Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Μεγάλο φάρμακο ο Καζαντζίδης



Ο Στέλιος Καζαντζίδης στη θάλασσα
του Αγ. Κωνσταντίνου, που τόσο αγαπούσε
Ο Καζαντζίδης είναι ο ένας. Ο μοναδικός. Ο απόλυτος. "Όλους τους τραγουδιστές να τους βάλεις σ' ένα καζάνι, μισό Καζαντζίδη δεν βγάζουν", είχε πει ο μεγάλος Άκης Πάνου, ενώ ο Μάνος Χατζιδάκις δήλωνε πως φωνές σαν του Καζαντζίδη βγαίνουν κάθε διακόσια χρόνια (για τον αριθμό των χρόνων που ανέφερε ο Μ.Χ. οι απόψεις διίστανται)...

Η πρώτη μου μνήμη από τον Στέλιο Καζαντζίδη είναι στην κρατική τηλεόραση το 1975, όταν παρουσίασε τα τραγούδια τού δίσκου "Υπάρχω". Ήμουν σχετικά μικρός, δέκα χρονών. Στέκομαι μπροστά στην τηλεόραση και βλέπω παραταγμένους σε καρέκλες κάποιους ανθρώπους με μουσικά όργανα, στη μέση ενός άδειου σκηνικού, ενός άδειου και γκρίζου (όπως όλα στην τηλεόραση τότε) στούντιο. Το "σκηνικό" από μόνο του ήταν πολύ υποβλητικό. Αλλά, φαίνεται, πως κάτι ένιωσα, κάτι εισέπραξα από αυτό που εξέπεμπαν εκείνοι οι άνθρωποι στο γυαλί. Ο Καζαντζίδης δεν ήθελε με τίποτα να βγει στην τηλεόραση -ακόμη και τα ίδια τα τραγούδια τού φαίνονταν πολύ "μοντέρνα". Φαντάζομαι, λοιπόν, πως η αμηχανία και η αγωνία όλων θα ήταν μεγάλη και έντονη εκείνες τις στιγμές. Με δεδομένο μάλιστα ότι επρόκειτο για έναν ζωντανό μύθο -αφού ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε γίνει μύθος σχεδόν από την αρχή της καριέρας του- αλλά και ότι είχε σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις του στα μαγαζιά πάρα πολύ νωρίς -ήδη από το 1965. Ήταν δηλαδή ήδη δέκα ολόκληρα χρόνια απών από τα μάτια των ανθρώπων. Εκείνο το βράδυ έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Άκουγα τη μεγάλη φωνή του και έβλεπα τα μάτια του χαμένα στην ονειροπόληση τού στίχου και συγκλονίστηκα. Μικρό παιδί. Ανατρίχιασα. Το θυμάμαι σαν τώρα. Η μορφή του σφραγίστηκε για πάντα μέσα μου. Φυσικά και δεν ήξερα γιατί. Φυσικά και άκουσα και είδα κι άλλους τραγουδιστές στην τηλεόραση όταν ήμουν μικρό παιδί -ανοιχτός και άγραφος "δέκτης" όλων των ερεθισμάτων. Κανένας όμως δεν "έγραψε" μέσα μου όπως έγραψε ο Καζαντζίδης σε εκείνες τις εκπομπές (ο δεύτερος που "έγραψε" τόσο, στο ίδιο πάλι στούντιο, ήταν ο Μάρκος, που παρέμεινε μέχρι σήμερα το ίδιο ζωντανός μέσα μου). 

Κάποια φορά, μεγάλος πια και έχοντας αφήσει αρκετά χρόνια το πάλκο, με δεδομένο ότι τον Καζαντζίδη τον είχα ακούσει αρκετά και συνέχιζα να τον ακούω αλλά και ότι ήξερα πια τι σήμαινε να ξέρεις να τραγουδάς -μέσα από την πολύχρονη πείρα αλλά και από δυο χρόνια μαθημάτων φωνητικής με έναν σπουδαίο δάσκαλο- αναρωτήθηκα για την εκφορά των φωνηέντων από τον Καζαντζίδη. Ήξερα πια πως κάποια φωνήεντα είναι "εύκολα" και κάποια είναι "δύσκολα". Ήξερα πως υπάρχουν συνδυασμοί γραμμάτων στους οποίους ακόμη και τα εύκολα φωνήεντα μπορούν να καταστραφούν μέσα στο τραγούδι. Μελέτησα την ερμηνεία του σε πολλά και διαφορετικά τραγούδια, αναζητώντας την απόδοση των διαφορετικών φωνηέντων. Αυτό που βρήκα ήταν πως ο Καζαντζίδης ερμήνευε ΟΛΑ τα φωνήεντα με την ίδια τελειότητα άρθρωσης, με την ίδια ένταση και την ίδια καθαρότητα και διαύγεια -πράγμα που δεν έχω ακούσει να συμβαίνει σε άλλον τραγουδιστή ή τραγουδίστρια. Για παράδειγμα, στις άνω και κάτω βοηθητικές γραμμές του πενταγράμμου (αυτό που λέμε "στα ψηλά" και "στα χαμηλά") υπάρχει από τους τραγουδιστές μια τάση "σύγκλισης" τού Ο με το Α, έτσι ώστε το ένα μοιάζει με το άλλο, προκειμένου να μπορέσουν να αποδοθούν οι φθόγγοι και να γίνουν κατανοητοί οι στίχοι. Αυτό κάνουν όλοι οι τραγουδιστές, ακόμη και οι πιο καταξιωμένοι. Ο Καζαντζίδης δεν το είχε ανάγκη. Για τον Καζαντζίδη το Ο ήταν Ο και το Α ήταν Α σε όλες τις γραμμές του πενταγράμμου -και κυρίως, βέβαια, στις άνω και κάτω βοηθητικές.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης αποτέλεσε την απόλυτη διέξοδό μου στα χρόνια τής στενής μου σχέσης με το αλκοόλ. Το φάρμακό μου. Εκείνη την μακριά και σκοτεινή νύχτα κατά την οποία έχανα τον εαυτό μου αλλά και τη ζωή συνεχώς. Καθημερινά. Και βούταγα ολοένα και πιο βαθιά. Τότε άνοιγαν οι πιο κρυφές καταπακτές του υποσυνείδητου και πανάρχαιες πληγές, πάθη και ερωτήματα ανέβαιναν στην επιφάνεια. Η μητρική γλώσσα γινόταν το ζητούμενο μέσο. Και επειδή όλα σχεδόν τα τραγούδια που είχα τραγουδήσει μέχρι τότε είχαν καταρρεύσει ως ρηχά, ψεύτικα και επιτηδευμένα, έμενε μόνο του στην επιφάνεια το λαϊκό τραγούδι -με το οποίο διατηρούσα από παιδί μια "παράλληλη" και δυνατή σχέση, όπως άλλωστε οι περισσότεροι σ' αυτόν τον τόπο. Έτσι όπως ήταν αξεδιάλυτοι και μπερδεμένοι κουβάρι οι ψυχικοί και συναισθηματικοί μου λαβύρινθοι, το λαϊκό τραγούδι γινόταν η έκφρασή μου. Και όταν δεν μου έφτανε πια κανένας τραγουδιστής, στην επιφάνεια έμενε μόνο η αλήθεια τής ψυχής τού Στέλιου Καζαντζίδη. Η καθαρή ματιά και φωνή του. Η αλάνθαστη πρωτογενής, πρωτόγονη κι ακατέργαστη κραυγή του ανθρώπου στο πρώτο αίσθημα και συναίσθημα απέναντι στον εαυτό του, στον συνάνθρωπο, στη ζωή και στη "μοίρα".

