Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Νυχτερινός δρόμος


Μια σειρά από νυχτερινές φωτογραφίες τραβηγμένες πριν από δυο χρόνια ακριβώς. Έπεσα πάνω τους σήμερα, τελευταία μέρα του Οκτωβρίου, και με θυμήθηκα να περπατώ σ' αυτόν τον νυχτερινό πεζόδρομο.

Ήταν βράδυ πια, η ώρα είχε περάσει από εννιά. Μόλις είχα τελειώσει μια αρκετά κουραστική εξωτερική δουλειά και ήμουν κάπως ζαλισμένος και εξαντλημένος. Βγαίνοντας στο δρόμο ο κρύος αέρας με ξύπνησε και μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έστριψα απρογραμμάτιστα σ' αυτό το μικρό δρομάκι για να βρω ησυχία και να αρχίσω να προσαρμόζομαι σιγά-σιγά στους ρυθμούς του έξω κόσμου.

Η πρώτη έκπληξη ήταν ο φωτισμός. Τα κίτρινα φώτα του δήμου είχαν έναν περίεργο τόνο, αλλόκοτο, εξωπραγματικό, και δημιουργούσαν υπέροχες σκηνές -σχεδόν θεατρικές. Ήμουν ο μοναδικός πεζός. Ο μοναδικός ηθοποιός και ο μοναδικός θεατής. Ούτε πίσω μου βήματα, ούτε μπροστά μου σκιά ανθρώπου. Μπορούσα να ακούω το περπάτημά μου πάνω στο πλακόστρωτο πολύ καθαρά. Δεν βιάστηκα. Άρχισα να αργοπορώ συνειδητά για να απολαύσω τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια μου. Ώσπου έφτασα στο σπίτι.













 

Το φεγγάρι ήταν σχεδόν γεμάτο και έριχνε κι εκείνο το δικό του λευκό φως, δημιουργώντας την οπτική μαγεία που ανοιγόταν μπροστά μου. Σταμάτησα. Σχεδόν κράτησα την ανάσα μου. Αργά-αργά άρχισα να σέρνω το βλέμμα μου πάνω σε όλες τις επιφάνειες του σπιτιού. Στη στέγη, στα παραθυρόφυλλα, στις μπαλκονόπορτες, στα κάγκελα, στις πόρτες, στα πολύχρωμα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους και στα αφηρημένα σχέδια. Φευγάτη από -ποιος ξέρει πόσα- χρόνια η ζωή από μέσα, τώρα τα ανοίγματα έχασκαν ορθάνοιχτα στο σκοτάδι της νύχτας.

Είναι φορές που θα 'θελες να σταματήσει ο χρόνος για να διασταλούν οι αισθήσεις σου και να χωρέσεις ακόμη περισσότερες εικόνες μέσα σου. Αλλά ταυτόχρονα να μπορέσεις κι εσύ να βουτήξεις ακόμη πιο βαθιά σ' αυτές. Να καταφέρεις να καλύψεις μεγαλύτερο φάσμα της όρασης, της ακοής, της όσφρησης. Να ανοίξεις και να ανοιχτείς. Και να αρχίσεις να περιστρέφεσαι. Βρίσκεσαι ανεβασμένος στο πανί ενός μαγικού κινηματογράφου και έχεις πηδήξει μέσα στη σκηνή. Στον κινηματογράφο τέτοιες σκηνές -αργές, μακρόσυρτες και φαινομενικά σιωπηλές- είναι αρκετά "επικίνδυνες" όταν δεν συνοδεύονται από βάθος και κρυφές αισθήσεις. Εδώ όμως δεν ήταν έτσι. Εδώ τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το σπίτι ήταν τόσο ζωντανό μέσα στην εγκατάλειψή του που νόμιζες πως άκουγες τις φωνές που άλλοτε το κατέκλυζαν. Έβλεπες τις μπαλκονόπορτες να ανοιγοκλείνουν, κάποτε αργά κάποτε βιαστικά, και αόρατα χέρια να χαϊδεύουν τα κλαδιά της νεραντζιάς για να μοσχοβολήσει ο δρόμος την άνοιξη.

