Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Κουβεντούλα Ι

Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πως η αγάπη του γονέα προς το παιδί είναι η πλέον άδολη και αγνή, αυτή που δεν περιμένει τίποτα, που δεν έχει προσδοκίες. Κι όμως, μάλλον δεν είναι έτσι. Η εξήγηση θα πρέπει να αναζητηθεί πίσω στο χρόνο, τότε που οι μελλοντικοί γονείς αποφασίζουν -ή επιλέγουν, ή τους προκύπτει- να τεκνοποιήσουν. Ο λόγος, ή οι λόγοι που τους οδηγούν σε αυτήν την επιλογή είναι τα τεκμήρια που καταδεικνύουν το μη άδολο αυτής της αγάπης.

Έχω χιλιοακούσει το επιχείρημα περί "συνέχισης του εαυτού", έχω ακούσει το επιχείρημα περί "ενός καλύτερου αύριο" και "πραγματοποίησης των ονείρων που ο γονέας δεν προλαβαίνει να πραγματώσει", γνωρίζω τα θρησκευτικά αξιώματα (και όχι θεωρίες, αφού αυτές αποδεικνύονται ενώ τα αξιώματα όχι -τόσο απλά, ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος κάτι λέει περί αυτού) περί "προορισμού του ανθρώπου" και "θείας επιταγής", έχω συναντήσει την δαρβινική, εξελικτική θεώρηση του κόσμου και της επιδίωξης για την εξέλιξή του. Έχω ακούσει κι έχω διαβάσει πολλά. Γνωρίζω επίσης τη βαθιά, απάνθρωπη, φασιστική και γλοιώδη επιχειρηματολογία περί "κληροδότησης της περιουσίας" και τόσα γελοία στα οποία πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι -"άνθρωποι"; Τέλος πάντων, ας τους πούμε ανθρώπους για χάρη συντομίας και ευκολίας. Εξάλλου, είναι τόσο σχετικά πια τα νοήματα και το περιεχόμενο των λέξεων...

Η αγάπη λοιπόν του γονέα προς το παιδί είναι μια μεγάλη προβολή υπαρξιακού ναρκισσισμού. Μια προβολή ενός αξεδιάλυτου συνονθυλεύματος από πολλά Υπερεγώ, φοβίες, προβολές και χίλιες δυο εξωτερικά επιβαλλόμενες γραμμές ζωής. Είναι μια αγάπη που διαμορφώνει "φασόν" ανθρώπους -αφού δεν έχω δει γονέα που δεν προβάλλει τις αρχές του, τις αξίες του, τον τρόπο ζωής του και την κοσμοθεωρία του πάνω στο παιδί του μέσω της διαπαιδαγώγησής του. Το κόβουν και το ράβουν στα μέτρα τους. Βέβαια, πάντα συναντώντας τις μικρότερες ή μεγαλύτερες αντιρρήσεις ή διαφορετικότητες του παιδιού, που, ανάλογα με την ορμή του δικού του κυττάρου -όσου κομματιού μπορεί να διεκδικήσει μέσα στη απεραντοσύνη των κληρονομικά μεταφερόμενων χαρακτηριστικών-, προσπαθεί να προβάλει τον εαυτό του.

Έχω ακούσει κι άλλα. Κι έχω διαβάσει. Και τα έζησα από πρώτο χέρι στο δωμάτιο του ψυχαναλυτή για αρκετά χρόνια. Και τα επεξεργάστηκα πολύ και βαθιά. Και όλα αυτά δεν προκύπτουν ούτε από δύσκολες ούτε από οδυνηρές εμπειρίες. Αυτές ίσως υπήρξαν η καλή αφορμή για την ευκολότερη προσέγγιση της αλήθειας. Της αλήθειας ότι ο άνθρωπος φοβάται την μοναξιά και τον θάνατο. Και μ' αυτόν τον τρόπο νομίζει ότι τα απωθεί, ότι τα ξεγελάει. Το ξέρει ότι δεν είναι έτσι. Όπως, φυσικά, διαπιστώνει την κατά κράτος ήττα του όταν έρχεται η μοναξιά ή όταν πλησιάζει το τέλος. Τότε που ούτε παιδιά ούτε σκυλιά είναι ικανά να τον ηρεμήσουν αν ο ίδιος δεν έχει επεξεργαστεί τη στιγμή εκείνη από πριν -όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Δεν συνάντησα άνθρωπο στη ζωή μου που να μην έχει στο σακούλι του δύσκολες και οδυνηρές εμπειρίες να ανασύρει. Απλώς, χρειάζεται πάρα πολύ κουράγιο, θάρρος, ψυχική δύναμη, ευαισθησία, ευρηματικότητα, ευφυΐα και πολύ χιούμορ για να μπορέσει κανείς να τις δει κατάματα. Και να τις αποκωδικοποιήσει. Η πλειονότητα των ανθρώπων πάρα πολύ δύσκολα μπορεί να τα συνδυάσει όλα αυτά. Εγώ είχα την τύχη και τα είχα. Όλα. Και σε πολύ αυξημένο βαθμό. Τώρα πια το ξέρω, είμαι σίγουρος. Και μπορώ να το εκφράζω άφοβα και χωρίς κανενός είδους συστολή. Ξέρω ποιος είμαι.
  

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Στην έρημο

Μα, πόσο σκοτάδι κρύβει αυτή η ζωή. Και πόσο πόνο και πόσο φόβο που οδηγούν σ' αυτά τα σκοτάδια. Φιλόζωοι που τρέχουν ξοπίσω από σκυλιά και γατιά, με αφιερωματική διάθεση, για τους δικούς τους λόγους, Χριστιανοί που εξακολουθούν να διακηρύττουν τα ίδια και τα ίδια και να επιμένουν και να επιχαίρουν ότι...αυτοαποδεικνύονται στο πέρασμα των χρόνων και των αιώνων (γιατί τόση ανάγκη επιβεβαίωσης εκ του ασφαλούς; προφανώς για τους δικούς τους, βαθιά πικρούς κι ανθρώπινους, ανομολόγητους λόγους), ακραίοι Αριστεροί που εξακολουθούν να πιστεύουν στη μεγάλη ανατροπή και στη μεγάλη αντίσταση και ρήξη και στο "σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω", ακραίοι Δεξιοί -σκέτοι φονιάδες που ο φόβος και ο πόνος έχουν εξωθήσει στα ζωώδη όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, ποδοσφαιρόφιλοι που αποχαυνώνονται και ταυτίζονται μπροστά σε ανελέητους και γελοίους παιδικούς ανταγωνισμούς, και πόσοι άλλοι... Όλοι κάτω από μια σημαία.

Ανθρώπινος πόνος, βαθύς κι αγιάτρευτος. Άνθρωποι διαμορφωμένοι σε ενήλικες προσωπικότητες μετά από πολυκύμαντες παιδικές και εφηβικές ηλικίες που τους άφησαν σημάδια σκληρά χαραγμένα μέσα και έξω τους. Και τους διαμόρφωσαν τη λογική, τη σκέψη, την αίσθηση, την αισθητική, το μέτρο και το άμετρο, τις βαθύτερες ουσίες της ύπαρξής τους. Και αυτό που απομένει είναι μια ζωή γεμάτη απώθηση των πραγματικών διαστάσεων και συνθηκών που επικρατούν. Διότι φοβάμαι πως εκεί ζει η πλειονότητα του κόσμου σ' αυτή τη χώρα. Στις απωθήσεις της.

Πόση μοναξιά. Πόσο άδειος τόπος. Ζω στην έρημο.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

23 χρόνια μετά

Πότε κιόλας; Κάθε χρόνο τέτοια μέρα το ίδιο θα αναρωτιέμαι. Κάθε χρόνο προστίθεται και μια μονάδα στο μέτρημα. Μέχρι να σταματήσει κι αυτό και πλέον να γίνουν όλα ιστορία.

Εσύ πάντως έγινες ήδη ιστορία μέσα μου. Δεν είσαι πια ούτε καν ανάμνηση. Τα πρώτα χρόνια ναι. Ήσουν νωπός και πρόσφατος ακόμη. Είχα έντονη τη μορφή και τη φωνή σου μέσα μου. Τις κινήσεις σου όταν διηύθυνες, την ένταση της φωνής όταν εκνευριζόσουν, το πονηρό χαμόγελο όταν ήσουν ευχαριστημένος. Αλλά σιγά-σιγά άρχισες να ξεθωριάζεις. Και να γίνεσαι ένα λήμμα. Ιδιαίτερα τώρα, αυτά τα χρόνια, που όλα άλλαξαν και η ανθρωπότητα πέρασε σε άλλη φάση της ιστορίας της, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με όσα γνώριζες τότε -και όσα γνωρίσαμε κι εμείς και με τα οποία ανατραφήκαμε και μεγαλώσαμε.

Τώρα πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνες τις εποχές, εκείνους τους δρόμους και τις πλατείες, εκείνους τους ανθρώπους με τα όνειρα και τις ελπίδες. Τώρα πια έχουμε ισοπεδωθεί και τίποτα δεν μας φαίνεται παράξενο ή αλλόκοτο.

Είχες ζήσει κι εσύ τη δική σου σκοτεινή περίοδο, τότε, στον πόλεμο. Έχουμε το κείμενο του Κώστα Ταχτσή στον Σκληρό Απρίλη του '45 να μας περιγράφει τόσο γλαφυρά -αλλά και τόσο έντονα και παραστατικά- όλη εκείνη την εποχή μετά τον θάνατο. Τον θάνατο που περπατούσε στους δρόμους ελεύθερος και αχαλίνωτος.

Και σήμερα κάπως έτσι είναι. Όσο κι αν εσύ, τότε, τα έλεγες και φώναζες πως το κακό ερχόταν και ήμασταν εντελώς απροετοίμαστοι και στον εντελώς αντίθετο δρόμο. Ούτε εσύ κατάφερες τίποτα τελικά. Τι να πούμε εμείς; Τώρα είναι πολλά τα χρόνια, πάρα πολλά. Πάμε για τα δέκα σιγά-σιγά. Και θα 'ρθουν κι άλλα πολλά. Και κανείς δεν ξέρει αν ποτέ ζήσουν σε αυτή τη γη άνθρωποι που θα ανασαίνουν καλύτερα. Δεν λέω "ελεύθερα" αφού, ειδικά εσύ, καταλαβαίνεις πολύ καλά τι πάει να πει ελευθερία.