Είναι πολύ πιθανό ο Στέλιος Καζαντζίδης να λειτούργησε για μένα εκείνα τα χρόνια ως το θετικό πρότυπο ενός πατέρα απολεσθέντος. Αλλά ενός πατέρα εξιδανικευμένου στα μάτια μου με τη μορφή ανθρώπου αλλά και ειδικότερα καλλιτέχνη. Όταν το σκέφτομαι πια, τώρα που όλα αυτά έχουν μείνει πολύ πίσω, το θεωρώ πιθανότατο. Ήταν η εποχή τής αναζήτησης τού Πατέρα και τής εξεύρεσης ισορροπιών στη σχέση αυτή με το πατρικό ένστικτο, το οποίο είχα συνειδητά απαρνηθεί στη ζωή μου. Με τον Στέλιο είχαμε κοινό και αυτό το σημείο. Δεν είχε κάνει παιδιά γιατί κάποιος "άλλος" τον είχε εμποδίσει. Τα βλέπω τώρα σιγά-σιγά όλα αυτά να αποκρυπτογραφούνται και καταλαβαίνω. Και απελευθερώνομαι από τα πάντα.

Μετά από τόσα χρόνια -και αφού ο ψυχικός και συναισθηματικός μου κόσμος διευθετήθηκαν και τα αδιέξοδα έγιναν δρόμοι ανοιχτοί- ο Καζαντζίδης εξακολουθεί να είναι πάντα εκεί, με αυτή την αθάνατη φωνή και το απαράμιλλα διαυγές συναίσθημα. Οι ερμηνείες του για μένα αποτελούν πάντα αντικείμενο θαυμασμού. Κάθε φορά ανακαλύπτω και κάτι διαφορετικό, κάτι πολύ μεγάλο.

*Επέλεξα μια φωτογραφία του στον τόπο που αγάπησε τόσο πολύ και όπου πέρασε τα -ίσως- ομορφότερα χρόνια του, κάνοντας δυο πράγματα που πραγματικά λάτρευε στη ζωή του -να ψαρεύει και να συναναστρέφεται απλούς ανθρώπους.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Πανάρχαιες ιστορίες...


...και, μήπως κι εσένα ποιος σε ρώτησε για να σε φέρει στη ζωή; Κανένας. Όπως κανένας δεν ρώτησε κι εμένα. Όπως κανένας δεν ρωτάει κανέναν. Τουλάχιστον αυτό συμβαίνει σε συνειδητό επίπεδο γιατί υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν πολύ πιθανό πως με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο "επιλέγουμε" τις συνθήκες της ενσάρκωσής μας. Κανείς δεν ξέρει. Και δεν πρόκειται να μάθουμε στη διάρκεια της ζωής μας -τουλάχιστον αυτά τα χρόνια και αρκετές δεκάδες χρόνια μπροστά αν τελικά το ανθρώπινο είδος καταφέρει να επιβιώσει είτε από την περιβαλλοντική καταστροφή είτε από την πιθανότητα πολέμου. Γι' αυτό και δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν σε κάποια μη ανιχνεύσιμη διάσταση είχα κάποτε ερωτηθεί περί αυτού. Αφού δεν μπορώ να το προσεγγίσω σε κανένα επίπεδο. Σε κανένα όμως. 

Κι όμως, να σου πω κάτι; Εγώ καλά τα κατάφερα. Πρέπει, βέβαια, να σου αναγνωρίσω πως εργάστηκες εσύ γι' αυτό. Σπουδαία προσφορά. Ανυπολόγιστη. Δεν είσαι εδώ για να το δεις. Το ήξερες όμως ότι θα συμβεί και το έλεγες. Γι' αυτό ήσουν σίγουρος και ήρεμος ότι θα είμαστε αρκετά έως επαρκώς ασφαλείς.

Πού να δεις τι έχουμε πάθει οι άνθρωποι... Ο χρόνος συμπιέζεται πλέον τόσο πολύ που κάποιες φορές δεν προλαβαίνεις ούτε το είδωλό σου να διακρίνεις από το παράθυρο έτσι όπως το τραίνο κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στις ράγες. Έτσι όπως ο χρόνος περνά από μπροστά σου σαν πολυ-υπερηχητικός άνεμος και χάνεται στο παρελθόν και στο μέλλον. Ούτε σχήματα, ούτε χρώματα, ούτε ήχοι υπάρχουν τότε. Τίποτα. Το ξέρω ότι το ξέρεις πολύ καλά. Εξάλλου, πέρασες κι εσύ λίγο ξώφαλτσα από αυτήν την περίπτωση. Αλλά επέλεγες πάντοτε την απουσία. Κι έτσι έπαιρνες πάντα απουσία.

Σε σκέφτομαι πολύ συχνά τελευταία και σε καλώ. Μολονότι πάνε πια πολλά χρόνια από τότε, καμιά φορά είναι σαν χθες. Και, αν και αμέσως ξεπηδά από την μνήμη -αλλά και ως ζωντανή αίσθηση- εκείνη η μόνιμη και έντονη ασυμβατότητα, σε σκέφτομαι και σε ανακαλώ. Μάλλον δεν γίνεται αλλιώς. Μάλλον έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Εύκολα να ξεχνάει τα δύσκολα και δύσκολα τα εύκολα. Για να μπορέσει η ζωή να προχωρήσει. Γιατί δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί αλλιώς. Η σκοτεινή μνήμη και οι στενές θύμησες θα την ανέτρεπαν από τον προαιώνιο θρόνο της. Ευτυχώς το είδα νωρίς αυτό το κόλπο, αυτήν την παγίδα. Δεν το ξέχασα ποτέ στο πραγματικό, στο συνειδητό επίπεδο κι έτσι δεν διέπραξα το ολίσθημα. Ξέχασα όμως τα πάντα από εκεί και πέρα. Δεν ήθελα να με απασχολούν και να μου στερούν όση από τη ζωή μπορούσα ακόμη να έχω δική μου γιατί -όπως διαπίστωσα από τη στιγμή που υποχρεώθηκα ή αναγκάστηκα ή επέλεξα να βγω- ήθελα να περπατήσω πάνω σ' αυτόν εδώ τον κόσμο.

