπουν-, τότε χάνονται σ' αυτά που λέμε "μικρότητες". Αυτοπεριορίζονται, σφραγίζονται μέσα στο στενό κελί της "ύπαρξής" τους. Σιγά-σιγά κυριαρχούνται από εμμονές. Πολλές φορές αποκτούν και σύνδρομα -καταδίωξης ή ναρκισσισμού, αρκετά συχνά και τα δυο μαζί. Και τότε πια αρχίζουν και συρρικνώνονται μέχρι που εξαφανίζονται. Γίνονται αδιάφοροι υπαρξιακά. Όχι για τους άλλους -για τους άλλους εξάλλου δεν έχουν καμιά σημασία. Γίνονται αδιάφοροι για τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είναι τόσες πολλές οι μεταβλητές που παρεμβαίνουν και επηρεάζουν την τελική κρίση της στιγμής που θαρρείς πως οι συνθήκες είναι μοναδικές και δεν θα μπορούσε τίποτα να συμβεί αλλιώς. Ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά από εκείνο που έκαναν την κάθε δεδομένη στιγμή. Και ίσως έτσι είναι. Ποτέ δεν θα μάθουμε. Αλλά δεν έχει και σημασία.

Πίσω απ' όλο αυτό το αδιέξοδο και την πίκρα βρίσκεται συνήθως ένας μεγάλος πόνος. Ένας πόνος που δεν κατάφεραν ποτέ να αντιληφθούν και να διαχειριστούν. Ή, που γνωρίστηκαν κι εξοικειώθηκαν μαζί του τόσο πολύ ώστε τον έκαναν δίδυμο αδελφό τους.

Κάποτε είχα μια φίλη, έναν φίλο -κι άλλες φίλες, κι άλλους φίλους... Ανθρώπους που πέρασαν σα σύννεφα σκόνης και στο τέλος έγιναν λάσπη, κάπου βαθιά στη δύση. Δεν άφησαν τίποτα πίσω τους. Κουβαλούσαν μέσα τους πολύ νερό που δεν κατάφεραν να το απελευθερώσουν να πέσει στη γη και να ποτίσει το χώμα. Έτσι, όσο πλησίαζαν προς τη δύση, τόσο βάραιναν. Και τελικά, αφού το νερό δεν μπορούσε να βγει αλλιώς από μέσα τους, έγινε κλάμα. Τα δάκρυα γέμισαν το πρόσωπο κι αυτοί τελικά χάθηκαν πνιγμένοι μέσα στο κλάμα που έγινε λάσπη όταν βάρυναν πια τόσο πολύ και βυθίστηκαν στη δύση.

Ας πάει. Ήταν κάποτε. Και ξανάγιναν λάσπη.
   

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Η Ενέργεια που δεν χάνεται


Η ενσάρκωση (αυτό που ονομάζουμε "ζωή") είναι μια φάση, μια μορφή, της ενέργειας την οποία φέρουμε. Επειδή η ενέργεια πάντοτε διατηρείται -αλλά έχει τη δυνατότητα να μετατρέπεται από τη μια μορφή στην άλλη-, αυτό σημαίνει πως στη διάρκεια αυτής της φάσης της, που ονομάζουμε και βιώνουμε ως "ενσάρκωση" ή "ζωή", ισχύουν οι νόμοι και οι κανόνες που όλοι γνωρίζουμε. Δηλαδή η διαδικασία της σύλληψης, η ανάπτυξη του εμβρύου, ο τοκετός, η ανάπτυξη, η ωρίμανση, η γήρανση και ο θάνατος.

Είναι αδύνατον να "γνωρίζουμε" ή να ερευνήσουμε το πριν και το μετά, δηλαδή τις άλλες φάσεις και μορφές που είχε ή πρόκειται να αποκτήσει η ενέργειά μας (αφού δεν πρόκειται να "χαθεί"). Γι' αυτό και δεν υφίσταται η μνήμη ως διαδικασία για την περίοδο πριν από την γέννηση καθώς επίσης και η οποιαδήποτε "γνώση" ή πρόβλεψη για την μετά θάνατο ενεργειακή φάση μας.

Γιατί θεωρώ δεδομένο πως είμαστε ενέργεια; Μα, είναι απλούστατο. Τα δυο βασικά όργανά μας, ο εγκέφαλος και η καρδιά, λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια, την οποία δεν αποκτήσαμε βάζοντας το χέρι μας σε κάποια πρίζα... Απλώς, κατά τη στιγμή της σύλληψής μας, ενώθηκαν δυο ενέργειες προς τη δημιουργία μιας τρίτης -διαφορετικής από τις δυο μητρικές. Ενώθηκε ένα ωάριο με ένα σπερματοζωάριο και σχηματίσθηκε το έμβρυο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε ενεργειακή ένωση. Για παράδειγμα, όταν ενώνεται ένα άτομο οξυγόνου (που φέρει τη δική του ενέργεια) με δυο άτομα υδρογόνου (που φέρουν τη δική τους ενέργεια), σχηματίζεται, "γεννιέται" ένα μόριο νερού, που φέρει τη δική του, διαφορετική από τα δυο μητρικά στοιχεία, ενέργεια.

Πρόκειται για πράγματα που επαναλαμβάνονται ίδια κι απαράλλαχτα. Ίσως στο μέλλον μεταβληθούν κάπως κάποια από αυτά λόγω των παρεμβάσεων του ανθρώπου μέσω της επιστήμης και των εφαρμογών της. Αλλά η ουσία θα παραμείνει η ίδια. Η ενέργεια διατηρείται και απλώς αλλάζει μορφές.

Όλα τα υπόλοιπα, όσα δηλαδή διέπουν την παρούσα ενεργειακή φάση μας, δηλαδή συγκρότηση κοινωνιών, συστήματα, ιδεολογίες, αισθήματα, νοήσεις και διανοήσεις, πρακτική της ζωής και τόσα άλλα, είναι απλώς ανούσιες λεπτομέρειες.

Ακόμη όμως κι αυτή καθαυτή η διαπίστωση, η γνώση, πως η ενέργεια δεν χάνεται, δεν έχει απολύτως κανέναν αντίκτυπο επάνω μας -σε κανένα επίπεδο. Είναι αδύνατο να μεταφερθούν ιδιότητες από τη μια μορφή ενέργειας στην άλλη...

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Μπορώ πια, στα 52 μου, να πω πως έφτασα στην τελική διατύπωση για το μεγάλο ερώτημα της ζωής. Για το μεγάλο κάδρο, όχι το μικρό. Για εκείνο που απασχόλησε χιλιάδες χρόνια τώρα τους ανθρώπους και συνεχίζει να τους απασχολεί. Ασήμαντους και σημαντικούς -σύμφωνα με τα "κριτήρια" του κόσμου. Μια διατύπωση όχι για το καθημερινό "σαβουάρ βιβρ", που έχει να κάνει με ιδεολογίες, πρακτικές, κοινωνικά και πολιτικά και οικονομικά και λατρευτικά ζητήματα. Αυτά όλα δεν έχουν καμιά σταθερότητα. Αλλάζουν στο διάβα του χρόνου. Έχουν αλλάξει πολλές φορές και θα αλλάξουν άλλες τόσες αν το ανθρώπινο είδος εξακολουθήσει να υφίσταται.