Μεγάλη ελευθερία αυτή στη φαντασία. Μπορείς να πηγαινοέρχεσαι και να τριγυρνάς σε όλες τις εποχές την ίδια στιγμή. Να περνάς από τον χειμώνα στο καλοκαίρι με ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού και να νιώθεις είτε την καυτή ζέστη του Ιουλίου, που σε κυνηγάει μέχρι να μπεις μέσα και να αναζητήσεις λίγη δροσιά κάτω από τα κεραμίδια, ή το τσουχτερό κρύο του χειμώνα, που εδώ, σ' αυτήν την περιοχή, ίσως συνοδευόταν από δυνατή βροχή που έπεφτε με ριπές πάνω στα τζάμια. Τα δυο δέντρα εκατέρωθεν της κεντρικής μπαλκονόπορτας σίγουρα πολλαπλασίαζαν τον ήχο της βροχής, ενώ όταν φυσούσε, ο σεισμός των φύλλων πρέπει να ήταν μαγικός.

Όλα συμβαίνουν εδώ. Όλα συμβαίνουν μέσα στην εικόνα του μυαλού σου. Αρκεί ένα σπίτι, ένας στενός κι απόμερος δρόμος, ένας εμπνευσμένος φυσικός ή τεχνητός φωτισμός, μια λοξή κι αφρόντιστη ματιά στην "πραγματικότητα" και όλα αλλάζουν.   

Μ' αρέσει να περπατάω τα βράδια σε δρόμους χωρίς κίνηση. Να αφήνω τα φώτα των στύλων να δημιουργούν τις δικές τους ελλειπτικές εικόνες και να σκεπάζουν με πέπλα τα πάντα. Να διαισθάνομαι τις ζωές των ανθρώπων πίσω από τις κλειστές κουρτίνες και τις κλειδωμένες πόρτες. Μέσα στα φωτισμένα παράθυρα με το λευκό ή το κίτρινο φως. Τέλος της μέρας. Οι -πάντα- προσωρινοί ένοικοι των δωματίων έχουν πια αρχίσει να μαζεύουν ένα-ένα τα κομμάτια του εαυτού τους που διαμελίστηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και σε τόσους και τόσους άλλους ανθρώπους από το πρωί. Αρκετά κομμάτια ξέμειναν για πάντα στους μικρούς και μεγάλους δρόμους στους οποίους περπάτησαν και πέρασαν, σε σκάλες που ανεβοκατέβηκαν βιαστικά, σε δωμάτια και γραφεία που επισκέφθηκαν. Σε κουβέντες που αντάλλαξαν με άλλους ανθρώπους, σε μονόλογους με λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν και ποτέ δεν ακούστηκαν, σε ματιές, σε ήχους και στην κούραση της μέρας. Ο ήλιος έδυσε εδώ και ώρες.

Τώρα, κλεισμένοι και κλειδωμένοι πίσω απ' την τελική πόρτα, αρχίζουν το κέντημα της μέρας που πέρασε. Κάθε μέρα και ένα μεγάλο κομμάτι. Το πρωί το ξηλώνουν και πάλι από την αρχή.


Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Στον Ποιητή


Ο άνθρωπος. Ένα μηδαμινό Τίποτα που κατασκευάζει εκατομμύρια άλλα μηδαμινά Τίποτα για να χωρέσει, να εναποθέσει την μηδαμινότητά του στο Χάος. Ένα ανύπαρκτο -στα μάτια του- ενεργειακό ολοκαύτωμα, που ανά πάσα στιγμή, συνειδητή και ασυνείδητη, εκσφενδονίζεται στ' άστρα με ασύλληπτες ταχύτητες και επιστρέφει φλεγόμενο. Μια σφαίρα διάπυρη που στροβιλίζεται αενάως.

Κι ύστερα μου μιλάς για χώρες, πατρίδες και λαούς. Δεν μπόρεσα ποτέ να σε καταλάβω. Ναι, εσένα Ποιητή, που κέρδιζες σωρηδόν τα βραβεία των ανθρώπων ενόσω ήσουν εν ζωή και την "αθανασία" τους από τότε που το σκήνωμά σου κατέβηκε στη γη. Δεν μπόρεσα να σε καταλάβω. Πώς γίνεται να εξυμνείς και να δοξάζεις το Φως και το Χώμα και να αναφέρεσαι στον "τόπο σου". Στον συγκεκριμένο και οριοθετημένο τόπο σου και όχι στον εσωτερικό τόπο σου. Αυτό μπορώ να το ξέρω ότι εκεί αναφερόσουν. Αλλά, δεν γίνεται. Κάτι σου ξέφυγε, Ποιητή. Κάτι έχανες διαρκώς ή δεν ήθελες, δεν τολμούσες να αποδεχτείς. Να ανοίξεις την πόρτα του Άγνωστου και να εισβάλεις με θρασύτητα και ορμή αλλά και με την περιέργεια της άγνοιας και της δίψας να μάθεις. Έτσι είναι, Ποιητή. Έτσι θα 'πρεπε να είναι. Και όχι να μιλάς για "Ελλάδα"...