Ξέρεις, όμως, κάτι; Δεν με ενδιαφέρει καθόλου πού πάει όλο αυτό και αν πάει κάπου. Σχεδόν δεν με ενοχλεί καν η συνθήκη που βιώνουμε. Δεν με απασχολεί καθόλου αυτή η διάσταση τής ελευθερίας. Ελεύθερος μπορείς να είσαι και μέσα στο κελί σου. Και δε νομίζω πως είναι απονέκρωση ή απάθεια ή αποτέλεσμα δολοφονικών πράξεων του "συστήματος". Όχι πια. Είναι μια συνολικότερη θεώρηση αυτού που ονομάζουμε "ζωή". Όπως, πολύ σοφά και εύστοχα, είχες πει ότι πρόκειται για το ποιος υπήρξα, πώς έζησα και σε τι συνίσταται η "απουσία" μου. Διαδρομές, δηλαδή, που τις κάνει κάθε άνθρωπος συνειδητά ή ασυνείδητα. Ο κάθε άνθρωπος. Και, ανάλογα με την προοπτική ή το πρίσμα του, αποφασίζει για τις απαντήσεις που θα δώσει. Ανάλογα και με τις ψυχικές αντοχές του και με τόσα άλλα πράγματα που δεν καλύπτονται σε καμιά περίπτωση από κανένα ψυχογράφημα, από καμιά ψυχανάλυση, από καμιά κοσμοθεωρία. Έχω καταλάβει βαθιά και απόλυτα πως αυτό που λέμε κόσμος και ζωή κάνει κύκλους. Και ξαναπερνά από τα ίδια σημεία, με άλλα ονόματα, σε άλλες εποχές. Έτσι συνέβαινε πάντα, έτσι συμβαίνει και τώρα.
 

Στον Άγγελο Σκορδίλη

Τον Άγγελο τον γνώρισα μια εποχή σκοτεινή αλλά με πολλά μπιχλιμπίδια και ψεύτικα φώτα και γελοίες πολυτέλειες τριγύρω. Θα μπορούσα να πω πολλά άλλα ακόμη και να χτίσω πάμπολλες εικόνες εκείνης της εποχής. Ας μην επεκταθώ όμως τώρα.

Είχε δίκιο σε όλα όσα είπε. Κάθε φορά τα συζητούσαμε και καταλήγαμε στην ίδια αηδία. Διότι μόνο αηδία και αποστροφή μάς γεννούσε η όλη κατάσταση. Είχαμε γνωρίσει -εκείνος πάρα πολύ καλύτερα και βαθύτερα από εμένα- όλη τη σαπίλα που περιγράφει τόσο ανάγλυφα και -κυρίως- επώνυμα ο Άγγελος σε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Για κάποιους από τους συγκεκριμένους ανθρώπους στους οποίους αναφέρεται έχω να πω κι εγώ τις δικές μου ιστορίες και εμπειρίες. Και για τους καλούς και για τους κακούς. Αλλά δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή. Αυτή η στιγμή είναι αφιερωμένη στον Άγγελο, που έφυγε τόσο νωρίς και τόσο άδοξα στα τέλη του 2011. Περήφανος και γεμάτος μουσική και φίλους καρδιακούς.

Λίγο πριν φύγει είχαμε μιλήσει για τελευταία φορά και μου είχε πει για τη μάχη της ζωής του. Δίψαγε να βρεθούμε πάλι και να παίξουμε. Δεν προλάβαμε. Δεν πρόλαβα ούτε να τον δω να παίζει για μιαν ακόμη φορά. Το μέλλον επιφύλασσε άλλα. Ας είναι. Τον είχα κυριολεκτικά χορτάσει κάποτε μέσα σε ένα κουβούκλιο ενάμισι επί ενάμισι, όπου ηχογραφούσε την υπέροχη κιθάρα του στο τελευταίο Σινικό Τείχος. Κουλουριασμένος μπροστά στα πόδια του, αφού τον είχα παρακαλέσει να τρυπώσω κι εγώ σ' εκείνη την τρύπα για να εισπράξω και να βιώσω όλη την τέχνη του ζωντανά. Τη στιγμή που την δημιουργούσε. Δεν μου το είχε αρνηθεί. Εξάλλου, θυμάμαι ότι σπάνια -αν όχι ποτέ- αρνιόταν κάτι. Είχε μεγάλη καρδιά.

Σήμερα ξύπνησα με το Σινικό Τείχος στα χείλη μου. Ήταν το μόνο τραγούδι που μπορούσε να εκφράσει την ψυχική διάθεση που είχα. Έβαλα και το άκουσα πολλές φορές απανωτά. Και θυμήθηκα έντονα τον Άγγελο. Ψάχνοντας στους δίσκους βρήκα αυτόν με το εσώφυλλο που εμφανίζεται εδώ. Κάθισα και το διάβασα ακόμη μια φορά, μετά από τόσα χρόνια πια. Βρήκα πάλι μόνο αλήθειες σε όλα όσα έγραφε ο Άγγελος. Συνειδητοποίησα ότι αυτό το κείμενο θα μείνει στα σκοτάδια και ένιωσα άσχημα. Για εκείνον, για τις αλήθειες που λέει. Και αποφάσισα να το παρουσιάσω εδώ. Αλλά όχι μόνο αυτό. Θα φτιάξω κι ένα βίντεο, με μουσική υποκρουση που δεν έχω αποφασίσει ακόμη καθώς αν είναι κάποιο τραγούδι του, ο στίχος θα αποσπά τον αναγνώστη από το κείμενο, και θα το ανεβάσω στο YouTube. Γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να έχουν καμιά τύχη όλα όσα είπε ο Άγγελος. Ενώ στο δίκτυο, και μάλιστα στο χώρο τής μουσικής, όλο και κάποιος θα πέσει επάνω του είτε μέσω τού ονόματός του είτε μέσω τών "συστάσεων" που κάνει από μόνο του το δίκτυο. Τουλάχιστον έτσι θα έχει κάποιες ευκαιρίες. Και θα ησυχάσω  κι εγώ, που από το πρωί με τρώει η "ευθύνη" τού τι να κάνω για το κείμενο. Και για τον Άγγελο.

Καλύτερα όμως να αφήσω τον ίδιο τον Άγγελο να τα πει με τον δικό του τρόπο και λόγο. Είναι αυθεντικός και έρχεται απευθείας από εκείνα τα χρόνια. Και φυσικά ισχύει πάντα.


Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Έχω μια φίλη ΙΙ



Έχω μια φίλη σπαθί. Διαμάντι που κόβει. Είναι πολύ έξυπνη και πολύ ευαίσθητη. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ικανός και χαρισματικός. Ειλικρινής και άμεσος. Αλλά πολύ ταλαιπωρημένος. Πολλές φορές στη ζωή έτσι γίνεται. Οι ευαίσθητοι -όταν είναι και έξυπνοι- βασανίζονται. Λες και η ζωή τούς βάζει στο σημάδι.

Με τα χρόνια έμαθα να μην πετροβολάω τις μέρες και να μη ζητάω δίκια από το πουθενά. Κατάλαβα βαθιά μέσα μου πως το καθετί αποτελεί έναν ολόκληρο δικό του κόσμο, ένα ολόκληρο σύμπαν που κινείται και υπάρχει μέσα στο γενικό Χάος. Διέπεται από καθαρά δικούς του νόμους και κανόνες που κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί και να κατανοήσει. Τις περισσότερες φορές ούτε το ίδιο το άτομο.

Ζει δίπλα στη θάλασσα και αναπνέει μαζί της. Σε σημείο κομβικό, εκεί όπου συναντώνται στεριές, θάλασσες, αέρηδες και καράβια με φουσκωμένα πανιά. Ευτυχώς, γιατί αυτό της έδινε πάντα έναν ανοιχτό ορίζοντα μπροστά στα μάτια της. Τής χάριζε τους δρόμους που θα διάβαινε στη ζωή της. Κι έτσι απλώθηκε πάνω στα νερά και κατάφερνε να φεύγει.
 

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Στη νεότητα

Εκεί, τότε, στη δεκαετία του '80. Με Άσιμο, Αρκουδέα, Παύλο Σιδηρόπουλο. Με τον Μάνο Χατζιδάκι σε μεγάλα κέφια, να εξαπολύει μύδρους και λίβελλους ενάντια σε οποιονδηποτε έβαλλε κατά της ελευθερίας -ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση. Ζωντανός όσο ποτέ, διηύθυνε τις ορχήστρες σαν άλλος μύστης και μάγος. Και όταν νευρίαζε, σκοτείνιαζε ο τόπος και έτρεμε η γη. Με πραγματικά και ουσιαστικά φεστιβάλ νεολαιών και με 17 Νοέμβρη. Και με μουσική, πολλή και αληθινή μουσική. Ζωντανή. Δική μας και άλλων. Να ανεβοκατεβαίνουμε στο πάλκο μας και στα ενδιάμεσα να τρέχουμε σε όλη την πόλη για να προλάβουμε τους άλλους, στα άλλα πάλκα. "Άντε, και καλή τύχη, μάγκες!" και "Βενσερέμος! Βενσερέμος!".

Αν μη τι άλλο, ήταν άγρια όμορφα. Είχε σασπένς η ζωή μας. Είχε όνειρα ζωντανά, που σπαρταρούσαν στα χέρια και στις καρδιές μας. Και ακόμη δεν είχε έλθει "τού απέραντου η ψύχρα" που ζούμε σήμερα, χαμένοι μέσα στους διαδικτυακούς λαβύρινθους, αλλά ούτε κι εκείνη η γλασαρισμένη δεκαετία του '90 με τις πρώτες εκλεκτικιστικές εκδηλώσεις στην τέχνη μου -εκείνες που ονομάστηκαν "έντεχνο", με σημείο αφετηρίας κάποιες ανεκδιήγητες εκπομπές τού ραδιοφωνικού Μελωδία. Τα θυμάμαι τώρα πια που πέρασαν δυόμισι δεκαετίες και νιώθω να κολλάει το μέσα μου. Να ταγγιάζει. Οι συντριπτικά περισσότεροι συνέχισαν να τους ακολουθούν. Και το τραγικό είναι ότι συνεχίζουν ακόμη, μη καταλαβαίνοντας πως όλη αυτή η ταγγίλα έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το σημερινό χάλι. Θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα παράσταση τού Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πρέπει να ήταν χειμώνας τού '84 στη Θεσσαλονίκη. Ταξιδεύαμε όλη νύχτα για να πάμε στην πρώτη ζωντανή παρουσίαση τής "Διαίρεσης". Ήταν μεγάλη απογοήτευση. Η μεγάλη εμπορική και γλασέ πόρτα είχε ανοίξει. Το μαχαίρι στριφογύριζε στην πληγή με ανείπωτη ηδονή. "Πάει, πέθανε", είπα. "Μέχρι εδώ ήταν. Τώρα αρχίζει το πανηγύρι..." Και φυσικά έτσι έγινε.    