Υπάρχουν άνθρωποι που έδωσαν -στον εαυτό τους πάνω απ' όλα- την απάντηση σ' αυτό το μεγάλο ερώτημα. Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν κάπου λέει: "Θέλω να μάθω τις σκέψεις του Θεού. Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες".

Έφτασα λοιπόν σήμερα στο σημείο που κάποια στιγμή μέσα μου άστραψε κάτι. Κάτι που δεν καταλάβαινα τι είναι. Άρχισα να εκστομίζω, συλλαβή-συλλαβή, έτσι ώστε να προλαβαίνω να μετατρέπω αυτό που γεννιόταν εκείνη τη στιγμή μέσα μου σε λόγο, και να διατυπώνω δυνατά την παρακάτω φράση, που βγήκε απροβάριστη από το στόμα μου, χωρίς διακοπές και χωρίς διορθώσεις:

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΝ Η ΖΩΗ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΝΟΗΜΑ.

Από αυτή τη διαπίστωση μπορεί κανείς να ξεκινήσει, περπατώντας προς τα πίσω, δηλαδή προς το μικρότερο κάδρο, και να απαντήσει στα πάντα.

Στ' αλήθεια δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο πια. Άπαξ και απάντησα σ' αυτό το ερώτημα, που με ταλάνιζε από την ημέρα που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου, ηρέμησα οριστικά. Δεν με προβληματίζει τίποτα στη ζωή. Ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος. Τώρα πια μπορώ να παίξω.


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Βασίλης Ραφαηλίδης - Ιστορία (Κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους

Οι πιο ισχυρές, και από οικονομικής και από πολιτικής απόψεως οικογένειες, που υπήρχαν στην Ελλάδα, και πριν και κατά και μετά την Επανάσταση, ήταν αυτές των Αρβανιτών Κουντουριωτών και Μιαούληδων της Ύδρας. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, πανίσχυρος εφοπλιστής, διέθεσε τα ¾ της περιουσίας του υπέρ του αγώνα και έγινε αυτομάτως ήρωας χωρίς να κάνει τίποτα άλλο. Όμως το ¼ που κράτησε για τον εαυτό του ήταν τόσο μεγάλο σε απόλυτους αριθμούς που έφτανε και περίσσευε για να ελέγχει τα πράγματα στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση.

(……..)

Αν ο Λάζαρος ήταν ο οικονομικός εγκέφαλος της οικογένειας, ο μικρότερος αδερφός του Γεώργιος ήταν ο πολιτικός εγκέφαλος. Πήρε μέρος σ’ όλα τα πολιτικά συμβούλια και διαβούλια στη διάρκεια της Επανάστασης, και μετά απ’ αυτήν, και κατέλαβε πάρα πολύ σημαντικά πολιτικά αξιώματα. Έτσι οι Αρβανίτες Κουντουριώτηδες ήλεγχαν την κατάσταση απ’ όλες τις μεριές και ονειρεύονταν τους εαυτούς τους μετά την Επανάσταση άρχοντες, όχι μόνο της μικρής Ύδρας αλλά ολόκληρης της Ελλάδας.

Ο επίσης Υδραίος και ομοίως Αρβανίτης Ανδρέας Μιαούλης ήταν κι αυτός εφοπλιστής πριν την Επανάσταση, κι αυτός μπήκε λίγο ζορισμένα στην Επανάσταση, αλλά όταν μπήκε κι ανέλαβε αρχηγός του ελληνικού στόλου έκανε πράγματα εκπληχτικά αυτός ο ριψοκίνδυνος ναυτικός που το πραγματικό του όνομα ήταν Βώκος. Το Μιαούλης είναι παρατσούκλι, προερχόμενο απ’ το τουρκικό εμπορικό πλοίο «Μιαούλ» που αγόρασε απ’ τους Τούρκους. Σημειώστε πως ο Μιαούλης ήξερε καλά τις πειρατικές μεθόδους δράσης κι αυτό τον βοήθησε πολύ στο να γίνει ο θαλάσσιος κακός δαίμων των Τούρκων σ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης.

Οι δυο υδραίικες οικογένειες, όπως ήταν φυσικό, δεν είδαν με καλό μάτι τον ερχομό του "ξένου" Καποδίστρια στην Ελλάδα. Τους χαλούσε τα σχέδια για απόλυτη κυριαρχία. Κι ήταν αυτοί που οργάνωσαν την αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη. Έτσι, μετά τις εκλογές του 1829 και το χρίσμα που πήρε ο Καποδίστριας ως λαϊκός πλέον ηγέτης, κηρύσσουν την ανυπακοή στην κυβέρνηση του Καποδίστρια και στην πραγματικότητα ανακηρύσσουν την Ύδρα αυτόνομο και ανεξάρτητο κράτος. Πιο σωστά, πρωτεύουσα μιας άλλης Ελλάδας, όπου τον πρώτο και κύριο ρόλο θα παίζουν τα πλούσια νησιά του Αιγαίου, που όλα δηλώνουν υπακοή στους Κουντουριώτηδες της Ύδρας.

(……..)

Η ανταρσία της Ύδρας κατά του Καποδίστρια επισημοποιείται με μια ψευτοκυβέρνηση που σχηματίζει εκεί ο Κουντουριώτης. Ο Καποδίστριας τραβάει τα μαλλιά του και δίνει εντολή στον Κανάρη να ετοιμάσει τον αγκυροβολημένο στον Πόρο ελληνικό στόλο να πάει να αποκλείσει την Ύδρα. Όμως, ο Κουντουριώτης μαθαίνει τι του ετοιμάζει ο Καποδίστριας και στέλνει τον Μιαούλη στον Πόρο να καταλάβει τον ελληνικό στόλο και να τον φέρει στο "ανεξάρτητο" κράτος της Ύδρας.

Πράγματι ο Μιαούλης με μια πειρατική ενέργεια από κείνες που μόνο αυτός ήξερε να οργανώνει προκειμένου να γίνει πλούσιος πολύ πριν ξεσπάσει η ελληνική επανάσταση, καταλαμβάνει τον στόλο, καταλαμβάνει και το φρούριο του Πόρου. Και συλλαμβάνει αιχμάλωτο τον δύστυχο Κανάρη, τον μέχρι πριν από λίγο συμπολεμιστή του.