Σε βρίσκω χαμηλότερο, λιγότερο απ' ό,τι έδειχνες. Λειψό. Μίκρυνες πολύ και δεν σε βλέπω. Έγινες ελάχιστος και, με την ταχύτητα με την οποία κινούμαι, δεν προλαβαίνω καν να σε αντιληφθώ. Ούτε τη σκιά σου, ούτε το περίγραμμά σου. Έγινες παρελθόν στο παρόν και στο μέλλον μου.

Φυσικά και δεν υπάρχει ούτε Φως ούτε Χώμα, Ποιητή. Τίποτα απ' όλα όσα διηγήθηκες δεν υπάρχει. Ποτέ δεν υπήρξε. Γελάστηκες και γι' αυτό χάθηκες μέσα σε πελάγη αμφιβολίας και αμφισβήτησης στα στερνά σου. Έψαχνες την Αλήθεια, έτσι; Ε λοιπόν, μάθε πως δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και ούτε θα υπάρξει ποτέ. Γιατί τίποτα δεν "υπάρχει". Την πατήσατε μεγαλοπρεπώς με αυτό το ρήμα όλοι σας. Και πρώτοι και καλύτεροι οι Υπαρξιστές, που στο τέλος χάθηκαν στην αχανή έρημο της απελπισίας και της ματαιότητας του αγνωστικισμού.

Μπορεί όμως κάποτε να έλθει ο καιρός που όσοι απομείνουν -αν απομείνουν κάποιοι από αυτήν την αυτοκτονική πορεία- ίσως αρχίσουν να προσεγγίζουν τη μεγάλη Αλήθεια. Και να σωθούν από την ύλη του κόσμου και από τον κόσμο της ύλης. Να απελευθερωθούν πια και να πάψουν να φτάνουν κάθε φορά μπροστά στον ίδιο τοίχο, με τον οποίο συγκρούονται τρομερά επώδυνα και κάθε φορά νομίζουν πως είναι η τελευταία. Να κάνουν, επιτέλους, το αστρικό ταξίδι.

Πώς είπες; Τι "υπάρχει"; Θες να μάθεις τι είναι αυτό που συνδέει τα ορατά με τα αόρατα; Τι είναι αυτό που κινεί τον χωρόχρονο; Τι είναι πέρα απ' το Φως; Ποιο είναι το όχημα πάνω στο οποίο πηγαινοέρχονται όλα, πέρα απ' τα γνωστά;

Μόνο η αγάπη, Ποιητή. Μόνο η Αγάπη.

Αλλά, ξέρεις ποια Αγάπη; Όχι αυτή που περιφέρεται από στόμα σε στόμα σαν αποδημητικό πουλί και στα πρώτα κρύα μεταναστεύει για θερμότερες περιοχές. Όχι αυτή που στοχεύει και επενδύει. Όχι αυτή που ηδονίζεται στον κόσμο της φθοράς. Ούτε αυτή που εφεσιβάλλει όταν νιώθει πως "προσβάλλεται". Η Αγάπη δεν είναι πουλί που έρχεται και φεύγει. Η Αγάπη δεν είναι άρωμα που χάνει την έντασή του, ξεθυμαίνει και ξεχνιέται. Γι' αυτό μην εύχεσαι ούτε υγεία, ούτε μυαλό, ούτε ευτυχία, ούτε τίποτα. Η Αγάπη δεν είναι αίσθημα, ούτε συν-αίσθημα. Δεν είναι κατάσταση. Η Αγάπη, Ποιητή, είναι βίωμα. Και δεν εξηγείται.