Η έκρηξη της ρουκέτας μάς ξύπναγε από τον παροδικό λήθαργο και έριχνε φως στα σκοτάδια. Μετά έβαζε μπρος το μυαλό και την αναλυτική μας διάθεση έτσι όπως περιμέναμε τη δημοσίευση και τη μελέτη τής προκήρυξης. Σαν μικρές γιάφκες γινόταν τότε ο κόσμος. Όλοι χάνονταν απ' τους δρόμους για αρκετές ώρες. Μετά βρισκόμασταν σε δρόμους, καφέ και πλατείες και ανταλλάσσαμε απόψεις και οπτικές. Η σκέψη έγδερνε το μυαλό.

Υπήρχαν και κάποια μυστικά υπόγεια που κατεβήκαμε κάποιες φορές. Εκεί όπου ανακατευόταν η σούπα και άχνιζε υδρογονάνθρακες. Φύγαμε όμως. Δεν ήταν για εμάς. Δεν ήταν τρόπος εκείνος τελικά. Το τέρας ήταν σαν τη Λερναία Ύδρα. Ένα κεφάλι έκοβες, δυο έβγαιναν. Δεν είχε τέλος, ούτε λογική.

Πάνω στου Στρέφη τα τραπεζάκια ήταν πάντα γεμάτα και πολύβουα. Τα μάτια, άγρυπνα κι ανήσυχα, έψαχναν γύρω τους για άλλα μάτια, για κινήσεις γνώριμες και φωνές φιλικές. Πάντως, σίγουρα δεν χάνονταν αμίλητα στις ψηφιακές οθόνες. Όμορφες είναι κι αυτές. Και ελκυστικές, και έξυπνες και πολύ πρακτικές. Αλλά δεν έχουν εκείνη την επαφή που γνωρίσαμε εμείς, το μαγικό άγγιγμα δυο ενεργειών που παλεύουν να ισορροπήσουν μεταξύ τους. Που ανταλλάσσουν βατ και τζάουλ. Αληθινά και όχι εικονικά.


Είναι ένας άλλος κόσμος πια. Που έχει έλθει από το μέλλον. Το σχοινί κόπηκε και η εποχή άλλαξε. Οριστικά και αμετάκλητα. Το παλιό βιβλίο έκλεισε και δεν άνοιξε καινούργιο "βιβλίο". Η εποχή του βιβλίου, που άρχισε με τον Γκούτενμπεργκ, τελείωσε πια. Ό,τι διατηρηθεί θα είναι όπως τα παλιά αυτοκίνητα-αντίκες, που ακόμη κινούνται, αλλά με ειδικές πινακίδες. Ως εκπρόσωποι της ιστορίας του κόσμου.

Δεν υπάρχει καλό και κακό στη ζωή. Ποτέ δεν υπήρξε. Όλα ακολουθούσαν μια φυσική επιλογή από μόνα τους. Ό,τι δεν άντεχε, εξαφανιζόταν. Για κάθε λόγο και από κάθε άποψη. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δημιουργήματα και επινοήσεις του ανθρώπου. Της συντηρητικής πλευράς του. Εκείνης που φοβάται την αλλαγή. Επειδή στην ουσία φοβάται το θάνατο. Αλλά αν δεν γίνεις φίλος μαζί του, να τον εντάξεις, δεν πρόκειται να ξεφοβηθείς.

Ο κόσμος αλλάζει στη δική μας εποχή, στα δικά μας χρόνια. Έτσι έτυχε σ' εμάς. Ούτως ή άλλως ο κόσμος αλλάζει νομοτελειακά. Όπως άλλαζε πάντα και όπως θα αλλάζει πάντα -για όσο συνεχίσει να υπάρχει. Γι' αυτό και είναι απόλυτα μάταιο να προσκολλάται κανείς σε οτιδήποτε. Οτιδήποτε όμως. Τόσο υλικό όσο και άυλο. Η ελευθερία, ή μάλλον, η αίσθηση της ελευθερίας που μπορούμε τουλάχιστον να προσεγγίσουμε σε αυτήν την άτοπη πορεία στην οποία οδεύουμε είναι η απεξάρτηση από καθετί -ορατό και αόρατο.
 

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Η Χαμένη Άνοιξη

Ο κόσμος ξεχνάει γρήγορα. Και συνηθίζει να θυμάται μόνο τις καλές στιγμές -από φόβο θανάτου, εξηγείται εύκολα αυτό. Και, εξάλλου, την ιστορία την έγραφαν και τη γράφουν πάντα οι ισχυροί. Και τη γράφουν καταπώς εκείνοι θέλουν και καταπώς τους συμφέρει. Εμείς, όμως, που δεν ζήσαμε εκείνες τις εποχές, αλλά έφτασε στ' αυτιά μας νωπή και φρέσκια η βουή τους, ας μεταφέρουμε ένα μήνυμα καθαρότητας σε όσους έπονται. Σε όσους θα ακολουθήσουν, μετά από εμάς, τον ίδιο δρόμο της μάταιης ύπαρξης.

Ποτέ δεν κατάλαβα τι θα πει "σεβασμός στον νεκρό". Πάντα πίστευα πως η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Έξω από χρόνο και ύπαρξη ή μη ύπαρξη. Γιατί είναι το μόνο υλικό με το οποίο μπορεί να προχωράει κάπως πιο ανεκτά αυτή η ουτοπία.

Ας την πω λοιπόν άλλη μια φορά. Δεν ξεχνώ ότι οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν την πολυτέλεια να διαθέτουν δικό τους νεκροταφείο με δική τους όλη τη γύρω γη, αγορασμένη επί τούτου. Συνήθως οι απλοί άνθρωποι ψάχνουν εναγωνίως να βρουν έναν τάφο. Και φιλάνε κατουρημένες ποδιές. Και πριν περάσουν τρία-τέσσερα χρόνια, τους ξεχώνουν όπως-όπως γιατί περιμένουν κι άλλοι. Το σκήνωμα των απλών ανθρώπων δεν έχει την πολυτέλεια να "αντικρίζει" θάλασσες και βουνά. Παραχώνεται στα γρήγορα. Και το στήθος τους δεν στολίστηκε ποτέ από τενεκεδένια παράσημα και αριστεία ανδρείας. Αλλά από καημό και ιδρώτα. Και ψυχή ανώνυμη μα όμως δυνατή. Σαν του Σωτήρη Πέτρουλα. Και τόσων ακόμη. Ανώνυμων κυρίως.


Όλα αυτά για να μην ξεχνάμε ότι η προδοσία είναι σοβαρή και ανεξίτηλη πράξη -ιδιαίτερα όταν οι συνέπειές της πέφτουν πάνω σε έναν ολόκληρο λαό και σκοτώνουν όνειρα κι ελπίδες.

Σήμερα* λένε, λένε, λένε... Πλέκουν ένα εγκώμιο που δεν αντιστοιχεί σε τίποτα. Κενό αλήθειας. Κατασκευάζουν έναν ανύπαρκτο μύθο. Με την απόλυτη εκμετάλλευση του φόβου του θανάτου, με τις ευλογίες της ενοχοποιητικής και φοβικής και ανελεύθερης εκκλησίας, επιδιώκουν να σβήσουν μνήμες που μάτωσαν τον απλό κόσμο. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Ποτέ δεν θα είναι. Αλλά, είπαμε... την ιστορία τη γράφουν οι δυνατοί. Καταπώς τους συμφέρει.


*Στην τηλεόραση προβάλλεται η εξόδιος ακολουθία για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
 

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Κάδος απορριμμάτων

Υπάρχουν κάτι σούργελα που θέλουν να αποκαλούνται και "πνευματικοί άνθρωποι", ή, ακόμα χειρότερα, τους θεωρεί "πνευματικούς ανθρώπους" ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Έχει χαθεί κάθε μέτρο σύγκρισης, κάθε σημείο αναφοράς, κάθε αξία.

Η νεάζουσα υπερ-μεσήλιξ Σώτη Τριανταφύλλου, η οποία δεν δύναται πλέον να συγκρατήσει τα ρατσιστικά και φασιστικά ένστικτά της, γίνεται πρωτοσέλιδο γιατί έχει ανάγκη να ακούγεται και ίσως για να γίνει πιο ευπώλητη. Ίσως ακόμη επειδή δεν έπεσε σε καλό ψυχίατρο-ψυχαναλυτή που θα την έστελνε αυτομάτως για εγκλεισμό. Άτομο με τεράστια ψυχικά και συναισθηματικά απωθημένα -φαίνεται ξεκάθαρα από την εκφορά του λόγου της, τα θέματά της καθώς και την συνολική στάση και τις θέσεις που κατά καιρούς υιοθετεί σε μείζονα θέματα. Μας έχει πρήξει με τις αμερικανιές της τόσο στα γραπτά της όσο και στη ζωή της. Απορώ, γιατί δεν έμεινε εκεί αφού η Αμερική είναι τόσο όμορφη και ασύγκριτη; Ποιος ξέρει τι να έχει υποστεί ως παιδί για να εμφανίζει όλο αυτό το τεράστιο αγκάθι στον κόσμο... Την υπομένουμε.

Από την άλλη, ο γέρων Νίκος Δήμου, ένας άνθρωπος με μεγάλα απωθημένα αναγνώρισης και παραδοχής. Με μια πολύ σκοτεινή ιστορία και σχέση με τους γονείς του -τον καθένα ξεχωριστά. Πράγματα που διαγράφονται ολοκάθαρα στα πιο προσωπικά βιβλία του. Ανεξιχνίαστη και θολή ψυχή, παρ' όλο το φυσικό ταλέντο στη συγγραφή και στην αφήγηση. Μπορεί ως διαφημιστής να υπήρξε πετυχημένος, το ίδιο και ως αφηγητής, μα, ως άτομο με δημόσιο λόγο, καλύτερα θα έκανε να ασχολείται μόνο με τις γάτες του και να μην γελοιοποιείται περισσότερο. Δεν ξέρω τι παθαίνουν κάποιοι γέροντες (θυμήθηκα τον Μίκη Θεοδωράκη τώρα...) και συνεπαίρνονται από πάθη αλόγιστα θεωρώντας πως είναι οι σωτήρες και οι συμβουλάτορες του κόσμου. Ποιος τους κάλεσε και ποιος τους έχρισε τέτοιους; Τον υπομένουμε.