Ο Καποδίστριας αφρίζει και αποφασίζει να ανακαταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου. Προς τούτο ζητά τη βοήθεια των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ο Άγγλος και ο Γάλλος του την αρνούνται. Θεωρούν καλά καμωμένα τα όσα έγιναν και εκδηλώνονται απροσχημάτιστα κατά του Καποδίστρια, που ξέρει πια ότι το τέλος του φτάνει. Αγωνίζεται ωστόσο κατά των επιδρομέων Υδραίων που πολιορκούν τα ελληνικά πλοία μέσα στο ναύσταθμο και μπλοκάρει όλα τα πολεμικά μαζί και τα εμπορικά.

Ζητάει απ’ τον Μιαούλη να φύγει ήσυχα για την πατρίδα του, την Ύδρα, χωρίς να πάθει τίποτα, αλλά ο γενναίος Υδραίος γίνεται θηρίο έτσι που είναι εγκλωβισμένος απ’ τον εμπορικό στόλο και πυρπολεί τη μεγάλη φρεγάτα "Ελλάς". Σημαδιακό το όνομα του πλοίου. Η πυρπόληση του "Ελλάς" απ’ τον Έλληνα συμβαίνει την 1η Αυγούστου 1831, ημέρα κατά την οποία καταλαβαίνει κάθε νοήμων της εποχής, πως είναι αδύνατο να υπάρξει ελληνικό κράτος.

Το πείραμα Καποδίστρια απέτυχε γιατί οι Έλληνες δε θέλουν να έχουν κράτος. Ούτε σήμερα θέλουν να έχουν κράτος. Η σημερινή Ελλάδα είναι γεμάτη Υδραίους και Μιαούληδες. Το πυρ απ’ τη φρεγάτα "Ελλάς" μεταδίδεται και στην κορβέτα "Ύδρα". Δεύτερος συμβολισμός: ο Μιαούλης δεν έκαψε μόνο την Ελλάδα αλλά και την πατρίδα του, την Ύδρα.

Κι ενώ οι φλόγες καταυγάζουν τον άσχετο προς όλη αυτή τη βαρβαρότητα ελληνικό ουρανό, ο Μιαούλης τρυπώνει μέσα απ’ τις φλόγες και τελικά βρίσκεται ασφαλής στο πειρατικό του καταφύγιο, την Ύδρα.

Προσοχή όμως. Φεύγει μόνο όταν διαπιστώνει πως δεν μπορεί να κάψει όλα τα πλοία, όπως ήταν η πρόθεσή του, γιατί στο μεταξύ ο Κανάρης, που ήταν αιχμάλωτός του, όπως είπαμε, ελευθερώνεται, ανακαταλαμβάνει όσα πλοία δεν είχε κάψει ο Μιαούλης και τα σώζει απ’ τον επιδρομέα Υδραίο. Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν…

Το περιστατικό δε θα το βρείτε στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας, για ευνόητους λογοκριτικούς λόγους.

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

περί ΚΚΕ...


Το ΚΚΕ, που κάθεται μια ζωή στη γωνία και πετάει πέτρες. Που δηλώνει ξεκάθαρα πως δεν θέλει να αναλάβει την εξουσία υπό τις παρούσες συνθήκες αλλά μεταθέτει πάντα τις προσδοκίες του σε ένα απροσδιόριστο μέλλον. Όταν θα "αποκτήσει ο λαός συλλογική συνείδηση και πάρει την εξουσία στα χέρια του". Το ΚΚΕ θεωρεί πως είναι ο εντολοδόχος φορέας αυτής της συλλογικής συνείδησης και έχει επιφορτιστεί με την αποστολή να διαφωτίσει και να μεταμορφώσει τον κόσμο -θεωρίες, δηλαδή, απόλυτες, που άνθισαν σε προηγούμενους αιώνες. Έτσι όμως δεν μπορεί να προχωρήσει τίποτα. Όταν, δηλαδή, καθηλώνεσαι σε ένα συγκεκριμένο αναπτυξιακό στάδιο της ζωής.

Στην ουσία πρόκειται για άκρως φοβική συμπεριφορά ανθρώπων που δεν τολμούν να ζήσουν. Να βάλουν το χέρι στη φωτιά. Η απάντησή τους είναι τότε το "τι προσέφερε το ΚΚΕ στην ιστορική του διαδρομή". Δηλαδή τι έκανε στην αντίσταση, στον εμφύλιο, και λοιπά, και λοιπά, και λοιπά. Μα, κανείς δεν τα αρνήθηκε όλα αυτά. Κανείς δεν μείωσε την αξία τους εκείνες τις περιόδους. Αλλά είναι αδύνατον να λειτουργούν όλα εκείνα ως διαχρονικό άλλοθι μιας επαναστατικότητας και επαναστατικής στάσης που δεν την είδαμε ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες. Όλα πια γίνονται από την "ασφαλή" πλευρά της αντιπολίτευσης. Από εκεί, δηλαδή, από όπου είναι πιο εύκολο και ασφαλές να πετάς πέτρες. Μεγάλη πληγή το μεταπολιτευτικό ΚΚΕ.

Εξάλλου, τους βλέπεις. Είναι οι πιο συντηρητικοί άνθρωποι. Βαθιά συντηρητικοί -όχι όπως οι δεξιοί και εθνικόφρονες, που είναι επιφανειακά συντηρητικοί, στην πέτσα τους. Οι "άνθρωποι του κόμματος" φέρουν ένα βαθύ φόβο για τη μεταφυσική διάσταση των όλων, που τους κρατά αγκιστρωμένους στην ύλη -θυμίζουν αρκετά τους χριστιανούς. Ο διαλεκτικός υλισμός έχει ξεπεραστεί πολλά χρόνια τώρα από τη Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική κι εκείνοι παραμένουν αλύγιστοι και άκαμπτοι στις μικρές-μεγάλες συνήθειές τους -και κυρίως δογματικοί. Άνθρωποι φοβισμένοι, με μια θεώρηση της ζωής αμετάβλητη στο χρόνο -εγγύηση για να μην μπορούν να παρακολουθούν την εξέλιξη της ζωής. Αυτό το κομμάτι του κόσμου εξακολουθεί να υφίσταται στον τόπο μας-όπως και παντού, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, με άλλο όνομα κάθε φορά. Ο φόβος είναι μια πολύ ανθρώπινη πλευρά της ύπαρξης και δεν μπορούμε να την μεμφόμεθα. Αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται συμπαράσταση και στήριξη για να μην νιώθουν μοναξιά.