Εσένα, βέβαια, το πρωταρχικό σου μέλημα ήταν η επιβίωση. Να καταφέρεις να ζήσεις και να μην γίνεις η φύρα της οικογένειας που θα τύχαινε να χαθεί. Και έζησες. Έκανες κυριολεκτικά το παν, όλα όσα περνούσαν από το χέρι και το μυαλό σου, και έζησες. Κατάφερες και βγήκες από την πρώτη δύσκολη δοκιμασία και άρχισες να περπατάς σε πλατύτερο δρόμο.

Πρώτα απ' όλα βρήκες το θέλω σου και το κυνήγησες. Το πέτυχες με πολύ σκληρή προσπάθεια και δουλειά. Αλλά το κατόρθωσες. Τότε ένιωσες πολύ ψηλότερος, πολύ πιο καθαρός και γυαλιστερός. Και το 'δειχνες. Ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι τα είχες καταφέρει. Ήσουν η ζωντανή απόδειξη ότι είχες επιβιώσει καλά. Και ότι συνέχιζες να προχωράς.

Ξέρω, τον έχασες τον δρόμο στην πορεία. Ένιωσες ξεκρέμαστος και χωρίς πυξίδα πολλές φορές. Ξέρω και το γιατί. Δεν είχες άδικο. Αλλά δεν είχες και όλο το δίκιο. Όχι επειδή είχες άδικο αλλά επειδή... έτσι είναι η ζωή. Όταν δεν έχουμε δίκιο δεν σημαίνει ότι έχουμε άδικο. Και όταν δεν έχουμε άδικο δεν σημαίνει ότι έχουμε δίκιο. Αλλά εσύ τα κατάφερες -αυτό είχε σημασία.

Φαίνεται εσένα δεν σε εμπόδισε κανένας όπως εμπόδισαν κάποτε εμένα. Εσύ πρέπει να ήσουν τυχερός και να σε ώθησαν μάλιστα να κυνηγήσεις τ' όνειρό σου. Εμένα μου το στέρησαν. Άγρια και βίαια. Γι' αυτό μετά βαρέθηκα, βαριόμουνα και επρόκειτο να βαριέμαι πολύ εύκολα σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Ήταν τόσο εύκολα όλα όσα βρήκα στη διαδρομή μου. Σε βαθμό απελπιστικό -με αποτέλεσμα να απελπιστώ. Γιατί, από πού να μάθαινα την ελπίδα και τον αγώνα και την επιδίωξη; Άσε, μην τα σκαλίσουμε τώρα εδώ γιατί θα πικραθούμε -ο καθένας για τον δικό του λόγο. Και δεν έχω καμιά όρεξη πια να σκαλίζω τις στάχτες. Τις σκάλισα επτά ολόκληρα χρόνια καθισμένος σε μια υπέροχη καρέκλα και βρήκα τα πάντα. Βαλσαμωμένες εικόνες, ξεχασμένα λόγια, ανείπωτες στιγμές μιας άλλης ζωής, ξεθωριασμένης. Τώρα πια, μετά από εκείνη την περίοδο, που ολοκληρώθηκε συνειδητά και για την οποία θα σου μιλήσω κάποια άλλη φορά, θα 'θελα να ξεχάσω. Ή, τουλάχιστον, να αποδεχτώ ότι τα πράγματα έτσι έγιναν και, αφού δεν εξαρτώνταν από εμένα, δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να επανέρχομαι διαρκώς με την αγωνία στο μάτι. Ας χαθεί το βάρος στον άνεμο και στο χρόνο τον άχρονο. Κανείς δεν έχει "ευθύνη" γιατί... έτσι είναι η ζωή.

Αλλά όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία πια. Και ευτυχώς. Γιατί νομίζω -ίσως είμαι βέβαιος- πως αν δεν είχαμε να ιδωθούμε τόσα χρόνια πια, ποτέ δεν θα συνειδητοποιούσαμε τι και πόσα μας ένωναν αλλά και μας χώριζαν.

Καμιά φορά -μάλλον τις περισσότερες- εύχομαι να μην υπάρχει περίπτωση να "ξαναβρίσκονται" οι ψυχές, με οποιονδήποτε τρόπο, στο Επέκεινα. Νομίζω δεν θα μου άρεσε καθόλου. Έτσι λέω τώρα.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Leonard Cohen - Εις μνήμην



Σήμερα μάθαμε ότι έφυγε ο Leonard Cohen. Περισσότερο άκουσα παρά έπαιξα τα τραγούδια του. Και μάλιστα τον άκουσα κατά περιόδους -λίγες κι αυτές, αλλά με εμμονικά επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Κυριολεκτικά χανόμουν μέσα στα τραγούδια του και, όταν σταματούσα, χρειαζόμουν αρκετό χρόνο για να συνέλθω και να εξοικειωθώ πάλι με την τρέχουσα πραγματικότητα ενώ έκανα καιρό για να επανέλθω πάλι σε εκείνον. Έχω έναν απέραντο θαυμασμό για το έργο του αλλά και για το ίδιο το άτομό του, που προκύπτει από τις ελάχιστες δημοσιοποιημένες εικόνες και σκηνές της ζωής του. Είναι από τους ελάχιστους καλλιτέχνες τού οποίου παρτιτούρες των τραγουδιών έχω στη βιβλιοθήκη μου εδώ και δεκαετίες.

Ήταν ο γηραιότερος της γενιάς του. Θυμάμαι πως ήταν ο πρώτος που πέρασε το κατώφλι των εβδομήντα χρόνων και τότε ένιωσα πως αυτή η γενιά, η γενιά της μουσικής του '60, που με είχε κυριολεκτικά γαλουχήσει, είχε πια γεράσει. Αργότερα ήταν ο πρώτος που πέρασε τα ογδόντα. Ήταν πια παππούς. Ο Leonard Cohen παππούς. Κι όμως, ήταν. Και ήταν όμορφο που ανέβηκε τη σκάλα μέχρι εκεί πάνω. Πολλοί συνοδοιπόροι του είχαν χαθεί από πολλά χρόνια, κατακρημνιζόμενοι από τη σκάλα, είτε σε ατυχήματα, είτε σε αυτοκτονίες, είτε σε δολοφονίες, είτε διαλυμένοι από τις εξαρτήσεις. Εκείνος είχε την ιδιαιτερότητα να είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία και να προχωράει ακόμη μέσα στο χρόνο.