Άνθρωποι που γεννούν και αναπαράγουν μικρούς και μεγαλύτερους φασισμούς. Δηλαδή, το μόνο που δεν έχει ανάγκη η ανθρωπότητα τέτοιες στιγμές.

Μία είναι η θέση που τους αρμόζει: ο κάδος απορριμμάτων. Η ανθρωπότητα δεν έχει ανάγκη ούτε από σκουπίδια ούτε από βαρίδια.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

The Doors of Perception

Νιώθω ότι δεν με "πρόδωσαν" ποτέ. Από την πρώτη φορά που τους άκουσα -εκεί γύρω στα δεκαπέντε μου. Τώρα πια, στα πενήντα δύο, τους έχω πάντα μαζί μου. Όλους μαζί και όλα όσα έκαναν μαζί. Σαν μια ολότητα που εμφανίστηκε, έδρασε, αποσύρθηκε και χάθηκε σαν φύσημα στον αέρα του χρόνου.

Τρεκλίζοντας πατάω πάνω στα χνάρια τους και συνεχίζω να πορεύομαι στο άγνωστο, ισορροπώντας με τη γλώσσα μου, τη γλώσσα τής μουσικής, που μού μίλησε από τα τέσσερά μου χρόνια.

Εκείνος ήταν -το πιστεύω ολοένα και περισσότερο και βαθύτερα όσο περνάνε τα χρόνια- μια ολοκληρωμένη ενσάρκωση. Ήλθε, είδε, μίλησε απλά και ποιητικά, και έφυγε πλήρης και -κυρίως- άμεμπτος. Σε άλλες εποχές και κοινωνίες και κάτω από άλλες συνθήκες αντίληψης (perception) ο κόσμος μπορεί να τον είχε αντιμετωπίσει ως μύστη ή γκουρού.

  
Άφησαν πίσω τους μια σπουδαία και μοναδική παρακαταθήκη για όσους έχουν την τύχη ή την ατυχία να έλθουν σε αυτόν τον κόσμο και, έχοντας μιαν ανήσυχη ψυχή, θέλουν να αναρωτηθούν και να ψάξουν να βρουν τη ροή τού ποταμού και την κατεύθυνση τού αέρα. Γνωρίζοντας βαθιά πως δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ απάντηση. Γνωρίζοντας πως μόνον όταν για κάποιες στιγμές, χάσματα τού χρόνου, ανοίγουν οι Πόρτες τής Αντίληψης, τότε μόνο θα λαμβάνουν μηνύματα από άλλους κόσμους και άλλες διαστάσεις.
 

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017


Ήταν επτά χρονών όταν αποφάσισε -και επιχείρησε- να φύγει για πρώτη φορά από το σπίτι. Θα ακολουθούσαν κι άλλες, λιγότερο αποφασισμένες και αποτελεσματικές, τα επόμενα χρόνια -πριν έλθει η στιγμή για να φύγει πια οριστικά.

Και μετά νόμισε ότι μπορούσε να αλλάξει τον εαυτό του αλλά και τον κόσμο. Όπως όλοι οι νέοι άλλωστε. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ επειδή δεν μπορεί να γίνει. Πόσες φορές έφτασε μέχρι τον τοίχο, έσπασε το κεφάλι του, κομμάτιασε τα χέρια του προσπαθώντας να τον γκρεμίσει ή να ανοίξει έστω ένα πέρασμα, αλλά τίποτα. Τουλάχιστον κατάφερε να βρει κάποιες ισορροπίες όταν κατάλαβε πώς λειτουργεί ο κόσμος από δω μεριά. Κοίταξε βαθιά και άφοβα, προσέχοντας από ένα σημείο και μετά να μην παρενοχλεί. Γιατί στην αρχή η ορμή ήταν τεράστια και ανεξέλεγκτη. Και φυσικά ανεξήγητη εκείνα τα χρόνια. Αργότερα κατάλαβε.

Περπάτησε πολλή ώρα και, αν δεν τον αναγνώριζε κάποιος ντόπιος, θα είχε φτάσει ποιος ξέρει πού. Δεν τον ένοιαζε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φύγει. Γι' αυτό και η φυγή τού έγινε εμμονή πολλές φορές κατόπιν στη ζωή του. Όχι για πάντα όμως. Κάποια στιγμή απλώς άρχισε να βλέπει πως στην πραγματικότητα δεν έφευγε από πουθενά και τότε άρχισε να φεύγει μέσα του και κατάλαβε πως αυτή η φυγή είναι η ουσιαστικότερη και η αποτελεσματικότερη.

Μετά από πάρα πολλά χρόνια βεβαιώθηκε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει στον έξω κόσμο -στην "από δω μεριά". Σε κάθε "εθνική εορτή" οι προύχοντες μαζεύονταν στις εκκλησίες για να δοξολογήσουν με απύθμενη βλακεία τον ενσαρκωμένο φόβο τους κι έπειτα παρατάσσονταν πάνω σε βάθρα για να δούνε τους νέους φοβικούς να παρελαύνουν μπροστά τους και να διαιωνίζονται. Έτσι ένιωθαν περήφανοι -έλεγαν- και λιγότερο φοβισμένοι για το άγνωστο μέλλον -τον τοίχο που τους έκρυβε την αλήθεια

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Άγρια χαράματα


Χαράματα. Ακόμα είναι νύχτα και μόνο οι πρώτοι, οι ελάχιστοι, έχουν ξυπνήσει και έχουν φύγει όπως-όπως από τα σπίτια τους, με την μπουκιά ακόμη στο στόμα και τη γουλιά στο λαιμό. Φεύγουν για τη δουλειά. Μια δουλειά που τους τρώει μέρα με τη μέρα τα σωθικά και τη ζωή. Οι υπόλοιποι κοιμούνται τον τελευταίο και βαθύ ύπνο. Μπορεί να ταράζονται λίγο -ή πολύ- από τα άγρια όνειρα που έρχονται να τους ροκανίσουν σα χτικιό λίγο πριν τους απελευθερώσουν ξανά στη μέρα, αλλά κουνάνε χέρια-πόδια, μουγκρίζουν σαν τον προαιώνιο πρόγονο μπροστά στο θεριό, και αποδιώχνουν τον εφιάλτη ιδρωμένοι και αναστατωμένοι από τα σκοτεινά προμηνύματα.

Λίγο πιο πέρα, οι Χριστιανοί. Αυτή η απίθανη φάρα ανθρώπων που, μη αντέχοντας να κουβαλήσουν στους ώμους τους τον Μεγάλο Φόβο, τον απίθωσαν στην πλάτη ενός "θεού". Κάτι σαν το ΚΚΕ δηλαδή. Κάτι σαν όλες τις ιδεολογίες-θρησκείες, που χρειάζονται θεό ή και προφήτη να μένει στους αιώνες των αιώνων ανέγγιχτος και ανεπηρέαστος από τα ανθρώπινα. Να επιβιώνει πάντα και να μη φοβάται Χάρο. Να είναι μακρόθυμος και μακάριος. Για να μην μοιάζει καθόλου στους ανθρώπους και να λειτουργεί πάντα ως το απρόσιτο και άφταστο όριο. 

Δεν αντέχουν οι άνθρωποι να ζουν στην αλήθεια. Και, πάνω απ' όλες τις αλήθειες, δεν αντέχουν τη Μία. Δεν αντέχουν να σταθούν αντιμέτωποι στο Χάος. Δεν είναι εύκολο πράγμα. Καθόλου μάλιστα. Σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τέτοιες υπάρξεις, που, είτε από επιλογή είτε επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, βρέθηκαν να στέκονται στην άκρη του Γκρεμού.

Μεγάλη Τρίτη σήμερα και όλοι θα τρέξουν να τιμήσουν την Πόρνη. Αυτήν την πολύτιμη και αναντικατάστατη Γυναίκα που δεν τόλμησαν να την φτάσουν ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι στη ζωή τη ζώσα -την εξωθούν μάλιστα στο πυρ το εξώτερο- αλλά που, στην προσομοίωση ζωής που βιώνουν στους ναούς, την προσκυνάνε και τη δοξολογούν. Ας είναι, όμως. Οι καρδιές των ανθρώπων, βαθιά μέσα τους, ξέρουν. Μόνον αυτές. Όλα τα υπόλοιπα τα κυβερνάει ο φόβος. Και ο φόβος τού φόβου.


Εκείνος πριν από είκοσι πέντε χρόνια, μια τέτοια μέρα, αγαπούσε μια νέα κοπέλα. Ήταν πανέμορφη και τον αγαπούσε κι εκείνη παράφορα. Είχαν τυλιχτεί σ' ένα σύννεφο φαντασίωσης που τα νεανικά και ευερέθιστα μυαλά τους το είχαν μετατρέψει σε ζωή και πραγματικότητα. Ταξίδευαν ο ένας τον άλλον με παραμύθια που έλεγαν μεταξύ τους επινοώντας τα εκείνη τη στιγμή. Είχαν πάρει μια βάρκα χάρτινη και πηλάλαγαν στους ουρανούς ελεύθεροι. Το κορίτσι σήμερα παλεύει σε κάποια κάμαρα για τη ζωή του, βαριά άρρωστο από ανίατο και καταληκτικό νόσημα.
   

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Ερωτήματα στο Χάος

στην Ελένη

Τι είναι αυτός ο κόσμος; Πού πάει αυτός ο κόσμος; Κανείς δεν μπόρεσε να απαντήσει. Και, φυσικά, ούτε κι εγώ. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσει να απαντήσει κάποιος στο μέλλον με δεδομένα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Εκτός κι αν σε κάποιο άγνωστο μέλλον υπάρξει κάποια "παρέμβαση" στα κατασκευαστικά στοιχεία του ανθρώπου και αυτού που αποκαλούμε "Κόσμος", "ζωή" -πράγμα που άπτεται βέβαια της σφαίρας του "θαύματος".