Από την άλλη, επειδή αυτός ο τόπος δεν έχει καλή μνήμη, ξεχνάει τις "πατριωτικές" δραστηριότητες του ΚΚΕ, όπως π.χ. να γίνει η χώρα με το ζόρι "σοσιαλιστική" μετά τον δεύτερο πόλεμο, παραχωρώντας την Μακεδονία στην Βουλγαρία, και να βρεθεί κάτω από την μεγάλη και "αποκλειστική" ομπρέλα της τότε ΕΣΣΔ -ο "πατέρας" που πάντα λείπει από ένα μη ανεπτυγμένο εξελικτικό στάδιο ζωής. Μόνο που ο Στάλιν είχε απαγορεύσει ρητά στα στρατεύματά του να διαβούν τα σύνορα με την Βουλγαρία ενώ οι τοπικοί οπαδοί τού ΚΚΕ τους έγνεφαν μάταια από την αντίπερα όχθη να περάσουν μέσα και να κατηφορίσουν στη χώρα. Να, αυτά δεν μπόρεσαν και δεν μπορούν να δεχθούν αυτοί οι άνθρωποι. Ότι εκείνη την εποχή η χώρα είχε παραχωρηθεί -από τον ίδιο τους μάλιστα τον "φυσικό" ηγέτη Ι. Στάλιν- στη Δύση. Κάτι που επαναλαμβάνεται από καταβολής κόσμου σε όλη την ιστορία της υλιστικής ανθρωπότητας για τον κάθε τόπο, όταν μάλιστα αυτός ο τόπος είναι σημαντικός στρατηγικά, γεωπολιτικά και οικονομικά. Αυτό δεν εννοούν να το καταλάβουν. Αυτός ακριβώς είναι ο εσωτερικός τους διχασμός. Υποστηρίζουν τον διαλεκτικό υλισμό και δεν αποδέχονται τους νόμους και τους κανόνες της ύλης -ο ισχυρός ελέγχει, εξουσιάζει και καταπίνει τους αδύνατους. Αυτό τους κάνει ανάπηρους. Νομίζουν -όπως ακριβώς οι χριστιανοί- ότι κάπου υπάρχει υπαρκτός -αλλά υλιστικός- "παράδεισος". Σχιζοφρένεια.

Για την ιστορία: https://kanali.wordpress.com/2010/12/27/knat1980/

Ας είναι. Όσοι ήταν, τόσοι παραμένουν. Για να τρέφουν τις ουτοπικές και ανεδαφικές φαντασιώσεις των ανθρώπων. Επειδή χρειάζονται κι αυτές -για την εκτόνωση του ανθρώπου, για τη διαφυγή του. Μόνο που η ζωή δεν βελτιώνεται ούτε γράφεται στη θεωρία αλλά στην πράξη. Αν δεν βάλεις τα χέρια σου στη λάσπη, στη φωτιά, έτσι ώστε να αποκτήσεις ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας, είναι σαν να μην μπορείς να μεγαλώσεις, να ενηλικιωθείς.


Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Ο Ήλιος της Ελλάδας


Όχι μόνο κάτι, αλλά πολλά ήξερε ο Ποιητής όταν αφιέρωνε ολόκληρη τη ζωή του σ' αυτόν τον Ήλιο. Στον Ήλιο "μας".

Εκείνο το ταξίδι στο Παρίσι, στις αρχές του χειμώνα, ήλθε σαν ανάποδο χαστούκι στη βαθιά εσωτερική τραγωδία τής φυλής, στον απύθμενο εσωτερικό διχασμό που βιώνει ο Έλληνας. Από τη μιά μεριά στη μεγαλομανία του και από την άλλη στον ελάχιστο γεωγραφικό χώρο που του αντιστοιχεί στην ιστορία. Αυτόν τον διχασμό στον οποίο αναφέρεται τόσο εκφραστικά και ακριβέστατα ο Μάνος Χατζιδάκις (https://www.youtube.com/watch?v=deLF6yc5eR0).

Εκεί είδα έναν ήλιο άγριο κι απάνθρωπο. Έναν ήλιο που λες και δεν αγαπάει τους ανθρώπους και τα πλάσματα. Έναν ήλιο που δεν ξέρει να χαϊδεύει, που δεν ξέρει ν' αγαπά. Έναν ήλιο που σε τρυπάει σαν καρφί και σε πονάει όπου κι αν πέσει πάνω σου. Σού χαράζει το δέρμα και την ψυχή. Σού στεγνώνει κάθε ικμάδα ζωής. Δεν σού χαρίζεται.

Όχι, δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα άλλους ήλιους. Τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο. Τόσο στα κρύα δάση όσο και στις αμμώδεις ερήμους του κόσμου. Και ούτε ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα την απουσία τού Ήλιου από τον ήλιο. Ήταν όμως η Πρώτη Φορά που ένιωσα τον ήλιο του τόπου μου.

Αλλά είναι μοιραίο. Όταν περπατάς στην ακμή της κορυφής του κόσμου και του Κόσμου, η ισορροπία είναι ασταθής. Μπορείς πολύ εύκολα να γέρνεις είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά. Να ζαλίζεσαι, να χάνεσαι και να μπερδεύεσαι επειδή κατακλύζεσαι από τις ομορφιές και τις ασχήμιες, από τις κωμωδίες και τις τραγωδίες ένθεν κακείθεν της κορυφογραμμής. Αυτό συμβαίνει με αυτόν τον τόπο. Αυτή είναι η μοίρα του. Ευαίσθητη -γι' αυτό και τόσο ευάλωτη. Ευτυχώς υπάρχει αυτός ο Ήλιος, που λειτουργεί πάντα ως δίχτυ ασφαλείας και, στη δύσκολη στιγμή τής Πτώσης, αναπηδάμε πάνω του με παιδική χαρά, αισιοδοξία αλλά και "αφέλεια".


Ένα εκτυφλωτικό φως που "είδε" κάποτε ο Claude Monet
στο βρετανικό κοινοβούλιο. Πρέπει όμως να το δεις από κοντά
για να σε τυφλώσει. Musée d'Orsay, Παρίσι.
 

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Η χώρα των ρουφιάνων

Μετά τον πόλεμο, στην Ελλάδα οι δωσίλογοι και οι ρουφιάνοι, οι συνεργάτες των Γερμανών, σε κάθε επίπεδο, είτε έμμεσα είτε άμεσα, δεν δικάστηκαν. Δεν πλήρωσαν για τα εγκλήματά τους απέναντι στον απλό, πολύ κόσμο. Συνέχισαν να υπάρχουν και μάλιστα να κυβερνάνε αυτόν τον τόπο, έχοντας δημιουργήσει δίκτυα και κυκλώματα ήδη από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά. Στη Γαλλία και αλλού δικάστηκαν και φυλακίστηκαν. Κάποιες φορές εκτελέστηκαν κιόλας. Εδώ δεν έγινε τίποτα. Δεν τους άγγιξε κανένας. Ίσα-ίσα που ανέλαβαν καίρια πόστα.

Εδώ ο πατέρας Ράλλης έγινε πρωθυπουργός της Κατοχής και, μετά από σαράντα χρόνια, έγινε πρωθυπουργός και ο γιος του, που στο μεταξύ είχε διατελέσει δια βίου υπουργός. Αντίστοιχα παραδείγματα είναι οι οικογένειες Έβερτ, Παπανδρέου, Μητσοτάκη, Λυκουρέζου και άλλες -όχι μόνο πολιτικών, με την στενή έννοια της λέξης-, που παρέδωσαν από γενιά σε γενιά την κληρονομιά του σκοτεινού και ύποπτου παρελθόντος τους.