Ήξερα ότι κάποια μέρα θα φύγει μεγάλος σε ηλικία. Ήταν ο μόνος για τον οποίο είχα σκεφτεί το τέλος του. Τώρα που πια το γεγονός έχει συντελεστεί, νομίζω πως είχα φανταστεί αυτή τη στιγμή επειδή είχα πάντοτε την αίσθηση ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που ζούσε με απόλυτη πληρότητα τη ζωή του σε ό,τι κι αν έκανε. Νιώθω πως ο κύκλος που διέγραψε ήταν πλήρης -όσο πλήρης μπορεί να είναι μέσα στη σχετικότητα των πραγμάτων.

Όπως έλεγε κι εκείνος, δεν ήταν η μουσική η προτεραιότητά του. Η μουσική ήταν απλώς το όχημα πάνω στο οποίο ακουμπούσαν και ταξίδευαν οι στίχοι του. Σίγουρα δεν πρόκειται για στίχους καθαρά "ποιητικής" μορφής, όπως η ποίηση των Yeats, Keats, Eliot, Kipling ή Pound. Πρόκειται όμως για στίχους που ξέφευγαν εντελώς από τα στενά όρια του τραγουδιού. Απλώνονταν πολύ-πολύ παραέξω. Άγγιζαν και αγκάλιαζαν την ποίηση. Είχαν δομή ποιητική και διέθεταν την ενόρασή της, το βάθος της και τον συμβολισμό της.

Φυσικά και δεν "φτώχυνε" η ανθρωπότητα με την αναχώρησή του. Είναι ανόητο αυτό που διαβάζω συνεχώς -αλλά και σε κάθε αναχώρηση κάποιου σημαντικού ανθρώπου. Πόσο μάλλον για τον Cohen, που έζησε έναν βίο πλήρη ημερών και εμπειριών. Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Γιατί οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να έχουν πάντα δίπλα τους -σαν αέναους κηδεμόνες και ινστρούκτορες- αυτούς που αρέσκονται να αποκαλούν "πνευματικούς ταγούς" ή "πνευματικούς ανθρώπους"; Προφανώς δεν έχουν καταλάβει ότι δεν είναι αυτός ο "ρόλος" τους. Και, φυσικά, δεν έχουν κατανοήσει ότι ο κάθε άνθρωπος ζει εντελώς και απόλυτα μέσα στο δικό του χωροχρονικό σύστημα, που δεν είναι σε καμιά περίπτωση το ίδιο με εκείνο των άλλων ανθρώπων. Οι άνθρωποι γενικά νομίζουν πως όλοι ζούμε στον ίδιο κόσμο, στο ίδιο "σύμπαν" και πως όλους μάς διέπουν οι ίδιες "αρχές" και "αξίες" και πως όλοι "είμαστε ίδιοι". Ανόητο. 

Ο Leonard Cohen ήταν ένα χαρισματικό πλάσμα που είχε το σπάνιο δώρο να μπορεί να εκφράζεται εύστοχα και ευαίσθητα με λίγες και απλές λέξεις. Ήταν πλασμένος από το υλικό των ποιητών. Αλλά, πάνω απ' όλα, για μένα δεν υπήρξε ποτέ "σκοτεινός" καλλιτέχνης. Το αντίθετο. Ο Leonard Cohen ήταν ένα πλάσμα φωτεινό επειδή βουτούσε συνεχώς στα σκοτάδια για να ανακαλύψει το φως που με τόση αγωνία αναζητούσε.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Ο Μάνος Χατζιδάκις στην "Αυγή"


Αγαπητή Αυγή,

με την ευκαιρία της 14ης επετείου “αποκαταστάσεως” της Δημοκρατίας ακούσαμε από τον ελληνολάτρη γλωσσολόγο Πρόεδρο μας κ. Σαρτζετάκη και το εξής εξωφρενικό: Οι Έλληνες να ανήκουν στην Ελλάδα. Και βέβαια το εξωφρενικό είναι στο ότι κατά τον Πρόεδρο μας, οφείλουμε να ανήκουμε. Τι ιδέα!

Σε ποιάν Ελλάδα κύριε Πρόεδρε; Στην Ελλάδα της αυθαιρεσίας, του κρατικού ερασιτεχνισμού, του εξογκωμένου παρακράτους, της αναλγησίας και του εξευτελισμού του ανώνυμου πολίτη, του με επίσημο πρόγραμμα καταποντισμού της αξιοπρέπειάς του, του ευνουχισμού της νεότητάς του;

Στην Ελλάδα με την εξοντωτική φορολογία για να καλυφθεί η ανικανότητα του κράτους να ασκήσει οικονομική πολιτική; Στην Ελλάδα της κομπίνας και της αστυνομολατρείας, της ταύτισης έθνους και κάθε κυβερνήσεως, ώστε σαν ο πολίτης αντιδρά να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως αντεθνικός;

Στην Ελλάδα των Γούκων, των οπλοφορούντων Κουρήδων και Μιχαλόπουλων, των εμπρηστών, του ανεκδιήγητου κ. Τόμπρα, της ρυπαρότητας και της συνεχώς “αθώας” Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω;

Όχι κ. Πρόεδρε. Όσοι ξεφύγαμε από τις “στοργικές θωπείες” της μητρός Ελλάδος και μείναμε ελεύθεροι, θα διδάξουμε και τους άλλους να γίνουν ελεύθεροι και να μην ανήκουν πουθενά. Κάθε σοβαρός Έλληνας οφείλει ν’ αντιδράσει στην μεσαιωνικής προθέσεως – συγχωρέστε με – ρήση σας. Οι Έλληνες πολίτες δεν ανήκουν. Φροντίσατε να κάνετε την προεδρική σας θητεία πιο σεμνά και δίχως μεγαλοστομίες.

Γιατί η Ελλάδα σας κ. Πρόεδρε αρχίζει να μας αρρωσταίνει.


Η επιστολή δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Αυγή" στις 28 Ιουλίου 1988. Μια ίδια επιστολή απεστάλη και στην εφημερίδα "Καθημερινή".

Ο Μάνος Χατζιδάκις στην Όλγα Μπακομάρου ΙΙ


απόσπασμα συνέντευξης στο περιοδικό "Γυναίκα" (1988)

Είστε κατά του γάμου, κύριε Χατζιδάκι;
Ναι, ασυζητητί. Ο γάμος είναι πηγή ασθενειών.

Τι ασθενειών;
Μεγάλων ασθενειών. Κατ' αρχήν, ευνοείται ο γάμος διότι τροφοδοτεί τα κοινωνικά σύνολα με πληθυσμό.