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Pink Floyd


Η πρώτη περίοδος των Pink Floyd. Η "ψυχεδελική". Με χαλαρώνει και με παίρνει απ'αυτόν τον κόσμο... Με βγάζει από κάθε τρέχον αίσθημα, συναίσθημα, αίσθηση και οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με τον ψυχοσυναισθηματικό και πνευματικό μας κόσμο -όλα αυτά δηλαδή στα οποία συνίσταται ο άνθρωπος και η ύπαρξή του. Με πηγαίνει σε έναν άλλο κόσμο, εκεί όπου δεν υπάρχει συνειδητό, δεν υπάρχει ίσως ούτε υποσυνείδητο παρά στέκει μόνο του το ασυνείδητο. Εκεί χάνομαι χρόνια τώρα όποτε ακούω δημιουργίες τους από εκείνη την εποχή. Τότε που ξεκίνησαν με τον Syd Barrett αλλά και για αρκετό καιρό μετά, ακόμη και όταν εκείνος έπαψε να είναι μέλος τους, όταν το "πνεύμα" του και οι πολύ δυνατές επιρροές του ήταν ακόμη παρούσες στο συγκρότημα, που δεν είχε μορφοποιήσει τον νέο ήχο του και δεν είχε βρει τον νέο υπαρξιακό/κοινωνικό/ψυχαναλυτικό προσανατολισμό του.

Τα τελευταία χρόνια, έτσι όπως η συντριπτική πλειονότητα των μουσικών και των τραγουδιών που άκουσα στη ζωή μου έχει πλέον καταρρεύσει, εκείνη η περίοδος των Pink Floyd συνεχίζει να μου μιλάει ακάθεκτη και μάλιστα με πολύ περισσότερη ορμή και αλήθεια πια. Είναι σχεδόν πάντα η υπόκρουση που χρησιμοποιώ όταν κάθομαι να γράψω. Διαθέτει μια ακαταμάχητη και διεισδυτική ενέργεια που με βοηθά να ξεδιπλώνω πολύ εύκολα την φαντασία και το υποσυνείδητό μου.

Είναι τόσο διαφορετικές -αλλά τόσο βαθιές και αληθινές- και οι δυο περίοδοί τους. Η πρώτη, η ψυχεδελική, μέχρι το Obscured by Clouds, και η δεύτερη, η "ψυχαναλυτική", μέχρι το The Wall.

Ο κύκλος είχε πια διαγράψει τα δυο ημικύκλια, είχε συμπληρωθεί και ήταν πλήρης.


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Σε ξένη γη

προς το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων

Είναι αρκετά πρωί, στα τέλη κάποιου Μαρτίου πριν από πολλά χρόνια. Υπάρχουν ακόμα απομεινάρια του χειμώνα αλλά η άνοιξη έχει αποτολμήσει να κάνει αρκετά αισθητή την παρουσία της. Ξέρεις ότι τις παγωμένες νύχτες, λίγο πριν από το ξημέρωμα, μπορείς πια να κυκλοφορήσεις χωρίς το βαρύ χειμωνιάτικο πανωφόρι σου, χωρίς το κασκόλ σου και -σίγουρα- χωρίς γάντια για τα σκαμμένα από την κιθάρα χέρια σου. Το χορτάρι της αυλής δεν πιάνει πια την παχιά λευκή πάχνη και έχει αρχίσει σιγά-σιγά να πρασινίζει και να σηκώνεται από τη γη. Όταν ξυπνάς το πρωί, τα ρούχα σου, που είχες απλώσει στην αυλή στα βάθη της νύχτας για να ξεμυρίσουν από τους καπνούς και τις μουσικές, είναι στεγνά και μυρίζουν καθαρό αέρα του πρωινού. Οι υγρασίες έχουν φύγει για πιο βόρειες χώρες.

Ένα τέτοιο πρωινό ήταν. Ξύπνησε νωρίς για να προλάβει να είναι στην ώρα του. Είχε ετοιμάσει αποβραδίς το σάκο με τα λίγα απαραίτητα που θα χρειαζόταν. Είχε συζητήσει με γνωστούς που είχαν ήδη ζήσει αυτή την εμπειρία και είχε μαζί του και την "Πιτσιλιά στο χακί" -το ημερολόγιο που θα κρατούσε αναλυτικά σε όλη τη διάρκεια της θητείας του, καταχωνιασμένο στη βάση του "λουκάνικου" για το φόβο τών Ιουδαίων. Όλα ήταν έτοιμα. Μέχρι βελόνα και κλωστή -κυρίως αυτά, που επρόκειτο να αποδειχθούν απολύτως απαραίτητα.