Όλοι αυτοί είναι υπεύθυνοι για το χάλι του τόπου, για την απόλυτη έλλειψη οργάνωσης, δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, για την ανυπαρξία πολιτισμού που θα εξύψωνε το πνεύμα και το ήθος των ανθρώπων. Όλοι αυτοί επέλεξαν να διαιωνίσουν έναν έξωθεν επιβαλλόμενο εμφύλιο πόλεμο προκειμένου να εφαρμόσουν το τόσο πετυχημένο δόγμα "διαίρει και βασίλευε" και να γεύονται τους κόπους του απλού λαού. Όλοι αυτοί είναι αποβράσματα του ανθρώπινου είδους που επιπλέουν στο βόρβορο, που αποτελείται από τους ίδιους, και επιβάλλουν τις γραμμές τους. Όλοι αυτοί είναι υπεύθυνοι -μαζί με τα ταπεινότερα ένστικτα που ξυπνάνε και συντηρούν μέσα σε κάθε άνθρωπο, που νομίζει πως μπορεί εύκολα να γίνει σαν κι αυτούς αρκεί να γίνει ο χειροκροτητής τους. Και έτσι να γευτεί λίγη από την αίγλη τους.

Έτσι ήταν όμως πάντα τα πράγματα. Αυτή είναι η ιστορία του ανθρώπινου είδους. Να κολυμπάει στα περιττώματα της σκοτεινής πλευράς του και να τρέφεται από αυτά. Κάποιες φορές μασάει κανένα κουκούτσι -που δεν έχει καταφέρει να το αλέσει στην κρεατομηχανή του- και σπάει μερικά δόντια. Αλλά το φτύνει και συνεχίζει.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Κουβεντούλα Ι

Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πως η αγάπη του γονέα προς το παιδί είναι η πλέον άδολη και αγνή, αυτή που δεν περιμένει τίποτα, που δεν έχει προσδοκίες. Κι όμως, μάλλον δεν είναι έτσι. Η εξήγηση θα πρέπει να αναζητηθεί πίσω στο χρόνο, τότε που οι μελλοντικοί γονείς αποφασίζουν -ή επιλέγουν, ή τους προκύπτει- να τεκνοποιήσουν. Ο λόγος, ή οι λόγοι που τους οδηγούν σε αυτήν την επιλογή είναι τα τεκμήρια που καταδεικνύουν το μη άδολο αυτής της αγάπης.

Έχω χιλιοακούσει το επιχείρημα περί "συνέχισης του εαυτού", έχω ακούσει το επιχείρημα περί "ενός καλύτερου αύριο" και "πραγματοποίησης των ονείρων που ο γονέας δεν προλαβαίνει να πραγματώσει", γνωρίζω τα θρησκευτικά αξιώματα (και όχι θεωρίες, αφού αυτές αποδεικνύονται ενώ τα αξιώματα όχι -τόσο απλά, ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος κάτι λέει περί αυτού) περί "προορισμού του ανθρώπου" και "θείας επιταγής", έχω συναντήσει την δαρβινική, εξελικτική θεώρηση του κόσμου και της επιδίωξης για την εξέλιξή του. Έχω ακούσει κι έχω διαβάσει πολλά. Γνωρίζω επίσης τη βαθιά, απάνθρωπη, φασιστική και γλοιώδη επιχειρηματολογία περί "κληροδότησης της περιουσίας" και τόσα γελοία στα οποία πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι -"άνθρωποι"; Τέλος πάντων, ας τους πούμε ανθρώπους για χάρη συντομίας και ευκολίας. Εξάλλου, είναι τόσο σχετικά πια τα νοήματα και το περιεχόμενο των λέξεων...

Η αγάπη λοιπόν του γονέα προς το παιδί είναι μια μεγάλη προβολή υπαρξιακού ναρκισσισμού. Μια προβολή ενός αξεδιάλυτου συνονθυλεύματος από πολλά Υπερεγώ, φοβίες, προβολές και χίλιες δυο εξωτερικά επιβαλλόμενες γραμμές ζωής. Είναι μια αγάπη που διαμορφώνει "φασόν" ανθρώπους -αφού δεν έχω δει γονέα που δεν προβάλλει τις αρχές του, τις αξίες του, τον τρόπο ζωής του και την κοσμοθεωρία του πάνω στο παιδί του μέσω της διαπαιδαγώγησής του. Το κόβουν και το ράβουν στα μέτρα τους. Βέβαια, πάντα συναντώντας τις μικρότερες ή μεγαλύτερες αντιρρήσεις ή διαφορετικότητες του παιδιού, που, ανάλογα με την ορμή του δικού του κυττάρου -όσου κομματιού μπορεί να διεκδικήσει μέσα στη απεραντοσύνη των κληρονομικά μεταφερόμενων χαρακτηριστικών-, προσπαθεί να προβάλει τον εαυτό του.

Έχω ακούσει κι άλλα. Κι έχω διαβάσει. Και τα έζησα από πρώτο χέρι στο δωμάτιο του ψυχαναλυτή για αρκετά χρόνια. Και τα επεξεργάστηκα πολύ και βαθιά. Και όλα αυτά δεν προκύπτουν ούτε από δύσκολες ούτε από οδυνηρές εμπειρίες. Αυτές ίσως υπήρξαν η καλή αφορμή για την ευκολότερη προσέγγιση της αλήθειας. Της αλήθειας ότι ο άνθρωπος φοβάται την μοναξιά και τον θάνατο. Και μ' αυτόν τον τρόπο νομίζει ότι τα απωθεί, ότι τα ξεγελάει. Το ξέρει ότι δεν είναι έτσι. Όπως, φυσικά, διαπιστώνει την κατά κράτος ήττα του όταν έρχεται η μοναξιά ή όταν πλησιάζει το τέλος. Τότε που ούτε παιδιά ούτε σκυλιά είναι ικανά να τον ηρεμήσουν αν ο ίδιος δεν έχει επεξεργαστεί τη στιγμή εκείνη από πριν -όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Δεν συνάντησα άνθρωπο στη ζωή μου που να μην έχει στο σακούλι του δύσκολες και οδυνηρές εμπειρίες να ανασύρει. Απλώς, χρειάζεται πάρα πολύ κουράγιο, θάρρος, ψυχική δύναμη, ευαισθησία, ευρηματικότητα, ευφυΐα και πολύ χιούμορ για να μπορέσει κανείς να τις δει κατάματα. Και να τις αποκωδικοποιήσει. Η πλειονότητα των ανθρώπων πάρα πολύ δύσκολα μπορεί να τα συνδυάσει όλα αυτά. Εγώ είχα την τύχη και τα είχα. Όλα. Και σε πολύ αυξημένο βαθμό. Τώρα πια το ξέρω, είμαι σίγουρος. Και μπορώ να το εκφράζω άφοβα και χωρίς κανενός είδους συστολή. Ξέρω ποιος είμαι.
  