Δεν πρέπει να τροφοδοτούνται τα κοινωνικά σύνολα με πληθυσμό; Δεν είναι απαραίτητο;
Όχι. Δεν με ενδιαφέρει. Γιατί να συνεχίζουμε να υπάρχουμε; Να πάμε να χαθούμε! Εάν τυχόν η ανάπτυξή σας βασίζεται στο αντίστοιχο της Τουρκίας, όλη τη φουκαροσύνη και δέκα παιδιά, ποτέ μην αναπτυχθούμε. Βλέπετε όλους αυτούς τους φουκαράδες, που σαν τις κρεατομηχανές κάνουν δώδεκα και δεκαπέντε παιδιά και νομίζουν οι άθλιοι, μέσα στην απαιδευσιά τους, ότι κάνουν πράξη εξόχως θεάρεστη κοινωνικά, και κανείς δεν βρέθηκε να τους πει Προς θεού, αυτό είναι αμαρτία -να βγάζουν τόσα παιδιά στον κόσμο χωρίς να έχουν τα κότσια να τα πάνε παραπέρα στη ζωή τους. Αντίθετα, έρχεται η Κοινωνία, η Πολιτεία, και το επιβραβεύει επίσημα αυτό το πράγμα και σου λέει Πολύ καλά κάνεις, πάρε και επίδομα διότι χρειαζόμαστε στρατιώτες να τους στέλνουμε εις τας μάχας να σκοτώνονται υπέρ πατρίδος. Αυτή την αηδία, αυτές τις τρισάθλιες συμβατικότητες, εγώ δεν τις δέχομαι.

Δεν έχει βρεθεί όμως, λένε, σχέση που να μπορεί να υποκαταστήσει τον γάμο.
Πολύ καλή είναι μια σχέση όσο θέλεις τον άνθρωπο σου. Από την ώρα που δεν τον θέλεις και δεν σε θέλει, σταματάτε. Οι ώριμοι άνθρωποι έτσι κάνουν. Δεν είσαι ιδιοκτησία κανενός. Ούτε μπορείς να γίνεις ιδιοκτησία κανενός. Επειδή σε ευλογάει ο παπάς, είσαι υποχρεωμένος να ζήσεις σ' όλη σου τη ζωή έτσι;

Πώς ακούτε την άποψη ότι ένας γάμος δεν πρέπει να διαλύεται όταν υπάρχουν παιδιά;
Από την ώρα που θα κάνετε παιδιά είναι τραγωδία! Από 'κει και πέρα, είτε διαλυθεί είτε δεν διαλυθεί ο γάμος...

Η πολιτική; Είπατε ότι η σημερινή κοινωνία εδώ, η πολιτική εξουσία, είναι φαλλοκρατική. Είναι κακό αυτό;
Ε, βέβαια.

Τι θα έπρεπε να είναι δηλαδή;
Ερμαφρόδιτη. Σκέπτεσθε, ένας πολιτικός ερμαφρόδιτος τι ενδιαφέρον θα είχε;

Πολιτικός, εννοείτε ο κυβερνήτης, ο υπουργός, ο αξιωματούχος τέλος πάντων;
Ναι.

Μπορεί να υπάρχουν ερμαφρόδιτοι.
Δεν υπάρχουν. Θα υπάρχουν συμπλεγματικά, κρυφά. Εγώ τα θέλω όλα αυτά να είναι επίσημα.

Είπατε ότι από ένα φαλλοκράτη προτιμάτε μια αδερφή. Μήπως και από μια ομάδα φαλλοκράτες θα προτιμούσατε να μας κυβερνούν μια ομάδα αδερφές;
Θα είχε τουλάχιστον ενδιαφέρον μια κυβέρνηση με αδερφές.

Τι ενδιαφέρον θα είχε;
Θα είχε γραφικότητα. Προσωπικά, θα διάβαζα τις εφημερίδες κάθε μέρα με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Από το τι αποφάσισε, λόγου χάρη, ο κ. Δροσογιάννης, θα προτιμούσα να γνώριζα απ' τις εφημερίδες τι αποφάσισε μια αδερφή εις το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως.

Υπάρχει καμιά τέτοια κοινωνία;
Η δικιά μου -όπως τη σκέφτομαι εγώ. Να φτιάξετε ανθρώπους που να σκέφτονται σωστά. Και όχι να γεμίζετε τα παιδιά με όλες αυτές τις ανταγωνιστικές αηδίες μεταξύ ανδρός και γυναικός.

Μα υπάρχουν τα φύλα, τα δύο φύλα.
Η εξέλιξη του ανθρώπου θα είναι στο να γίνει ο άνδρας και άνδρας και γυναίκα.

Και η γυναίκα και γυναίκα και άνδρας;
Ναι. Δεν θα υπάρχουν φύλα.

Ούτε οπτικά;
Όχι, τίποτα.

Τίποτα; Δηλαδή πώς θα είναι οι άνθρωποι;
Θα είναι άνθρωποι.

Δηλαδή, ένα μοντέλο θα κυκλοφορεί;
Ένα.

Αυτό πια ξεπερνά και τον Όργουελ! 
Δεν νομίζω πως ανήκει στα οράματά του.

Ο Μάνος Χατζιδάκις στην Όλγα Μπακομάρου Ι*


απόσπασμα συνέντευξης στο περιοδικό "Γυναίκα" (1988)

Τελικά, πείτε μου, αν είναι δυνατόν με δυο λόγια, ποιος είστε, κύριε Χατζιδάκι; 
Ένας Ξανθιώτης με κρητική καταγωγή, που ζει στην Αθήνα από το 1931.

Πέραν αυτού;
Τίποτε άλλο.

Όλα αυτά, η παρουσία σας στην καλλιτεχνική ζωή του τόπου, οι επιτυχίες σας...
Δεν με απασχολούν. Σας δίνω το λόγο μου. Εμένα εκείνα που με απασχόλησαν είναι άλλα πράγματα, τα οποία τα πραγματοποίησα εν πολλοίς.

Δηλαδή;
Άσχετο.

Στην ιδιωτική σας ζωή;
Στην ιδιωτική μου ζωή.

Στην τελείως ιδιωτική σας;
Στην εντελώς. Και γι’ αυτό θεωρώ τον εαυτό μου επιτυχή. Από κει και πέρα, η μουσική μου δραστηριότητα και η απήχηση της δουλειάς μου στον κόσμο ουδόλως με ενδιαφέρει.