Δεν αποχαιρέτησε κανέναν -δεν υπήρχε κανένας για να τον αποχαιρετήσει. Διπλοκλείδωσε το χαμόσπιτο, πήρε στο χέρι του τον "πολιτικό" σάκο με τα λιγοστά του "ατομικά είδη" και έκλεισε πίσω του την πόρτα της αυλής. Την κλείδωσε κι αυτή. Γύρισε για μια στιγμή να ρίξει μια τελευταία ματιά πίσω του. Πίσω απ' τα σιδερένια κάγκελα, στην κορυφή της πόρτας, άφηνε τη ζωή του. Την προηγούμενη ζωή του. Όσα είχε ζήσει μέχρι εκείνη τη μέρα. Πολλά και έντονα χρόνια. Και ήξερε καλά -αφού το είχε ήδη αποφασίσει από καιρό- ότι η ζωή "μετά" την χακί περίοδο δεν θα ήταν η ίδια. Θα συνεχιζόταν αλλιώς, εντελώς διαφορετικά. Σε άλλα σκηνικά, ίσως σε άλλη πόλη, και σίγουρα με άλλο μεροκάματο -τέρμα το νυχτοκάματο πια.

Μάντευε το χορτάρι της αυλίτσας που ξύπναγε πράσινο και υγρό. Σχεδόν άκουγε τους βολβούς μέσα στο χώμα, που, όπως κάθε άνοιξη, ετοιμάζονταν να σκάσουν και να τραβήξουν το δρόμο για τα ψηλά. Δεν είχε κανένα περιθώριο να σκέφτεται τέτοια πράγματα τώρα. Τώρα έφευγε. Κράτησε μέσα του μόνο την εικόνα της κιθάρας του, έτσι όπως την είχε φωτογραφήσει ξαπλωμένη πάνω σ' εκείνο το χορτάρι μιαν άλλη άνοιξη πριν από αρκετά χρόνια. Την έκλεισε μέσα του και έφυγε.

Δεν θυμάται τίποτα από τη διαδρομή μέχρι το Κέντρο. Ούτε πώς έφτασε στο πρακτορείο, ούτε το λεωφορείο, ούτε τη δρόμο. Τίποτα. Οι μνήμες του ξεκινάνε από τη στιγμή που αντίκρισε την πύλη του στρατοπέδου, με τον ψηλό τσιμεντένιο φράχτη και τα συρματοπλέγματα. "Από τη μια αυλή στην άλλη", σκέφτηκε. Μόνο που ετούτο το κτηνώδες και απάνθρωπο κατασκεύασμα με φυλακή έμοιαζε παρά με οτιδήποτε άλλο. Ήξερε πολύ καλά ότι θα περνούσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σε μια φυλακή φτιαγμένη ειδικά για αυτήν την ηλικία των ανδρών. Τότε που είναι ορμητικοί, περήφανοι και επαναστατημένοι, γεμάτοι ιδέες και πράξη. Τότε ακριβώς είναι που η κραταιά τάξη τους υποτάσσει και τους ευνουχίζει δια παντός. Την κρίσιμη περίοδο της ανάτασης. Της Άνοιξής τους.

Κοντοστάθηκε κοιτάζοντας τα πρόβατα που έμπαιναν στο σφαγείο. Ένας-ένας έφταναν μπροστά στον ΑΜίτη και αφού απόθεταν το σάκο τους πάνω σε έναν πάγκο, τον άνοιγαν και έβγαζαν από μέσα ό,τι είχαν και δεν είχαν. Απόλυτος και εξονυχιστικός έλεγχος. Μόνο ακτινογραφία δεν τους έβγαζαν. Και το ύφος του σκοπού; Το ύφος που έχει το βλαχάκι που αποκτά θέση και κοινωνική υπόσταση. Θρασίμι πραγματικό. Τα πρόβατα προχωρούσαν και αντιδρούσαν εντελώς υπνωτισμένα και υποταγμένα στη μοίρα τους. Κάποια απ' αυτά ήταν επίσης θρασίμια και ανάγωγα σπέρματα κακιάς γέννας, που περίμεναν την ένταξή τους στο σφαγείο προκειμένου να ξεράσουν όλη την κακότητα και την κακοχωνεμένη εφηβεία τους. Σαν μηρυκαστικά θα την ξανάβγαζαν στην επιφάνεια, θα τη ξέρναγαν πάνω στα υπόλοιπα πρόβατα, που, μη έχοντας κανένα περιθώριο αντίδρασης, θα ήταν αναγκασμένα να υπομένουν.