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Στην έρημο

Μα, πόσο σκοτάδι κρύβει αυτή η ζωή. Και πόσο πόνο και πόσο φόβο που οδηγούν σ' αυτά τα σκοτάδια. Φιλόζωοι που τρέχουν ξοπίσω από σκυλιά και γατιά, με αφιερωματική διάθεση, για τους δικούς τους λόγους, Χριστιανοί που εξακολουθούν να διακηρύττουν τα ίδια και τα ίδια και να επιμένουν και να επιχαίρουν ότι...αυτοαποδεικνύονται στο πέρασμα των χρόνων και των αιώνων (γιατί τόση ανάγκη επιβεβαίωσης εκ του ασφαλούς; προφανώς για τους δικούς τους, βαθιά πικρούς κι ανθρώπινους, ανομολόγητους λόγους), ακραίοι Αριστεροί που εξακολουθούν να πιστεύουν στη μεγάλη ανατροπή και στη μεγάλη αντίσταση και ρήξη και στο "σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω", ακραίοι Δεξιοί -σκέτοι φονιάδες που ο φόβος και ο πόνος έχουν εξωθήσει στα ζωώδη όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, ποδοσφαιρόφιλοι που αποχαυνώνονται και ταυτίζονται μπροστά σε ανελέητους και γελοίους παιδικούς ανταγωνισμούς, και πόσοι άλλοι... Όλοι κάτω από μια σημαία.

Ανθρώπινος πόνος, βαθύς κι αγιάτρευτος. Άνθρωποι διαμορφωμένοι σε ενήλικες προσωπικότητες μετά από πολυκύμαντες παιδικές και εφηβικές ηλικίες που τους άφησαν σημάδια σκληρά χαραγμένα μέσα και έξω τους. Και τους διαμόρφωσαν τη λογική, τη σκέψη, την αίσθηση, την αισθητική, το μέτρο και το άμετρο, τις βαθύτερες ουσίες της ύπαρξής τους. Και αυτό που απομένει είναι μια ζωή γεμάτη απώθηση των πραγματικών διαστάσεων και συνθηκών που επικρατούν. Διότι φοβάμαι πως εκεί ζει η πλειονότητα του κόσμου σ' αυτή τη χώρα. Στις απωθήσεις της.

Πόση μοναξιά. Πόσο άδειος τόπος. Ζω στην έρημο.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

23 χρόνια μετά

Πότε κιόλας; Κάθε χρόνο τέτοια μέρα το ίδιο θα αναρωτιέμαι. Κάθε χρόνο προστίθεται και μια μονάδα στο μέτρημα. Μέχρι να σταματήσει κι αυτό και πλέον να γίνουν όλα ιστορία.

Εσύ πάντως έγινες ήδη ιστορία μέσα μου. Δεν είσαι πια ούτε καν ανάμνηση. Τα πρώτα χρόνια ναι. Ήσουν νωπός και πρόσφατος ακόμη. Είχα έντονη τη μορφή και τη φωνή σου μέσα μου. Τις κινήσεις σου όταν διηύθυνες, την ένταση της φωνής όταν εκνευριζόσουν, το πονηρό χαμόγελο όταν ήσουν ευχαριστημένος. Αλλά σιγά-σιγά άρχισες να ξεθωριάζεις. Και να γίνεσαι ένα λήμμα. Ιδιαίτερα τώρα, αυτά τα χρόνια, που όλα άλλαξαν και η ανθρωπότητα πέρασε σε άλλη φάση της ιστορίας της, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με όσα γνώριζες τότε -και όσα γνωρίσαμε κι εμείς και με τα οποία ανατραφήκαμε και μεγαλώσαμε.

Τώρα πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνες τις εποχές, εκείνους τους δρόμους και τις πλατείες, εκείνους τους ανθρώπους με τα όνειρα και τις ελπίδες. Τώρα πια έχουμε ισοπεδωθεί και τίποτα δεν μας φαίνεται παράξενο ή αλλόκοτο.

Είχες ζήσει κι εσύ τη δική σου σκοτεινή περίοδο, τότε, στον πόλεμο. Έχουμε το κείμενο του Κώστα Ταχτσή στον Σκληρό Απρίλη του '45 να μας περιγράφει τόσο γλαφυρά -αλλά και τόσο έντονα και παραστατικά- όλη εκείνη την εποχή μετά τον θάνατο. Τον θάνατο που περπατούσε στους δρόμους ελεύθερος και αχαλίνωτος.

Και σήμερα κάπως έτσι είναι. Όσο κι αν εσύ, τότε, τα έλεγες και φώναζες πως το κακό ερχόταν και ήμασταν εντελώς απροετοίμαστοι και στον εντελώς αντίθετο δρόμο. Ούτε εσύ κατάφερες τίποτα τελικά. Τι να πούμε εμείς; Τώρα είναι πολλά τα χρόνια, πάρα πολλά. Πάμε για τα δέκα σιγά-σιγά. Και θα 'ρθουν κι άλλα πολλά. Και κανείς δεν ξέρει αν ποτέ ζήσουν σε αυτή τη γη άνθρωποι που θα ανασαίνουν καλύτερα. Δεν λέω "ελεύθερα" αφού, ειδικά εσύ, καταλαβαίνεις πολύ καλά τι πάει να πει ελευθερία.

Ξέρεις, όμως, κάτι; Δεν με ενδιαφέρει καθόλου πού πάει όλο αυτό και αν πάει κάπου. Σχεδόν δεν με ενοχλεί καν η συνθήκη που βιώνουμε. Δεν με απασχολεί καθόλου αυτή η διάσταση τής ελευθερίας. Ελεύθερος μπορείς να είσαι και μέσα στο κελί σου. Και δε νομίζω πως είναι απονέκρωση ή απάθεια ή αποτέλεσμα δολοφονικών πράξεων του "συστήματος". Όχι πια. Είναι μια συνολικότερη θεώρηση αυτού που ονομάζουμε "ζωή". Όπως, πολύ σοφά και εύστοχα, είχες πει ότι πρόκειται για το ποιος υπήρξα, πώς έζησα και σε τι συνίσταται η "απουσία" μου. Διαδρομές, δηλαδή, που τις κάνει κάθε άνθρωπος συνειδητά ή ασυνείδητα. Ο κάθε άνθρωπος. Και, ανάλογα με την προοπτική ή το πρίσμα του, αποφασίζει για τις απαντήσεις που θα δώσει. Ανάλογα και με τις ψυχικές αντοχές του και με τόσα άλλα πράγματα που δεν καλύπτονται σε καμιά περίπτωση από κανένα ψυχογράφημα, από καμιά ψυχανάλυση, από καμιά κοσμοθεωρία. Έχω καταλάβει βαθιά και απόλυτα πως αυτό που λέμε κόσμος και ζωή κάνει κύκλους. Και ξαναπερνά από τα ίδια σημεία, με άλλα ονόματα, σε άλλες εποχές. Έτσι συνέβαινε πάντα, έτσι συμβαίνει και τώρα.
 