Να το πιστέψω αυτό;
Τι φταίω εγώ αν δεν το πιστέψετε; Εγώ ενεργώ, βέβαια, βάση ορισμένων κανόνων που με χαρακτηρίζουν, δεν μπορώ για παράδειγμα να είμαι πρόχειρος στις εκδηλώσεις μου, αλλά, πέραν αυτού, αδιαφορώ για την απήχηση που μπορεί να έχω. Εξίσου ενθουσιάζομαι με τριάντα ανθρώπους και εξίσου ενθουσιάζομαι με έναν άνθρωπο και εξίσου με χίλιους. Οι παραπάνω λιγάκι με ενοχλούν.

Λένε ότι μοιάζετε με παιδί
Εγώ μιλάω σοβαρά. Τώρα αν οι άλλοι με παίρνουν σαν παιδί, δεν φταίω εγώ. Έτσι είμαι όταν είμαι μόνος σπίτι μου.

Αισθάνεστε καθόλου παιδί ωστόσο;
Όσο μου επιτρέπει η ηλικία μου. Είμαι 63 ετών.

Κάνετε σκανταλιές;
Όσες μπορώ.

Σαν τι θα μπορούσατε να κάνετε;
Έκανα πολλές. Έγινα Διευθυντής της Κρατικής, έγινα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Λυρικής. Όλα αυτά ήταν σκανταλιές. Ενώ οι άλλοι τα έκαναν σοβαρά, εγώ τα ’κανα για παιχνίδι. Μόνο που δεν τους άφησα να με υποπτευθούν.

Σας αρέσει να τους τη φέρνετε έτσι, καμιά φορά;
Όχι, δεν έχω τέτοια πρόθεση. Εμένα με ενδιαφέρει να παίξω για να κοιμηθώ.

Να παίξετε για να κοιμηθείτε!
Ναι. Όπως κάνουν τα παιδιά, που παίζουν όλη τη μέρα, να ξοδέψουν τη ζωτικότητά τους και το βράδυ πάνε να κοιμηθούν.

Σας ανέχονται όμως.
Δεν ξέρω αν με ανέχονται, εγώ πάντως κάνω εκείνο που θέλω.

Σας ανέχονται.
Ε, τότε, δόξα τω Θεώ, θα πει ότι εργάστηκα καλά μέχρι τώρα, ώστε να ανέχονται τις σκανταλιές μου.

Είναι φανερό ότι είστε ευχαριστημένος.
Από τη ζωή μου; Καλά πήγε.

Και πάει
Και πάει.


*Για μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με ένα σπινθηροβόλο πνεύμα απαιτείται ένας εύστροφος δημοσιογράφος με αίσθηση του χιούμορ και μέγιστη ταχύτητα αντίδρασης. 

Ο Σπύρος Σακκάς για τον Μάνο Χατζιδάκι και την μητέρα του


"Ήταν το 1970-72 στη Νέα Υόρκη. Προβάραμε και ηχογραφούσαμε την «Αμοργό». Μια μέρα, έπειτα από εντατικές πρόβες, ο Μάνος θέλησε να πάμε με τη μάνα του για φαγητό. Βρεθήκαμε λοιπόν σε ένα καλό ιταλιάνικο εστιατόριο κι ο Μάνος μας λέει: «Είμαι πολύ ευχαριστημένος, πάμε καλά, όμως το πιο σημαντικό, αυτό που δίνει στα πράγματα τη διάστασή τους, είναι ότι βγάζω τη μανούλα μου έξω» και σκύβει, πιάνει το χέρι της και το φιλάει.

Αυτό ήταν η δύναμή του. Το παιδί που έκρυβε μέσα του. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα μάτια του, τόσο υγρά, που εκφράζανε ακριβώς αυτήν την παιδική ψυχή. Είχε το βλέμμα της καλοπροαίρετης δημιουργικής απορίας και αυτό ήταν και είναι οδηγός μου. Το ίδιο χαρακτηριστικό είχαν κι οι άνθρωποι που συναναστρεφόταν, έτσι ήταν ο Γκάτσος, έτσι και ο Κουν.

Δεν είχε συμπλέγματα που να τον κατευθύνουν ο Μάνος, δεν είχε ζηλέψει ποτέ κανέναν. Είχε σκέψη κοφτερή και μεγαλοσύνη απέναντι στα πράγματα. Το πρώτο έργο που έβαλε στο πρόγραμμά του στην Αμερική ήταν ο «Επιτάφιος» του Μίκη Θεοδωράκη. Εκτιμούσε αφάνταστα τη δουλειά του Μίκη. Κι όταν θύμωνε μαζί του, αισθανόσουν ότι θυμώνει προς κάποιον που αγαπάει. Του τηλεφωνούσε μετά ο Μίκης και πάλι γελούσαν.

Τον έζησα 36 χρόνια το Μάνο, κάναμε μαζί πάνω από 250 συναυλίες, εκείνος στο πιάνο, εγώ να τραγουδάω. Παίζαμε και ξαναπαίζαμε τα τραγούδια του κι όμως επέμενε να κάνει 10 μέρες πρόβα για κάθε συναυλία. Ήθελε διαρκώς να ψάχνει τη μουσική του. Όταν αναζητώ το πρόσωπο, τη μορφή του αρχαίου πολίτη, το μυαλό μου πάει στον Μάνο."

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Περί "ελευθερίας"


Όχι. Δεν είναι ελεύθερη η σχέση γονέα-παιδιού. Δεν μπορεί να είναι ελεύθερη. Ό,τι και να κάνει ο γονέας, ό,τι και να λέει, όποιας "ελευθερίας" και να υπεραμύνεται, αυτή η σχέση, από τη φύση της, δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερη. Και αυτό γιατί τίποτα στη ζωή δεν είναι ελεύθερο. Δεν υπάρχει ελευθερία. Η ελευθερία είναι μια ψυχική διάθεση ή κατάσταση. Μια καθαρά εσωτερική διαδικασία του νου και της ψυχής.

Το θέμα μου εδώ είναι η ίδια η ζωή, στην "ουσία" και στη "φύση" της. Όλες οι λέξεις είναι γεμάτες εισαγωγικά αφού είναι εντελώς αμφισβητούμενες -από εμένα τουλάχιστον. Και η ουσία της ζωής, σύμφωνα με τους ανθρώπους αλλά σύμφωνα και με την ίδια τη ζωή, που επιτάσσει και υπαγορεύει το ένστικτο της επιβίωσης, είναι η αναπαραγωγή.