Από την αυγή του ανθρώπου μέχρι σήμερα έχουν γίνει βήματα μόνο σε πρακτικό επίπεδο. Στη δόμηση μιας κοινωνίας, στην ικανότητα επιβίωσης, στις συνθήκες διαβίωσης, στον τρόπο αναπαραγωγής, στο λόγο και στην έκφραση, στην αγωγή της ψυχής, σε τέτοια πράγματα. Τίποτα δεν έχει βρεθεί, ανακαλυφθεί, που να προσεγγίζει -όχι βέβαια να "εξηγεί"- το τι είναι "Κόσμος" και "ζωή".

Ένα καθαρά φασιστικό καθεστώς "ζωής" έχει επιβληθεί στο ανθρώπινο είδος -αφού μόνο γι' αυτό μπορούμε να μιλάμε μιας και δεν έχουμε ιδέα αν και τι αντιλαμβάνονται ή ακόμη και γνωρίζουν άλλα είδη.

Φιλόσοφοι, μύστες, θρησκευτικοί ταγοί, καλλιτέχνες, λόγιοι και απλοί άνθρωποι έχουν λιώσει την αγωνία τους πάνω σε χαρτιά, μουσαμάδες, πεντάγραμμα. Έσκαψαν τη γη βαθιά για να την κάνουν να καρπίσει μήπως κι έτσι μάθουν κάτι. Τίποτα δεν έμαθαν ποτέ. Μόνο τον τρόπο να ζουν γνώρισαν και τις παραλλαγές του. Αλλά ποτέ δεν έμαθαν το βαθύτερο γιατί. Αρκέστηκαν σε ένα προσωρινό και επιφανειακό γιατί, η απάντηση του οποίου προκύπτει ως συνέπεια των δυο βασικών ενστίκτων -της επιβίωσης και της αναπαραγωγής. Αλλά δεν έμαθαν ποτέ γιατί υπάρχουν αυτά τα δυο ένστικτα και πού οδηγούν -αν οδηγούν κάπου.

Οι θρησκείες πουλάνε κι αγοράζουν εξουσία μέσα από το ερώτημα που παραλύει τον άνθρωπο. Και το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Δεν έχουν προσφέρει ούτε ένα πετραδάκι χειροπιαστό. Μόνο αξιώματα στείρα. Τα αξιώματα όμως δεν μας οδηγούν σε καμιά υπέρβαση γιατί είναι αναπόδεικτα. Ακόμη και οι θετικές επιστήμες που τα χρησιμοποιούν, το κάνουν στα πλαίσια ενός εγνωσμένα πεπερασμένου πεδίου πάντα, δηλαδή, που γνωρίζουν πως είναι πεπερασμένο: ευκλείδειο, νευτώνειο, γενικώς μη σχετικιστικό. Ξέρουν όμως πολύ καλά ότι οι μέγιστες αλήθειες κρύβονται έξω από αυτά τα συμβατικά πεδία και, φυσικά, πρέπει να είναι αποδείξιμες. Όπως γνωρίζουν ότι με τα δεδομένα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά μας μάλλον δεν μπορούμε να αντιληφθούμε -και, πολύ περισσότερο, να αποδείξουμε, παραπέρα.   

"Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει" αναφέρει ο Πλάτωνας πως είπε ο Ηράκλειτος, αυτός που θεωρείται τόσο σοφός και σπουδαίος μέσα στα χρόνια. Δε λέω, φυσικά έτσι είναι. Αλλά για τη ζωή τη ζώσα και όχι για το Επέκεινα. Και πόσα άλλα κούφια λόγια έχουν ακουστεί τόσες χιλιάδες "χρόνια" (άλλο κόλπο κι αυτό -ο "χρόνος" που μετράται...).

Μόνο ο Σωκράτης είχε την τόλμη να δηλώσει τη μοναδική αλήθεια: "ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα". Και τέλος. Μετά όμως πήγε και αυτοκτόνησε για να μην αντισταθεί στο ρου της ανθρωπότητας, που δημιουργούσε κοινωνίες επειδή υπάκουγε στα ένστικτα. Αφού οι κοινωνίες για να μπορέσουν να επιβιώσουν πρέπει να διέπονται από νόμους και κανόνες. Και οι πολίτες να τους υπακούν. Τα έκανε λίγο σαλάτα δηλαδή με το τέλος που επέλεξε να δώσει. Υπήρξε αναντίστοιχος με τον ίδιο του τον εαυτό. Πάντα κάτι δεν μου πήγαινε καλά με την επιλογή του.

Το τι ανοησίες έχουν ειπωθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας μόνο και μόνο για να καταγραφούν ως "σπουδαίες ρήσεις" δεν λέγεται. Βλακώδεις ειρμοί και συνειρμοί ανθρώπων απόλυτα συμβιβασμένων με το δεδομένο των ενστίκτων, με το "δεδομένο" της Ύπαρξης. Ανθρώπων που στην ουσία υπήρξαν και λειτούργησαν ως μπακάληδες της ανθρωπότητας. Ποιος θα βρει τον καλύτερο τρόπο επιβίωσης και διαβίωσης για να τον πλασάρει και να γίνει "διάσημος", νομίζοντας πως φέρνει νέους ήλιους στα σκοτάδια. Όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από γλοιώδεις ματαιοδοξίες ανθρώπων δειλών και ατροφικών. Πολιτικά συστήματα, ιδεολογίες, κοινωνικές επιταγές και ανάγκες. Ηλίθιοι όλοι τους. Στρουθοκάμηλοι που βουτάνε το κεφάλι στην άμμο για να αποφύγουν το Μέγα Ερώτημα. Ο Νίκος Καζαντζάκης κάτι τόλμησε να κάνει. Να αφεθεί στο Χάος και να παρασυρθεί από το Απόλυτο Τίποτα δίνοντας παρακαταθήκη και προσταγή να σκάβουμε για να ψάχνουμε. Πώς όμως; Διαιωνίζοντας την ύπαρξη έτσι ώστε "κάποτε" ίσως να υπάρξει μια πιθανότητα προσέγγισης του Χάους. Δυστυχώς για εκείνον, αυτό δεν μου λέει τίποτα. Απλώς μεταθέτει το θέμα σε επόμενες γενιές προκειμένου να το αποτινάξει από πάνω του και να μην επωμισθεί την ευθύνη του (όσο κι αν διακηρύσσει "να λες πως μόνος μου θα σώσω την ανθρωπότητα" ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων).

Σε ατομικό επίπεδο, υπάρχω επειδή βρέθηκα. Και βρέθηκα είτε επειδή κάποιοι άλλοι το αποφάσισαν είτε για κάποιον άλλο λόγο που δεν μπορώ να γνωρίζω και ούτε θα μάθω. Συνεχίζω να υπάρχω όχι από κάποια περιέργεια. Αυτό το "από περιέργεια υπάρχω" είναι ανόητο και αβάσιμο. Δεν θα ικανοποιηθεί καμιά περιέργεια -όπως δεν ικανοποιήθηκε ποτέ η περιέργεια κανενός εδώ και χιλιάδες χρόνια. Υπάρχω μόνο και μόνο για να καταφέρνω, όταν, όπως και όσο μπορώ, να δίνω κάτι από εμένα, κάτι δικό μου, σε άλλες υπάρξεις που υπάρχουν. Κάτι που μπορεί να τους φέρει χαρά, γέλιο, ανακούφιση σωματική ή υλική ή ηθική ή οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορώ να τους προσφέρω βαθύτερα πράγματα γιατί αυτά ταλανίζουν κι εμένα. Και, φυσικά, δεν μπορώ να δημιουργήσω νέες αδιεξοδικές υπάρξεις. Θα ήταν πρόστυχο και ανήθικο πέρα για πέρα. Θα ήταν σαν να έγλυφα εκεί όπου έφτυνα. Όχι, όχι εγώ κάτι τέτοιο.

Αρκετοί, πολλοί μάλλον, με την τρέχουσα "λογική", μιλάνε για φόβο ανάληψης ευθυνών. Ανοησίες και πάλι. Φτηνά επιχειρήματα πρώτου επιπέδου. Επιπέδου χυδαίων περιοδικών και ανόητης "ροζ λογοτεχνίας". Δύσκολα βρήκα πιο υπεύθυνο άνθρωπο από όλους όσους γνώρισα και συναναστράφηκα στη ζωή μου. Δεν ήταν εκεί το θέμα. Το θέμα ήταν στο ότι δεν θα είχα καμιά απάντηση όταν θα μου έθετε κάποιος το Μέγα Ερώτημα. Αφού δεν την έχω την απάντηση. Και θα αισθανόμουν φρικτά. Δεν θέλω να κληροδοτώ αδιέξοδα. Το θεωρώ φασιστικό και απάνθρωπο. Δεν ξέρω πώς μπορούν και ζουν και κοιμούνται ήσυχοι οι άλλοι όταν ξέρουν πως κληροδοτούν την απαράδεκτη φράση "Έτσι είναι". Όχι πώς ζουν μαζί της, αλλά πώς την κληροδοτούν -το να ζεις μαζί της είναι αναπόφευκτο αφού δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.

Ένας λόγος υπάρχει για να ζεις: μόνο για να δίνεις. Και μετά να φεύγεις. Χωρίς να αφήνεις κανενός είδους αποτύπωμα πίσω σου.

Στο Χάος απαντάς με χάος.


Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ήταν ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ

Τι να χωρέσει κανείς στα λόγια... Δεν χωράει μια τόσο όμορφη ύπαρξη σε λόγια. Εδώ που τα λέμε, καμιά ύπαρξη δεν χωράει σε λόγια. Σωπαίνεις και απολαμβάνεις τις ευωδιές τής άνοιξης, που είναι φτιαγμένες για να ευαρεστούν τις αισθήσεις μας. Κοιτάς ψηλά, τον ουρανό, και ξεκουράζεις τα μάτια και την ψυχή σου στο ψεύτικο γαλάζιο*.

Υπέροχος άνθρωπος και μαγικός τραγουδοποιός μες στην απλότητά του. Όχι όμως απλοϊκός, ποτέ, γιατί ήταν πάντα ένας βαθιά σκεπτόμενος και πολύ ευαίσθητος άνθρωπος.

Τα τραγούδια του ήταν τα πρώτα που τραγούδησα στη ζωή μου μπροστά σε μεγάλο κοινό. Ήταν τα πρώτα. Και παρέμειναν πάντα, όλα αυτά τα πολλά χρόνια που πέρασαν, λατρεμένα.