Στον Άγγελο Σκορδίλη

Τον Άγγελο τον γνώρισα μια εποχή σκοτεινή αλλά με πολλά μπιχλιμπίδια και ψεύτικα φώτα και γελοίες πολυτέλειες τριγύρω. Θα μπορούσα να πω πολλά άλλα ακόμη και να χτίσω πάμπολλες εικόνες εκείνης της εποχής. Ας μην επεκταθώ όμως τώρα.

Είχε δίκιο σε όλα όσα είπε. Κάθε φορά τα συζητούσαμε και καταλήγαμε στην ίδια αηδία. Διότι μόνο αηδία και αποστροφή μάς γεννούσε η όλη κατάσταση. Είχαμε γνωρίσει -εκείνος πάρα πολύ καλύτερα και βαθύτερα από εμένα- όλη τη σαπίλα που περιγράφει τόσο ανάγλυφα και -κυρίως- επώνυμα ο Άγγελος σε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Για κάποιους από τους συγκεκριμένους ανθρώπους στους οποίους αναφέρεται έχω να πω κι εγώ τις δικές μου ιστορίες και εμπειρίες. Και για τους καλούς και για τους κακούς. Αλλά δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή. Αυτή η στιγμή είναι αφιερωμένη στον Άγγελο, που έφυγε τόσο νωρίς και τόσο άδοξα στα τέλη του 2011. Περήφανος και γεμάτος μουσική και φίλους καρδιακούς.

Λίγο πριν φύγει είχαμε μιλήσει για τελευταία φορά και μου είχε πει για τη μάχη της ζωής του. Δίψαγε να βρεθούμε πάλι και να παίξουμε. Δεν προλάβαμε. Δεν πρόλαβα ούτε να τον δω να παίζει για μιαν ακόμη φορά. Το μέλλον επιφύλασσε άλλα. Ας είναι. Τον είχα κυριολεκτικά χορτάσει κάποτε μέσα σε ένα κουβούκλιο ενάμισι επί ενάμισι, όπου ηχογραφούσε την υπέροχη κιθάρα του στο τελευταίο Σινικό Τείχος. Κουλουριασμένος μπροστά στα πόδια του, αφού τον είχα παρακαλέσει να τρυπώσω κι εγώ σ' εκείνη την τρύπα για να εισπράξω και να βιώσω όλη την τέχνη του ζωντανά. Τη στιγμή που την δημιουργούσε. Δεν μου το είχε αρνηθεί. Εξάλλου, θυμάμαι ότι σπάνια -αν όχι ποτέ- αρνιόταν κάτι. Είχε μεγάλη καρδιά.

Σήμερα ξύπνησα με το Σινικό Τείχος στα χείλη μου. Ήταν το μόνο τραγούδι που μπορούσε να εκφράσει την ψυχική διάθεση που είχα. Έβαλα και το άκουσα πολλές φορές απανωτά. Και θυμήθηκα έντονα τον Άγγελο. Ψάχνοντας στους δίσκους βρήκα αυτόν με το εσώφυλλο που εμφανίζεται εδώ. Κάθισα και το διάβασα ακόμη μια φορά, μετά από τόσα χρόνια πια. Βρήκα πάλι μόνο αλήθειες σε όλα όσα έγραφε ο Άγγελος. Συνειδητοποίησα ότι αυτό το κείμενο θα μείνει στα σκοτάδια και ένιωσα άσχημα. Για εκείνον, για τις αλήθειες που λέει. Και αποφάσισα να το παρουσιάσω εδώ. Αλλά όχι μόνο αυτό. Θα φτιάξω κι ένα βίντεο, με μουσική υποκρουση που δεν έχω αποφασίσει ακόμη καθώς αν είναι κάποιο τραγούδι του, ο στίχος θα αποσπά τον αναγνώστη από το κείμενο, και θα το ανεβάσω στο YouTube. Γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να έχουν καμιά τύχη όλα όσα είπε ο Άγγελος. Ενώ στο δίκτυο, και μάλιστα στο χώρο τής μουσικής, όλο και κάποιος θα πέσει επάνω του είτε μέσω τού ονόματός του είτε μέσω τών "συστάσεων" που κάνει από μόνο του το δίκτυο. Τουλάχιστον έτσι θα έχει κάποιες ευκαιρίες. Και θα ησυχάσω  κι εγώ, που από το πρωί με τρώει η "ευθύνη" τού τι να κάνω για το κείμενο. Και για τον Άγγελο.

Καλύτερα όμως να αφήσω τον ίδιο τον Άγγελο να τα πει με τον δικό του τρόπο και λόγο. Είναι αυθεντικός και έρχεται απευθείας από εκείνα τα χρόνια. Και φυσικά ισχύει πάντα.


Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Έχω μια φίλη ΙΙ



Έχω μια φίλη σπαθί. Διαμάντι που κόβει. Είναι πολύ έξυπνη και πολύ ευαίσθητη. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ικανός και χαρισματικός. Ειλικρινής και άμεσος. Αλλά πολύ ταλαιπωρημένος. Πολλές φορές στη ζωή έτσι γίνεται. Οι ευαίσθητοι -όταν είναι και έξυπνοι- βασανίζονται. Λες και η ζωή τούς βάζει στο σημάδι.

Με τα χρόνια έμαθα να μην πετροβολάω τις μέρες και να μη ζητάω δίκια από το πουθενά. Κατάλαβα βαθιά μέσα μου πως το καθετί αποτελεί έναν ολόκληρο δικό του κόσμο, ένα ολόκληρο σύμπαν που κινείται και υπάρχει μέσα στο γενικό Χάος. Διέπεται από καθαρά δικούς του νόμους και κανόνες που κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί και να κατανοήσει. Τις περισσότερες φορές ούτε το ίδιο το άτομο.

Ζει δίπλα στη θάλασσα και αναπνέει μαζί της. Σε σημείο κομβικό, εκεί όπου συναντώνται στεριές, θάλασσες, αέρηδες και καράβια με φουσκωμένα πανιά. Ευτυχώς, γιατί αυτό της έδινε πάντα έναν ανοιχτό ορίζοντα μπροστά στα μάτια της. Τής χάριζε τους δρόμους που θα διάβαινε στη ζωή της. Κι έτσι απλώθηκε πάνω στα νερά και κατάφερνε να φεύγει.
 