Βλέπω τους γονείς που μαθαίνουν στα παιδιά τους να περπατάνε και αργότερα τα παίρνουν μαζί τους σε βουνά και λαγκάδια ή σε αμμουδιές και θάλασσες, σε βιβλιοθήκες, ωδεία και σχολές χορού, σε κέντρα και απόκεντρα, σε διασκεδάσεις και ψυχαγωγίες, για να τους "δείξουν" τη ζωή. Τη ζωή που εκείνοι θεωρούν αποδεκτή. Να τους μάθουν να ζουν. Να τους μάθουν να ζούνε "καλά". Με "ποιότητα". Δηλαδή, να καταφέρνουν να επιβιώνουν των δυσκολιών, να είναι ψυχικά δυνατά και ανθεκτικά, σωματικά υγιή και πνευματικά εύρωστα και προικισμένα. Να μάθουν στα παιδιά τους να τρώνε σωστά και υγιεινά. Να φέρουν τα παιδιά κοντά στη παράδοση. Να εμφυσήσουν στα παιδιά αγάπη για τον αθλητισμό, τη μάθηση και τις τέχνες. Μα, πάνω απ' όλα, να δώσουν στα παιδιά να καταλάβουν βαθιά πως πρέπει να βρούνε έναν τρόπο για να κερδίζουν τη ζωή τους. Προς τι όλο αυτό; Μόνο και μόνο για να επαναληφθεί ξανά και ξανά από γενιά σε γενιά και... "αυτούς που βλέπεις θα τους ξαναδείς". Τι να το κάνεις; Ήδη το παιχνίδι τής ελευθερίας είναι χαμένο προ πολλού. Και παράλληλα, μαζί με τη ζωή, γίνεται και η -συνειδητή ή ασυνείδητη- μύηση του παιδιού στην πολιτική οπτική της ζωής. Αφού η γονεϊκή επιρροή είναι αναπόφευκτη. Και αφού το βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο του κάθε σπιτιού επηρεάζει καταλυτικά και ανεπανόρθωτα τους γόνους, που, όταν πια μεγαλώσουν, θα φέρουν βαθιά εντυπωμένα τα βιώματα της παιδικής ηλικίας με τις βιοτικές της ιδιαιτερότητες, οι οποίες θα ανακαλούνται και θα ξαναζωντανεύουν ανά πάσα στιγμή λειτουργώντας ως πυξίδα και ασυνείδητο σημείο αναφοράς. Το είδα παντού σε όλη τη διάρκεια των πενήντα-τόσων χρόνων ζωής μέχρι τώρα. Το είδα σε όλους. Ακόμη και σε εκείνους που άλλαξαν επίπεδο, στάση, συμπεριφορά και κοσμοθεωρία σε σχέση με το πυρηνικό τους περιβάλλον. Έρχεται η κρίσιμη στιγμή κατά την οποία αναζητείται, ανακαλείται και ακολουθείται το αρχικό, το πρωταρχικό βίωμα. Δεν υπάρχει ελευθερία. Δεν μπορεί να υπάρχει.

Θα ρωτήσει φυσικά κάποιος: Ωραία, και πώς αλλιώς να γίνει δηλαδή; Απλώς, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Είναι αδύνατον. Έτσι είναι φτιαγμένη από τη "φύση" της η ζωή. Δεν υπάρχουν περιθώρια ελευθερίας, "ελεύθερης" επιλογής. Οι τυχόν αντίθετες απόψεις και επιλογές ζωής που μπορεί να αναπτύξουν ή να ακολουθήσουν οι γόνοι σίγουρα σχετίζονται με κάποιον τρόπο -ευθέως ή αντιστρόφως ανάλογο- με την οπτική των γονέων τους, που είτε τους την κληροδότησαν γενετικώς είτε επίκτητα -μέσα από την συμβίωση μαζί τους.

Με άλλα λόγια, η ίδια η ζωή είναι ανελεύθερη στη βάση της, στη φύση της. Οπότε ξεκινάμε με το παιχνίδι ήδη χαμένο από χέρι και τώρα πια -με περασμένα τα πενήντα μου χρόνια- θεωρώ πως η έννοια "ελευθερία" είναι μια καθαρή ουτοπία σε κάθε επίπεδο.

Μια φίλη με την οποία συζήτησα το θέμα αυτό μού είπε πως θεωρεί το ανθρώπινο είδος "ανωμαλία" της φύσης. Επειδή είναι το μόνο είδος που δρα, ενεργεί και λειτουργεί όχι αποκλειστικά για την κάλυψη των φυσικών του αναγκών αλλά επειδή συνειδητά βλάπτει και καταστρέφει και αφανίζει το περιβάλλον του -είτε ζωντανό είτε όχι. Είναι το μόνο είδος που δεν σκοτώνει απλά για την επιβίωση αλλά σκοτώνει, π.χ. ένα ελάφι, για να διακοσμήσει τον χώρο του. Επίσης, πρόσθεσα εγώ, είναι το μόνο είδος που δεν γνωρίζει τους εχθρούς του αφού έχει καταργήσει την ιεραρχία ισχύος. Ενώ στο ζωικό βασίλειο το λιοντάρι είναι το είδος που βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας και όλα τα άλλα είδη ξέρουν πως έτσι και το συναντήσουν στο δρόμο τους πρέπει να φυλάγονται, στον άνθρωπο δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος δεν ξέρει ποτέ ποιος εκπρόσωπος του είδους του θα μετατραπεί σε εχθρό του και πρέπει να φυλάγεται από όλους. Ποια ελευθερία...

Νομίζω πια πως η μόνη "επαναστατική" πράξη ενάντια σε όλη αυτή την πλάνη είναι η επιλογή τής μη τεκνοποίησης. Τουλάχιστον αποτρέπει κανείς την διαιώνιση αυτής της επίπλαστης ελευθερίας που θέλει να διακηρύσσει ότι αγωνίζεται για "δημοκρατία", "ισότητα", "δικαιώματα αυτοδιάθεσης", "πρόοδο", "εξέλιξη", "έναν καλύτερο κόσμο" (προς τι, άραγε; ποιος είναι ο σκοπός και ο "προορισμός" τού κόσμου; ποιος τον όρισε και τον περιέγραψε;) και χίλια μύρια άλλα τόσα. Διότι μαζί με τη δημιουργία τής κάθε νέας γενιάς κληροδοτείται αυτούσια η ανελευθερία τής ζωής καθώς και όλες οι επιπτώσεις της. Μια κατάσταση που συνεχίζεται αναλλοίωτη από τότε που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στη γη. Χωρίς καμιά πρόοδο ή εξέλιξη. Ακόμη και αυτή η κατάκτηση γνώσης από την επιστήμη είναι σε μακροσκοπικό επίπεδο τόσο ασήμαντη και χωρίς αντίκρισμα ώστε οι μελετητές και ακόλουθοι των αρχαίων φιλοσοφικών, μυστικιστικών και θρησκευτικών ρευμάτων υποστηρίζουν πως τους ήταν γνωστά ήδη από το βαθύ παρελθόν -και νομίζω πως πολλές φορές έχουν δίκιο όσον αφορά στο γεγονός ότι "επαληθεύονται" και όχι όσον αφορά στην "αλήθεια" που πρεσβεύουν. Άκου "αλήθεια"... Ας γελάσω.