Η συναυλία στον Λυκαβηττό το 1982 ήταν ίσως η πρώτη ολοκληρωμένη ελληνική μουσική παράσταση που παρακολούθησα -αν και από την ασπρόμαυρη τηλεόραση τότε. Αλλά την είδα ολόκληρη μολονότι ήμουν πολύ νέος και ήταν καλοκαίρι και με τράβαγαν οι δρόμοι της διασκέδασης έξω απ' το σπίτι και είχε και πάρα πολλή ζέστη στο σπίτι και η εικόνα συχνά χανόταν από τον δέκτη. Εγώ εκεί. Καθηλωμένος από τα τραγούδια του, που ανέδιδαν τόσο καθαρή και τίμια χαρά.

Το ίδιο -ή το επόμενο- καλοκαίρι, δεν θυμάμαι πια, τον είδα ζωντανά σε συναυλία. Πάντα υπέροχος και μαγικός. 

Τα "Μικροαστικά", στα πρώτα επαγγελματικά μου χρόνια, τότε..., ήταν πάντα αναπόσπαστο μέρος της κάθε βραδιάς. Μια το ένα, μια το άλλο. Όλα τα τραγούδια -όλα. Για χρόνια.

Από το ραδιομέγαρο της εθνικής ραδιοφωνίας, χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας ζωντανής εκπομπής, δικό του τραγούδι επέλεξα να τραγουδήσω για να το στείλω αφιέρωμα μακριά, σε έναν μικρό μου συνάνθρωπο, επειδή ήξερα πως ακούει εκείνη τη στιγμή.

Τον συνάντησα μεγάλος πια. Κάτω στο Μεταξουργείο. Στο ίδιο τραπέζι, οι τέσσερίς μας, να κουβεντιάζουμε και να ευφραινόμαστε. Ήταν πάντα μαγικός και ελαφρύς -αλλά ποτέ του ελαφρόμυαλος.

Και "πόσο αγαπιόντουσαν οι δυο"... Πολύ, Πάρα πολύ. Ήταν απόλαυση και ευτυχία να τους βλέπεις.

Αυτός ο κάου-μπόυ ήταν άλλη μια μεγάλη και ακλόνητη σταθερά που είχα από νωρίς στη ζωή μου -και που θα συνεχίσει να με συνοδεύει μέχρι το τέλος.

Υπέροχος.


*Ψεύτικο γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα γαλάζιο. Είναι μια οφθαλμαπάτη που δημιουργείται λόγω συγκεκριμένων παραγόντων (σκέδαση Rayleigh).

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Το Παρόν

Πολύ συχνά αισθάνομαι σαν να μην έζησα τίποτα από το παρελθόν μου. Σαν να μην υπήρξε. Σαν να μην υπήρξα ούτε καν εγώ. Νομίζω ήμουν τόσο μέσα, τόσο βαθιά στα γεγονότα και στις στιγμές, που όλα έχουν γίνει ένα και το βίωμα με την παρατήρηση έχουν γίνει αξεδιάλυτα μεταξύ τους.

Φυσικά θυμάμαι τα πάντα, αλλά μόνο σαν ένας αναγνώστης ενός πολύ αγαπημένου βιβλίου που το έχει διαβάσει πάμπολλες φορές και το έχει μάθει απ' έξω. Έτσι νιώθω. Πάντως, όχι σαν ένας από τους πρωταγωνιστές του, τους μετέχοντες.

Δεν είναι ότι δεν θέλω να θυμάμαι και με αυτό το "τέχνασμα" αποποιούμαι τις μνήμες. Όχι, δεν είναι κανενός είδους τέχνασμα. Επίσης δεν είναι ότι δεν ήμουν παρών όταν το παρελθόν μου ήταν παρόν. Θυμάμαι πως έκανα πάντα ό,τι ήθελα και χωρίς να σκέφτομαι κανένα τίμημα -και πολύ συχνά το πλήρωνα ακριβά. Είναι ακριβώς όπως το λέω. Σαν να ήταν κάποιοι άλλοι που ενεργούσαν, που ζούσαν -και μάλιστα διαφορετικοί, όχι πάντα ο ίδιος άνθρωπος, δηλαδή "εγώ".

Παράξενο αίσθημα, τουλάχιστον όταν το αντιπαραβάλλω με όσα λένε οι άνθρωποι ότι νιώθουν, θυμούνται, συνειδητά -ή ασυνείδητα- όταν οι μνήμες τους τούς τραβάνε στο παρελθόν.

Ίσως επειδή δεν μου έχει μείνει κανένα απωθημένο από εκείνους τους καιρούς. Όσα δεν έγιναν, δεν έγιναν γιατί δεν εξαρτιόταν από εμένα. Εγώ έφτανα τα πράγματα πάντα στα όρια -τουλάχιστον, στα φυσικά και ανθρώπινα όρια. Της σωματικής, ψυχικής και συναισθηματικής αντοχής. Έτσι θυμάμαι πως έκανα.

Μου έχει μείνει πάντως κάτι απόλυτα ισορροπημένο μέσα μου, χωρίς γωνίες και κρυφές, σκοτεινές πλευρές. Δεν θα μπορούσαν να είχαν γίνει αλλιώς. Αλλά ταυτόχρονα δεν θα ήθελα να ξαναζήσω ούτε μια στιγμή από το παρελθόν. Ποτέ δεν ένιωσα αυτό που ονομάζεται "νοσταλγία" για περασμένες εποχές. Είναι τόσο ξένο και παράταιρο. Το παρόν πάντα νικάει τα πάντα στη ζωή μου.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ας παίξουμε

Οι άνθρωποι έχουμε πολλή πλάκα. Παίζουμε τους αθάνατους, παίζουμε τη "ζωή", λες και παίζουμε με στρατιωτάκια, παίζουμε τον πόνο, τη χαρά, την ευτυχία, τα μεγαλόσχημα "αισθήματα" της αυτοφυούς χαράς και της θλίψης. Παίζουμε σε κάθε ευκαιρία με την κάθε στιγμή, από τη στιγμή που ξυπνάμε μέχρι την ώρα που κοιμόμαστε. Και ό,τι περισσεύει το κρατάμε για να το παίξουμε στον ύπνο μας -ασυνείδητα και υποσυνείδητα. Εκεί γίνεται το μάλε-βράσε. Εκεί έχει ακόμη περισσότερη πλάκα η υπόθεση γιατί δεν φαίνεται να ελέγχουμε και πολλά σε εκείνες τις διαδικασίες. Και να τα μαντεία, να οι Πυθίες, να οι καφετζούδες και οι καζαμίες. 

Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι "χτίζουμε ένα καλύτερο αύριο" και "κάνουμε παιδιά", στην ουσία συμπεριφερόμενοι σα ζώα, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Όνειρο της καθεμιάς να κάνει παιδιά και οικογένεια -ειδικά όταν η πυρηνική της την πλήγωσε. Όνειρο του καθενός να κάνει παιδιά και οικογένεια για να καταξιωθεί σε κάτι ανύπαρκτο -στην "πραγματικότητα". Αν βγάλεις τα ρούχα από ένα ζευγάρι ανθρώπων και τους πετάξεις στο χώμα να συνουσιαστούν, το μόνο στο οποίο θα διαφέρουν από τα συμπαθή τετράποδα θα είναι το τρίχωμα -κι αυτό όχι πάντα. Τίποτε άλλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι επίκτητα -γι' αυτό και τόσο πολύ διαχειρίσιμα αλλά και εύκολα κατευθυνόμενα ή ποδηγετούμενα.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, τη συντριπτική πλειονότητα, αυτό είναι η "ουσία" της ζωής. Και ο "σκοπός" της. Αυτό, το πρώτο επίπεδο. Το μονοδιάστατο και πεπερασμένο.

Τι να πεις... Ένας τραγικός φαύλος κύκλος γεμάτος αίμα, χρήμα, εξουσία, πατρονάρισμα, εξαρτήσεις και ανθρώπινα ναυάγια είναι η ιστορία του ανθρώπου. Γιατί από πάνω παραμονεύει και υπαγορεύει τα πάντα ο μεγάλος Σκοτεινός, ο Φόβος. Αυτός καθόριζε και καθορίζει τα πάντα. Τα υπόλοιπα ήταν και είναι καθαρά στη φαντασία μας -ή, τουλάχιστον, σ' αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε ως "φαντασία".

Αν, άνθρωπε, μπορέσεις να πάρεις από έναν συν-τραγικό συνοδοιπόρο σου δυο "ωχ" του, αυτό θα είναι το μόνο που θα μπορέσεις να "καταφέρεις". Μην αναπαράγεις όμως τον πόνο, το Φόβο και το Τίποτα. Μήπως και κάποτε καταφέρουν να εκλείψουν -μαζί με τη ζωή. Γιατί μην περιμένεις να γλυτώσεις από αυτά αλλιώς. Το μόνο που θα καταφέρνεις θα είναι να πλουτίζεις τους εμπόρους ιδεών, βιβλίων, ποιημάτων, τραγουδιών και κάθε λογής παυσίπονου που διατείνεται πως σε προάγει σε "υψηλότερα επίπεδα".

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Karl Valentin

Κείμενο του Karl Valentin, Βαυαρού καλλιτέχνη των αρχών του εικοστού αιώνα, που εργάσθηκε ως κωμικός, γελωτοποιός και κινηματογραφικός παραγωγός. Έδινε επίσης παραστάσεις σε καμπαρέ της εποχής γράφοντας ο ίδιος τα νούμερα και αποτέλεσε μεγάλη επιρροή για τους Bertolt Brecht, Samuel Beckett και άλλους.

https://en.wikipedia.org/wiki/Karl_Valentin

Το συγκεκριμένο σκετς παρουσιάστηκε μαζί με άλλα θεατρικά νούμερα του Karl Valentin, αποτελώντας έτσι μια ενοποιημένη παράσταση που την ονόμαζαν "Καφέ Κεμπάπ", από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Δήμου Μοσχάτου το 1992 με σκηνοθέτη τον Σωτήρη Χατζάκη. Ήταν μια από τις πρώτες σκηνοθετικές του εμφανίσεις και μια έξοχη και απολαυστική παράσταση.