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Στη νεότητα

Εκεί, τότε, στη δεκαετία του '80. Με Άσιμο, Αρκουδέα, Παύλο Σιδηρόπουλο. Με τον Μάνο Χατζιδάκι σε μεγάλα κέφια, να εξαπολύει μύδρους και λίβελλους ενάντια σε οποιονδηποτε έβαλλε κατά της ελευθερίας -ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση. Ζωντανός όσο ποτέ, διηύθυνε τις ορχήστρες σαν άλλος μύστης και μάγος. Και όταν νευρίαζε, σκοτείνιαζε ο τόπος και έτρεμε η γη. Με πραγματικά και ουσιαστικά φεστιβάλ νεολαιών και με 17 Νοέμβρη. Και με μουσική, πολλή και αληθινή μουσική. Ζωντανή. Δική μας και άλλων. Να ανεβοκατεβαίνουμε στο πάλκο μας και στα ενδιάμεσα να τρέχουμε σε όλη την πόλη για να προλάβουμε τους άλλους, στα άλλα πάλκα. "Άντε, και καλή τύχη, μάγκες!" και "Βενσερέμος! Βενσερέμος!".

Αν μη τι άλλο, ήταν άγρια όμορφα. Είχε σασπένς η ζωή μας. Είχε όνειρα ζωντανά, που σπαρταρούσαν στα χέρια και στις καρδιές μας. Και ακόμη δεν είχε έλθει "τού απέραντου η ψύχρα" που ζούμε σήμερα, χαμένοι μέσα στους διαδικτυακούς λαβύρινθους, αλλά ούτε κι εκείνη η γλασαρισμένη δεκαετία του '90 με τις πρώτες εκλεκτικιστικές εκδηλώσεις στην τέχνη μου -εκείνες που ονομάστηκαν "έντεχνο", με σημείο αφετηρίας κάποιες ανεκδιήγητες εκπομπές τού ραδιοφωνικού Μελωδία. Τα θυμάμαι τώρα πια που πέρασαν δυόμισι δεκαετίες και νιώθω να κολλάει το μέσα μου. Να ταγγιάζει. Οι συντριπτικά περισσότεροι συνέχισαν να τους ακολουθούν. Και το τραγικό είναι ότι συνεχίζουν ακόμη, μη καταλαβαίνοντας πως όλη αυτή η ταγγίλα έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το σημερινό χάλι. Θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα παράσταση τού Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πρέπει να ήταν χειμώνας τού '84 στη Θεσσαλονίκη. Ταξιδεύαμε όλη νύχτα για να πάμε στην πρώτη ζωντανή παρουσίαση τής "Διαίρεσης". Ήταν μεγάλη απογοήτευση. Η μεγάλη εμπορική και γλασέ πόρτα είχε ανοίξει. Το μαχαίρι στριφογύριζε στην πληγή με ανείπωτη ηδονή. "Πάει, πέθανε", είπα. "Μέχρι εδώ ήταν. Τώρα αρχίζει το πανηγύρι..." Και φυσικά έτσι έγινε.    

Η έκρηξη της ρουκέτας μάς ξύπναγε από τον παροδικό λήθαργο και έριχνε φως στα σκοτάδια. Μετά έβαζε μπρος το μυαλό και την αναλυτική μας διάθεση έτσι όπως περιμέναμε τη δημοσίευση και τη μελέτη τής προκήρυξης. Σαν μικρές γιάφκες γινόταν τότε ο κόσμος. Όλοι χάνονταν απ' τους δρόμους για αρκετές ώρες. Μετά βρισκόμασταν σε δρόμους, καφέ και πλατείες και ανταλλάσσαμε απόψεις και οπτικές. Η σκέψη έγδερνε το μυαλό.

Υπήρχαν και κάποια μυστικά υπόγεια που κατεβήκαμε κάποιες φορές. Εκεί όπου ανακατευόταν η σούπα και άχνιζε υδρογονάνθρακες. Φύγαμε όμως. Δεν ήταν για εμάς. Δεν ήταν τρόπος εκείνος τελικά. Το τέρας ήταν σαν τη Λερναία Ύδρα. Ένα κεφάλι έκοβες, δυο έβγαιναν. Δεν είχε τέλος, ούτε λογική.

Πάνω στου Στρέφη τα τραπεζάκια ήταν πάντα γεμάτα και πολύβουα. Τα μάτια, άγρυπνα κι ανήσυχα, έψαχναν γύρω τους για άλλα μάτια, για κινήσεις γνώριμες και φωνές φιλικές. Πάντως, σίγουρα δεν χάνονταν αμίλητα στις ψηφιακές οθόνες. Όμορφες είναι κι αυτές. Και ελκυστικές, και έξυπνες και πολύ πρακτικές. Αλλά δεν έχουν εκείνη την επαφή που γνωρίσαμε εμείς, το μαγικό άγγιγμα δυο ενεργειών που παλεύουν να ισορροπήσουν μεταξύ τους. Που ανταλλάσσουν βατ και τζάουλ. Αληθινά και όχι εικονικά.


Είναι ένας άλλος κόσμος πια. Που έχει έλθει από το μέλλον. Το σχοινί κόπηκε και η εποχή άλλαξε. Οριστικά και αμετάκλητα. Το παλιό βιβλίο έκλεισε και δεν άνοιξε καινούργιο "βιβλίο". Η εποχή του βιβλίου, που άρχισε με τον Γκούτενμπεργκ, τελείωσε πια. Ό,τι διατηρηθεί θα είναι όπως τα παλιά αυτοκίνητα-αντίκες, που ακόμη κινούνται, αλλά με ειδικές πινακίδες. Ως εκπρόσωποι της ιστορίας του κόσμου.

Δεν υπάρχει καλό και κακό στη ζωή. Ποτέ δεν υπήρξε. Όλα ακολουθούσαν μια φυσική επιλογή από μόνα τους. Ό,τι δεν άντεχε, εξαφανιζόταν. Για κάθε λόγο και από κάθε άποψη. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δημιουργήματα και επινοήσεις του ανθρώπου. Της συντηρητικής πλευράς του. Εκείνης που φοβάται την αλλαγή. Επειδή στην ουσία φοβάται το θάνατο. Αλλά αν δεν γίνεις φίλος μαζί του, να τον εντάξεις, δεν πρόκειται να ξεφοβηθείς.

Ο κόσμος αλλάζει στη δική μας εποχή, στα δικά μας χρόνια. Έτσι έτυχε σ' εμάς. Ούτως ή άλλως ο κόσμος αλλάζει νομοτελειακά. Όπως άλλαζε πάντα και όπως θα αλλάζει πάντα -για όσο συνεχίσει να υπάρχει. Γι' αυτό και είναι απόλυτα μάταιο να προσκολλάται κανείς σε οτιδήποτε. Οτιδήποτε όμως. Τόσο υλικό όσο και άυλο. Η ελευθερία, ή μάλλον, η αίσθηση της ελευθερίας που μπορούμε τουλάχιστον να προσεγγίσουμε σε αυτήν την άτοπη πορεία στην οποία οδεύουμε είναι η απεξάρτηση από καθετί -ορατό και αόρατο.