Πριν ακριβώς από ένα χρόνο με είχε απασχολήσει πάλι το θέμα αυτό. Σίγουρα δεν είναι τυχαία η χρονική στιγμή αφού συμπίπτει με τις μέρες των γενεθλίων μου. Γεγονός που δείχνει πως βαθιά κάτω από το συνειδητό, εκεί, στα σκοτάδια του ασυνείδητου, το ερώτημα πλανάται πάντα. Φυσικό είναι άλλωστε και δεν με εκπλήσσει. Το ερώτημα αυτό το έχει "φυτέψει" η ίδια η "ζωή" άμα τη κατασκευή μας. Όχι, δεν με ενδιαφέρει, ούτε με ενδιέφερε ποτέ από τη μέρα που γεννήθηκα να ευθυγραμμιστώ άκοπα και αβασάνιστα με τις γενετικές επιταγές της ζωής. Ένιωθα τον νου τόσο πολύ ψηλότερα από όσα αντιλαμβάνεται και βιώνει το σώμα σε αυτήν τη συνύπαρξή τους -και για όσο χρονικό διάστημα τους αναλογεί στην ενσάρκωση- που μού ήταν αδιανόητο να μην ακολουθήσω το δρόμο προς τον περισσότερο και ανεξερεύνητο χώρο.

Βλέπω όμως ότι ενώ πριν από έναν χρόνο το ερώτημά μου περί ελευθερίας στριφογύριζε γύρω από την αντιδιαστολή Ελευθερίας και Φόβου, δηλαδή προσπαθούσα να προσεγγίσω την ελευθερία ως απάντηση στον Φόβο- σήμερα πια έχω αναχωρήσει από την γειτονιά τού Φόβου και τον έχω αφήσει πίσω μου. Σήμερα κατευθύνομαι πια προς τα άκρα τής Ελευθερίας. Σήμερα πια θέλω να εξερευνήσω τα όρια αυτού που οι άνθρωποι αποκαλούν, αντιλαμβάνονται ή φαντασιώνονται ως "ελευθερία". Και, λογικά, το επόμενο βήμα είναι η έξοδος από το σύμπαν τής "ελευθερίας" και η είσοδος στο Χάος. Επιτέλους.

"Χάος" δεν σημαίνει απουσία νόμων αφού κι αυτό έχει τους δικούς του κανόνες. Της τάξης αλλά και της αταξίας. Του προβλέψιμου αλλά και του μη προβλέψιμου. Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως από τη στιγμή που υπάρχουν νόμοι, τότε καταργείται αυτόματα η όποια ελευθερία. Άρα ούτε στο Χάος μπορεί να υπάρξει ελευθερία. Έτσι ακριβώς είναι. "Χάος" δεν σημαίνει απουσία κανόνων και επίτευξη της ελευθερίας. Σημαίνει να ορθώσεις άφοβα κι ατρόμητα το ανάστημά σου μπροστά στο Ριζικό και να αναμετρηθείς στα ίσα μαζί του. Να μην τρέξεις να κρυφτείς στον παλιό, χιλιοπατημένο δρόμο τής μυριοεπαναλαμβανόμενης ανθρώπινης συμπεριφοράς που αναπαράγει πανομοιότυπά της για να συνεχίσουν αυτήν την άγονη διαδρομή ντυμένα τα πέπλα των ιδεολογιών και των εντελώς ανελεύθερων θρησκευτικών δογμάτων.

Συνθήκες, συνθήκες, συνθήκες. Όλα αυτά τα δόγματα και οι "συνταγές ζωής" είναι γεμάτα συνθήκες κάθε είδους. Η μόνη συνθήκη που μπορεί να επιβιώνει -και αυτή όχι πάντα, αλλά επιλεκτικά- είναι η αλληλοβοήθεια και η συνοδοιπορία. Και αυτό επειδή βρισκόμαστε στην ίδια όχθη του ποταμού. Σε κοινό πεδίο και μέσα στα ίδια όρια. "Έχουμε την ίδια μοίρα", όπως συνηθίζουν να λένε οι άνθρωποι. 

Εγώ δεν μπόρεσα να χωρέσω σε μια ελευθερία "υπό συνθήκας". Από τη στιγμή που κατάλαβα πως αν ακολουθούσα την "παραδοσιακή" πορεία, δεν θα μπορούσα να την έχω ολόκληρη, δηλαδή όση αποζητούσε και οραματιζόταν η ύπαρξή μου, επέλεξα τον άλλο δρόμο. Τον δρόμο τού Χάους. Ξέροντας πολύ καλά ότι ούτε εκείνος οδηγεί σε "απόλυτες" καταστάσεις. Αλλά τουλάχιστον δεν θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Και, φυσικά, επειδή θα μου ήταν αδύνατο να πω ψέματα και σε τυχόν δικούς μου γόνους όταν θα με ρωτούσαν περί ελευθερίας και περί αλήθειας. Δεν θα μπορούσα σε καμιά περίπτωση να προσφέρω "αφήγημα" που δεν θα ήταν απόλυτα τεκμηριωμένο πάνω σε απτές, βιωματικές διαπιστώσεις. Θα ήταν των αδυνάτων αδύνατον να αποκοιμίσω το μυαλό μου αλλά και το μυαλό άλλων ανθρώπων -των γόνων μου- και να το ταΐσω ψευδαισθήσεις... και να λέω πως "η επόμενη γενιά θα τα καταφέρει καλύτερα"... Κάθε φορά "η επόμενη γενιά".  Χιλιάδες χιλιάδων επόμενες γενιές πέρασαν -και ίσως περάσουν ακόμη- από αυτόν τον πλανήτη. Κάποιες απ' αυτές θα καταφέρουν να προσεγγίσουν τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των ειδών και -ίσως- του Κόσμου. Δεν ξέρω αν τα φτάσουν και τα αποκαλύψουν. Αλλά, ποσώς με ενδιαφέρει. Στο βωμό μιας ανακάλυψης που κινείται σχεδόν στη σφαίρα του φανταστικού, δεν μπορώ να δικαιολογήσω τις απώλειες αμέτρητων δισεκατομμυρίων ανθρώπων μαζί με τις αγωνίες, τους πόνους, τους αγώνες και τις διαψεύσεις τους. Και, όχι, δεν πιστεύω σε κανένα σύνθημα περί "αγώνων για την ελευθερία", σε καμιά "θυσία" -πόσο ηλίθια και φασιστική ιδέα-, σε καμιά ανταπόδοση και σε καμιά "τιμωρία". Η Ελευθερία που φέρει ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι τιμωρητική. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τιμωρητικό. Ούτε ανταποδοτικό.