Το κείμενο διαβάζεται ξανά από την αρχή μόλις ολοκληρώνεται η κάθε ανάγνωσή του -στη σκηνή επαναλαμβανόταν πολλές φορές. Οι δυο ηθοποιοί, ντυμένοι πανομοιότυπα, σαν δίδυμοι, με λευκά κοστούμια της εποχής του συγγραφέα και λευκά καπέλα, έμπαιναν περπατώντας αργά από τη μια πλευρά της σκηνής συζητώντας, πέρναγαν κάποιο χρόνο στο κέντρο της συνεχίζοντας τον διάλογο και, σιγά-σιγά, περνούσαν προς την άλλη πλευρά της σκηνής, και τελικά έβγαιναν χωρίς να σταματήσουν την ατέρμονη κουβέντα. Σε κάθε ξεκίνημα του κειμένου, οι ρόλοι Α και Β αντιστρέφονταν δημιουργώντας έτσι αυτό το καθαρά σουρεαλιστικό αποτέλεσμα.


   

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Brian Eno - By this River


BY THIS RIVER

Here we are
Stuck by this river
You and I
Underneath a sky that's ever
falling down, down, down
Ever falling down

Through the day
As if on an ocean
Waiting here
Always failing to remember
why we came, came, came
I wonder why we came

You talk to me
as if from a distance
And I reply
With impressions chosen from
another time, time, time
From another time


Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Στον άνεμο

Κάποτε ευχόμουν να τελείωνε γρήγορα αυτή η ιστορία του "ελληνικού κράτους" ή "έθνους" ή οτιδήποτε άλλο έχει στο μυαλό του καθένας που γεννάει παιδιά ελπίζοντας σε ένα "καλύτερο αύριο". Το γεγονός ότι πρόκειται για μια χαμερπή και εξαθλιωμένη κοινωνία αμόρφωτων και φοβικών ομφαλοσκόπων που συνωστίζεται μπροστά στην ξεπουλημένη οθόνη της τηλεόρασης παρακολουθώντας ριάλιτι και ταυτιζόμενη με τους συμμετέχοντες δεν έχει επηρεάσει καθόλου την αναχώρησή μου από αυτήν την άποψη για την εικόνα της κοινωνίας. Η αλήθεια της συνεχίζει να υφίσταται και να επαληθεύεται συνεχώς.

Αλλά "κάνει πολύ θόρυβο", όπως είπε και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στο Βλέμμα του Οδυσσέα.

Δυστυχώς, ακόμη κι εκείνα τα άθλια χρόνια των δυο τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα, όταν ακούγαμε το "μπαμ" τής 17Ν και βάζαμε τις φωνές για διάφορους λόγους, φαντάζουν τόσο καλύτερα από τα τωρινά. Η πραγματικότητα όμως είναι πάντα χειρότερη από κάθε πρόβλεψη και το κάθε παρόν τόσο καινούργιο και χωρίς προηγούμενο. Πραγματικά ήταν αδύνατο να φανταστώ μια τέτοια κατάσταση όταν ευχόμουν να καταρρεύσουν όλα τότε και να τελειώνουμε με το σύστημα των νεόπλουτων που αγόραζαν ένα 4Χ4 κάθε μήνα για να ταιριάζει με την μεζονέτα με το δυσθεώρητο δάνειο και τις διακοπές στις Μαλδίβες, στο Μπαλί και στο Ντουμπάι. Νόμιζα πως είχαμε πιάσει πάτο. Και όντως είχαμε -για τότε, για εκείνα τα δεδομένα. Ποτέ όμως δεν ξέρεις μέχρι ποια νέα βάθη μπορεί να βυθιστεί η ζωή. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πόσο βαθιά βρίσκεται ο Άδης.

Τότε ένιωθα να βρίσκομαι απέναντι σε κάτι "συγκεκριμένο". Είχε ονόματα, κατοικίες, εργασίες με αστρονομικές απολαβές, κοινωνικές θέσεις, στέκια όπου σύχναζε, βιβλία που έγραφε και διάβαζε, τραγούδια που κατασκεύαζε και τραγουδούσε, φαγητά που έτρωγε -τα γνωρίζαμε όλα. Και γι' αυτό ήταν αρκετά εύκολο να τα εντοπίζεις όλα αυτά. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ερχόταν μια εποχή στην οποία δεν θα υπήρχε καν στόχος και δεν θα υπήρχε και τίποτε άλλο. Ότι όλα όσα γνώριζα ως ζωή θα ισοπεδώνονταν και θα επικρατούσε ένας ατελείωτος χυλός. Ούτε ένα δείγμα "ζωής" ζωντανής να επιπλέει ή να φέγγει. Τα μάτια θολά και άδεια και όλα μια θλιβερή διάψευση μεγάλων ονείρων με μικρά φτερά. Και, γι' αυτό, πολλή οργή και θυμός.


Αργότερα κατάλαβα και ένιωσα βαθιά πως δεν είμαι το κέντρο του κόσμου για να εύχομαι και να ελπίζω το τέλος του. Κι έτσι τα "όνειρά" μου άρχισαν να σωπαίνουν και να ξεθωριάζουν ολοένα και περισσότερο. Διάβασα πολύ και άνοιξα όσο μπορούσα το μυαλό και την καρδιά μου και κατάλαβα πως όλα έρχονται και φεύγουν με έναν άχρονο ρυθμό και μια αέναη επαναληπτικότητα. Κι έτσι κυλάει η ιστορία του κόσμου. Επί της ουσίας τίποτα δεν "αλλάζει" με φόντο και με βάση τον άπειρο και αμέτρητο Χρόνο και το ατελεύτητο του Σύμπαντος (πίσω και έξω από το οποίο μπορεί να υπάρχουν κι άλλα σύμπαντα...). Τα πήρα λοιπόν όλα, κομματάκι-κομματάκι, και τα άφησα στον άνεμο, να τα πάρει μαζί του και να τα παρασύρει σε άλλους τόπους και άλλες εποχές.

Η ζωή με ξεπέρασε.
 

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Ντέλια Βελκουλέσκου - μια περίπτωση μελέτης


Αυτή η κυρία λογικά πρέπει να είναι η χαρά του ψυχαναλυτή. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν επιστήμονες που θα μπήκαν στον πειρασμό να την σκιαγραφήσουν ψυχικά, όχι μόνο από επαγγελματική διαστροφή αλλά και στα πλαίσια διατεταγμένης αποστολής. Οι παράγοντες επικινδυνότητας που εγώ διακρίνω και θεωρώ πως συμβάλλουν στην τελική της διαμόρφωση και έκφραση είναι αρκετοί.

Πρώτο, είναι γυναίκα σε αυτή τη θέση. Η γυναίκα, από τη φύση της, είναι συμπονετική ύπαρξη και με πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα προσφοράς. Οι περισσότερες προσφέρουν και από το υστέρημά τους. Εδώ έχουμε μια γυναίκα σε μια από τις πιο σκληρές και απάνθρωπες εργασιακές θέσεις που μπορεί να κατέχει άνθρωπος. Και μάλιστα σε έναν οργανισμό ύψιστης σκληρότητας και επιδίωξης κερδοφορίας. Δηλαδή, η κυρία Βελκουλέσκου μάλλον πηγαίνει ενάντια στην πρωτογενή γυναικεία της φύση. Αυτό τείνει προς το αφύσικο και το διαστροφικό. Φυσικά και δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο αφού το έχουμε συναντήσει και το συναντάμε κατά κόρον στη μάνα, στην αδελφή, στη σύντροφο, στη φίλη, στη γειτόνισσα, στην άγνωστη συνάνθρωπο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν εξακολουθεί να είναι μια συμπεριφορά κόντρα στη γυναικεία φύση. Κάτι αντίστοιχο διέκρινε και την Μάργκαρετ Θάτσερ αλλά και τις πιο πρόσφατες Χίλαρι Κλίντον και Κριστίν Λαγκάρντ. Ο κόσμος το κατάλαβε αλλά και το ένιωσε βαθιά στο πετσί του. Το λαϊκό αίσθημα απέναντί τους είναι γνωστό σε όλους.

Δεύτερο, αυτή καθαυτή η εργασιακή της θέση, την οποία όποιος και να κατέχει πρέπει να είναι διαποτισμένος από ακραία νεοφιλελεύθερα αισθήματα και ιδεολογίες -πράγματα δηλαδή εντελώς ανατριχιαστικά- και να μην λυγίζει μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και στην ανέχεια αλλά να διαθέτει ατσάλινη στοχοπροσήλωση κι δουλική υποταγή στους ανωτέρους του. Καμία δηλαδή ευλυγισία και ευκαμψία ανάλογα με τις περιστάσεις που διέπουν την κάθε περίπτωση. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις στους κανόνες. Οι κανόνες είναι για να εφαρμόζονται μαζικά και ισοπεδωτικά.

Τρίτο, η χώρα καταγωγής της είναι η Ρουμανία και όλοι ξέρουμε ποια ήταν η πολιτική κατάσταση στη χώρα αυτή επί ηγεμονίας του αλήστου μνήμης Νικολάι Τσαουσέσκου. Όπως επίσης θυμόμαστε το τέλος που επιφύλαξαν στο ζεύγος των μοναρχών οι συμπατριώτες της κυρίας Βελκουλέσκου. Αυτό και μόνο φανερώνει το συμπυκνωμένο μίσος και την κρυφή οργή που έτρεφαν για εκείνους όλα τα χρόνια που έζησαν στο σκοτάδι και στην παράνοια. Δείχνει τον τρόμο που βίωσε μια ολόκληρη κοινωνία σε διάρκεια πολλών χρόνων. Σήμερα βλέπουμε την εξέλιξη της Ρουμανίας μετά την πτώση των πάλαι ποτέ ισχυρών κέντρων εξουσίας: πορνεία, φτώχεια, εξαθλίωση, απόλυτο ξεπούλημα στους Αμερικάνους για εγκατάσταση βαρέων όπλων, διάλυση κάθε ιστού. Ποιος ξέρει τι να "έγραψαν" μέσα της όλα αυτά όταν -παιδί ακόμη- βίωνε το καθεστώς Τσαουσέσκου και -έφηβη στις πρώτες ανησυχίες- ζούσε τα γεγονότα της Τιμισοάρα.