Η σελίδα της ημέρας παρουσίασης από την "Πιτσιλιά στο χακί"
 
Τα ήξερε όλα αυτά. Ήξερε τι τον περίμενε. Δεν ήταν πρωτάρης. Χρόνια στη νύχτα και στα άγονα και βρωμισμένα μονοπάτια της, είχε καταλάβει τι σημαίνει απελευθέρωση του σκοτεινού εαυτού μας. Είχε πάψει από καιρό να αναθεματίζει την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά σ' αυτήν την πύλη και προσπαθούσε να καταπιεί αμάσητη αυτήν την τετράγωνη πραγματικότητα που του επιβαλλόταν ερήμην της θέλησής του. Μια μεγάλη μαλακία ήταν όλο αυτό το παιχνίδι, το σκηνικό, και το ήξερε. Και όλοι όσοι το υπηρετούσαν ήταν αρρωστημένα μυαλά και μολυσμένα σώματα με αιματοβαμμένα χέρια. Και τώρα προσπαθούσε. Προσπαθούσε πολύ. Προσπαθούσε να κλείσει την καταπακτή μέσα του και να την ξανανοίξει μετά από ενάμισι χρόνο. Να την κρατήσει ερμητικά κλειστή και να λειτουργεί μηχανικά. Απόλυτα και τετελεσμένα. Δεν είχε άλλο δρόμο. Αλλιώς θα τρελαινόταν.

Δεν ήθελε να μπει αμέσως μόλις έφτασε. Ακριβώς απέναντι από την πύλη βρισκόταν ένα καφενεδάκι όπου έβρισκαν απάγκιο τα εκκολαπτόμενα φανταράκια μαζί με τις μανάδες και τους πατεράδες τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τις φιλενάδες τους, που τα βομβάρδιζαν με παρηγοριές και οδηγίες. Εκείνα υπνωτισμένα, αποχαυνωμένα από τη ζοφερή προοπτική και ανήσυχα και ανυπόμονα για το κοντινό μέλλον, ήταν αδύνατο να σταθεροποιήσουν κάπου το βλέμμα τους και απαντούσαν μηχανικά. Έβλεπες πως δεν ήταν εκεί. Ήταν ήδη μέσα. Μόνο το κορμί τους ήταν καθισμένο με τους δικούς τους ανθρώπους. Εκείνοι είχαν ήδη περάσει την πύλη και χάνονταν στην ανωνυμία και στο τίποτα.

Κάθισε παράμερα, σ' ένα μοναχικό τραπεζάκι, έτσι ώστε να έχει οπτική επαφή με τους περισσότερους αλλά και με την πύλη απέναντι. Παράγγειλε καφέ και άναψε τσιγάρο. Οι ανάσες του είχαν αρχίσει να βαθαίνουν. Ο ήλιος να ανεβαίνει. Η ώρα είχε πάει έντεκα και μισή. Οι οδηγίες έλεγαν πως έπρεπε να περάσει τη πύλη το αργότερο μέχρι τη μία. Ένα-ένα τα παιδιά σηκώνονταν, αποχαιρετούσαν τους δικούς τους, που συνήθως με το ζόρι συγκρατούσαν τα δάκρυά τους, και κατευθύνονταν προς την πύλη διασχίζοντας την άσφαλτο. Του έκανε εντύπωση πως από τη στιγμή του τελευταίου ασπασμού και μετά κανένας τους δεν γύρισε το κεφάλι να κοιτάξει όσους και όσα άφηνε πίσω του.

Ήπιε τον καφέ του κάπως βιαστικά από κάποια στιγμή και μετά. Ένιωθε πια κι εκείνος πως δεν ανήκε εκεί. Λες και η ζελατίνα ξεκόλλαγε γρήγορα από το κορμί του, από τη ζωή του ολόκληρη, και τον αποξένωνε απ' όλα. Τα πόδια του τον μυρμήγκιαζαν. Ήθελε να σηκωθεί και να περπατήσει προς τα εκεί. Σαν τη μύγα που, υπνωτισμένη από το φως, πάει και πέφτει πάνω του σαν τυφλή. Και κολλάει πάνω στη λάμπα τυφλωμένη. Έτσι κι εκείνος. Το μόνο που έβλεπε πια ήταν ένα στενόμακρο σκοτεινό τούνελ που κατέληγε στο λευκό κράνος τού ΑΜίτη. Στα δυο χέρια που έψαχναν και έλεγχαν το σάκο του λες και του ανακάτευαν τα εντόσθια. Χωρίς να μπορεί πια να έχει τίποτα κρυφό και προσωπικό.

Άφησε τα κέρματα πάνω στο τραπεζάκι και μπήκε στο τούνελ.