Τέλος, φυσιογνωμικά η εν λόγω κυρία αποτελεί ένα απόλυτα σιδηρούν προσωπείο. Ανέκφραστο πάντα, χωρίς την παραμικρή απόκλιση. Τέτοια πειθαρχία στην έκφραση δεν θυμάμαι εύκολα να έχω ξανασυναντήσει. Πρόκειται για την τέλεια μάσκα. Ακόμη και σε ανθρώπους σε εξίσου ισχυρές και καταστροφικές θέσεις, κάποιες στιγμές έστω, το πρόσωπό τους μαλάκωνε, λάσκαρε, και τους ξέφευγε κάποιος φυσικός σπασμός. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο πρώην υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσιντζερ. Τον θυμάμαι να γελάει με την καρδιά του σε αρκετές περιπτώσεις. Και, φυσικά, κοιτούσε στα μάτια τον συνομιλητή του χωρίς γυάλινο βλέμμα. Κάτι που στην περίπτωση της κυρίας δεν ισχύει. Αποφεύγει τη ματιά του συνομιλητή της όσο μπορεί και "ανακοινώνει" μόνο όσα είναι προγραμματισμένη να ανακοινώσει. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Το μόνο που κάπως σώζει την κατάσταση είναι η κομψή της εμφάνιση και το γεγονός πως θεωρείται σχετικά ευειδής.

Ferrari California


Το 1976, όταν ο Νίκι Λάουντα είχε εκείνο το τρομακτικό ατύχημα στην πίστα του Νίρμπουργκρινγκ, στη Γερμανία, όπου παρά τρίχα δεν έχασε τη ζωή του αλλά καψαλίστηκε σαν κοτόπουλο για όλη του τη ζωή, ήμουν δέκα χρονών και κάτι.

Ήταν καλοκαίρι -τα θυμάμαι όλα σαν τώρα. Ήμουν έξω στους δρόμους και έπαιζα με τις παρέες μου όταν από κάποιον ακούστηκε πως "ο Νίκι Λάουντα σκοτώθηκε".

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα καμιά σχέση με τον κόσμο του αγωνιστικού αυτοκινήτου, δεν γνώριζα καν την ύπαρξη του συγκεκριμένου ανθρώπου. Δεν ξέρω πώς εισέπραξα την είδηση, γιατί την εισέπραξα όπως την εισέπραξα, πώς την επεξεργάστηκα και πώς λειτούργησε μέσα μου. Ίσως ήταν ένα από "εκείνα" τα γεγονότα που έχουν συμβεί τόσες φορές στη ζωή μου και που δεν εξηγούνται αλλά με καθορίζουν συνήθως για τη συνέχεια. Γιατί εγώ την ίδια μέρα έτρεξα στο περίπτερο να αγοράσω κάτι, κάποιο περιοδικό, που θα έγραφε για το ατύχημα. Τι με ένοιαζε έτσι ξαφνικά; Από πού μου είχε προκύψει εκείνη η έντονη και ακατάσχετη λύσσα -γιατί περί λύσσας επρόκειτο;

Με θυμάμαι να επιστρέφω στο σπίτι την ίδια μέρα μέσα σε σκοτοδίνη και να μονολογώ "σκοτώθηκε ο Νίκι Λάουντα, σκοτώθηκε ο Νίκι Λάουντα". Μπορεί και να ήμουν και βουρκωμένος, δεν θυμάμαι, αλλά το θεωρώ πολύ πιθανό. Λες και ήταν κάποιος δικός μου. Βρε, τι είχα πάθει δέκα χρονών παιδί. Πολύ πατριωτικά το είχα πάρει.

Η αλήθεια είναι πως μου άρεσε το όνομά του από την πρώτη στιγμή. Είχε μια ακαθόριστη γοητεία -είχε αυτά τα δύο γιώτα και είχε και εκείνο το λάμδα πρώτο-πρώτο στο επώνυμο. Αλλά το σπουδαιότερο ήταν ότι λεγόταν Νίκι, δηλαδή "νίκη". Τώρα που το σκέφτομαι πιο τίμια με τον εαυτό μου, μετά από σαράντα τόσα χρόνια διαδρομής από τότε, νομίζω πως αυτή ήταν η αιτία. Η νίκη. Κάτι στιγμάτιζε μέσα μου ανεξίτηλα και κάτι πλήγωνε για πάντα. Σαν να άκουσα πως σκοτώθηκε η νίκη. Άβυσσος η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Ευτυχώς όμως το συγκεκριμένο θέμα το έψαξα πολύ όλα τα πολλά χρόνια της ψυχανάλυσης αργότερα στη ζωή μου και βρήκα πολλά κι άλλα τόσα. Amazing, όπως λένε και οι αγγλόφωνοι, αλλά τόσο αληθινό. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι απειροελάχιστο ή συγκυριακό μπορεί να μας πλάσει και τελικά να μας καθορίσει. Αυτά δεν μπορούμε να τα αποφύγουμε εύκολα -ίσως δεν μπορούμε καθόλου. Αυτό που μπορούμε όμως είναι να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε γιατί συνέβη όπως συνέβη το κάθε συγκεκριμένο γεγονός καθώς και τη διαδρομή του μέσα μας.

Όπως με πληροφόρησε ο περιπτεράς, καλύτερα να αγόραζα το περιοδικό 4ΤΡΟΧΟΙ -μάλλον ήταν το πληρέστερο στην αγορά εκείνη την εποχή. Το τεύχος εκείνου του μήνα όμως δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη, ήταν νωρίς. Το περιοδικό ερχόταν πάντα κάποια στιγμή μέσα στο πρώτο δεκαήμερο και ο μήνας είχε 2 ή 3 το πολύ. Αυγούστου. Έπρεπε να περιμένω το αργότερο μέχρι τις 10. Στην ημερομηνία δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω λάθος γιατί το ατύχημα έγινε την 1η Αυγούστου του 1976.

Το περιοδικό τελικά ήλθε, το αγόρασα, το ξεκοκκάλισα κυριολεκτικά και, φυσικά, έψαξα τις στήλες της φόρμουλα ένα. Δεν βρήκα όμως τίποτα. Η ύλη είχε κλείσει όταν έγινε το ατύχημα και δεν είχαν προλάβει να το συμπεριλάβουν. Ούτε σε μια έξτρα παράγραφο. Έπρεπε να περιμένω άλλον ένα μήνα. Και φυσικά περίμενα.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η μακρόχρονη σχέση μου με το περιοδικό 4ΤΡΟΧΟΙ, με την φόρμουλα ένα, και με τον Νίκι Λάουντα -τον πρώτο καθαρά εγκεφαλικό οδηγό που αναδείχθηκε πρωταθλητής στους αγώνες φόρμουλα ένα. Αυτός ήταν άλλος ένας ισχυρός και καθοριστικός λόγος για τον οποίο δέθηκα μαζί του -οδηγούσε με το μυαλό και όχι με την ορμή και το πάθος. Αυτό με εξιτάριζε γιατί στα μάτια μου φαινόταν σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή που λειτουργούσε στην εντέλεια. Στη συνέχεια αποδείχθηκε περίτρανα πως έτσι ήταν, χωρίς να χάσει ποτέ τη βαθιά ανθρωπιά του. Τρεις φορές έγινε πρωταθλητής, τις δυο πρώτες με Ferrari -1975 και 1977. Όποιος πιλότος οδήγησε αυτό το αυτοκίνητο στους αγώνες, πόσο περισσότερο αν κέρδισε και πρωταθλήματα, συνέδεσε το όνομά του άρρηκτα μαζί του. Ο Νίκι Λάουντα και η Ferrari ήταν πια συνώνυμα. Έτσι λοιπόν άρχισε και το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός μου για την τεχνολογία αιχμής στα αυτοκίνητα. Για πράγματα δηλαδή που εφαρμόζονται αρχικά πειραματικά, κατόπιν σε ένα στενό αγωνιστικό πλαίσιο και τέλος εισάγονται στη μαζική παραγωγή. Είναι αυτά τα μικρά θαύματα που έχουν κάνει και συνεχίζουν να κάνουν τη ζωή μας καλύτερη και ευκολότερη. Που ξύνουν το μυαλό να βρίσκει λύσεις και να τις εφαρμόζει. Ασφαλέστερα φρένα, αερόσακοι, απόλυτη ενεργητική και παθητική ασφάλεια, υδραυλικό τιμόνι, ηλεκτροκίνηση, αεροδυναμική και πολύ χαμηλότερη κατανάλωση και τόσα άλλα.

Αρχές Δεκεμβρίου ήταν η ώρα να οδηγήσω ένα από εκείνα τα θαυμάσια κόκκινα αυτοκίνητα του ιταλικού εργοστασίου. Όχι βέβαια ένα αγωνιστικό φόρμουλα ένα αλλά το τελευταίο αυτοκίνητο παραγωγής της Ferrari. Την California. Εγώ δεν είχα ποτέ στη ζωή μου τόσα χρήματα ώστε να αγοράσω δικό μου -αλλά και να είχα, δεν ξέρω αν θα το αγόραζα παρά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες διαβίωσης. Φίλο που να είχε τέτοιο αυτοκίνητο δεν έτυχε να έχω. Είχα έναν γνωστό αλλά δεν ήταν και τόση η πρεμούρα μου. Αυτός το διατηρούσε σε επαρχιακή ελληνική πόλη την εποχή που δεν είχε γίνει έστω ο φαρδύς, διπλός αυτοκινητόδρομος. Για τέτοιο ψώνιο μιλάμε δηλαδή. Σε τελική ανάλυση δεν θα γινόταν και τίποτα αν δεν οδηγούσα στη ζωή μου Ferrari... Εδώ δεν οδήγησα ούτε πολεμικό αεροπλάνο -και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να οδηγήσω. Και λέω πολεμικό επειδή εκεί εφαρμόζεται η υψηλή τεχνολογία. Βέβαια, υπήρχε πάντα η πλευρά "στρατός, όπλα και δολοφονία αθώων" κι έτσι το όλο θέμα πέρναγε στην άκρη ασυζητητί. Αλλά, η Ferrari...

Ε, λοιπόν, στο Παρίσι νοικιάζουν Ferrari. Στο κέντρο της πόλης, στο Πεδίο του Άρεως, βλέπεις παραταγμένα πέντε-έξι θηρία που περιμένουν να παίξεις μαζί τους. Δεν το σκέφτηκα στιγμή. Διάλεξα την κόκκινη φυσικά. Ferrari California με 490 άλογα. Ήταν ασύλληπτο. Το μικρό αγόρι θα έπαιζε πια με το αγαπημένο αυτοκινητάκι του.