Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Μικρά ζύμη ὅλον τό φύραμα ζυμοῖ



Σε μια κηδεία υπάρχουν πολλές μοιρολογίστρες. Έρχονται να επιτελέσουν το έργο τους ορμώμενες από ένα περίεργο καθήκον. Τις περισσότερες φορές δεν έχουν καμιά σχέση με τον νεκρό πέραν ίσως της απλής γνωριμίας -όταν πρόκειται για στενό κύκλο. Είναι κάτι σαν μισθοφόροι τού πένθους και τού οδυρμού που μόλις τελειώσουν τη δουλειά τους φεύγουν. Έχουν όμως καταφέρει να πυροδοτήσουν τον πόνο και τις ανεξέλεγκτες αντιδράσεις των υπολοίπων. (Στα δεδομένα της κοινωνίας θα μπορούσαμε να τις παρομοιάσουμε με τα ΜΜΕ -αυτά είναι αποδεδειγμένα αμειβόμενα.) Υπάρχουν και οι τεθλιμμένοι συγγενείς, που αφήνονται, άλλες φορές βουβοί και άλλες οδυρόμενοι, στον πόνο και στο πένθος τους. Συνήθως, όταν πρόκειται για βίαιο θάνατο, δολοφονία, χρόνια ή οξεία αρρώστια ή οποιαδήποτε άλλη αιτία πέραν της φυσιολογικής ("πλήρης ημερών"), οι πενθούντες δεν διστάζουν να αναζητήσουν τον "υπεύθυνο" του θανάτου –ακόμη και να αποδώσουν ευθύνες και κατηγορίες. "Τον σκότωσε η δουλειά", "Την έφαγε η μάνα της", "Τον τσάκισε αυτή η γυναίκα", "Ας όψεται η ανέχεια!" Φαινόμενα λίγο-πολύ γνωστά όχι μόνο στην ελληνική αλλά γενικότερα στην ανθρώπινη πραγματικότητα. Σ’ αυτή που δεν αντέχει να αποδεχθεί τον θάνατο ως φυσική κατάληξη μιας σύντομης ή μακρόχρονης ζωής -ας μην αναφερθούμε στην πιθανότητα μετάβασης.

Σε μια κηδεία λοιπόν χορταίνεις κλάματα γοερά και κοπετό. Εκεί είναι όλοι πρωταγωνιστές. Η ζωή όμως πρέπει να συνεχιστεί, θέλουμε-δεν θέλουμε, ανεξάρτητα από πόνους και απώλειες. Το θέμα πια είναι ποιος θα κάνει τη βρώμικη δουλειά. Ποιος θα βάλει τον νεκρό κάτω απ’ το χώμα. Εκεί θέλει κότσια. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αφού ψάλει ο παπάς τον νεκρό –ή αφού ολοκληρωθεί η πολιτική ή όποιας άλλης μορφής κηδεία– οι "θαρραλέοι" παρευρισκόμενοι παίρνουν τα γυναικόπαιδα και τα απομακρύνουν με ελαφρύ χτυπηματάκι στην πλάτη και αγκαλιά. "Έλα, πάμε τώρα. Φτάνει". Γιατί; Επειδή δεν είναι "πρέπον" και ανεκτό ("politically correct") να βλέπουν τους δυο-τρεις νεκροθάφτες να φτυαρίζουν τον νεκρό, τον άνθρωπό τους δηλαδή, και να σκεπάζουν σιγά-σιγά με χώμα το πετρωμένο σκήνωμά του. Επειδή αυτή η δουλειά έχει ζόρι. Πώς να χωρέσεις τη ζωή σε μια τρύπα στο χώμα... Οι νεκροθάφτες όμως είναι κανονικοί και ζωντανοί άνθρωποι όπως οι υπόλοιποι που αποχωρούν. Με αισθήματα, παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αυτή όμως είναι η δουλειά τους –και την κάνουν καθημερινά. Χωρίς να έχουν καμιά σχέση με το γεγονός του θανάτου τού συγκεκριμένου ατόμου -δεν ευθύνονται για αυτόν. Αριθμητικά είναι οι λίγοι, όχι οι πολλοί. Οι πολλοί φροντίζουν να κατευθύνονται προς τον καφέ ή το κονιάκ της παρηγοριάς και να μοιρολογούν μακριά από το πτώμα. Έξυπνο και βολικό από μια άποψη, δε λέω.

Μέχρι τη στιγμή που ο τόπος συνέχιζε να προχωρά μέσα στο βούρκο υπήρχαν μόνο τέσσερα βασικά κόμματα στη βουλή. Τα δυο ήταν απολύτως υπεύθυνα για τον γλυκό κατήφορο και τη φρικτή έκπτωση και εξαθλίωση που ζούσε ο τόπος αλλά και για τον Αρμαγεδδώνα που ήλθε και σάρωσε -αλλά δεν είχε ακόμη αρχίσει κι έτσι ο κόσμος ξεγελιόταν γιατί δεν είχε καταλάβει τις συνέπειες τής πολύχρονης ασωτίας.

Το τρίτο κόμμα ήταν ένα κόμμα με μεγάλη ιστορία και προσφορά στον τόπο -αν και με μεγάλα λάθη επίσης, τόσο για το ίδιο όσο και για τον τόπο. Θα ήταν αδύνατο να αναλάβει την κάθαρση επειδή δεν είναι κόμμα εξουσίας. Και δεν είναι κόμμα εξουσίας επειδή αυτή είναι η γραμμή του και το πιστεύω του. Δεν πιστεύει σε "στενές" και προσωποποιημένες εξουσίες. Υπερασπίζεται μια άλλη μορφή κοινωνίας και κόσμου, που, όμως, είναι πολύ-πολύ μακριά από τον ρεαλισμό και δεν ξέρουμε αν ποτέ η ανθρωπότητα καταφέρει να την προσεγγίσει. Σίγουρα όμως πρέπει να περάσει πρώτα από τα ενδιάμεσα στάδια, αφού για να διαβάσεις ένα βιβλίο πρέπει πρώτα να μάθεις αλφαβήτα, ανάγνωση, γραμματική, σύνταξη,... και κάποια στιγμή, αν και όταν βρεθεί το βιβλίο και η στιγμή το ευνοεί, να καταφέρεις να αρχίσεις να διαβάζεις. Δηλαδή, απαιτείται προσαρμογή στην στενή και προσωποποιημένη πραγματικότητα. Αυτήν την πραγματικότητα που ορίζουμε όλοι μαζί πάνω στη γη και που, μετά την άφιξη τής Πληροφορικής, έχει γίνει απόλυτα διαδραστική και παγκόσμια.

Υπήρχε και ένα τέταρτο κόμμα, που άλλοτε ψυχορραγούσε και άλλοτε τα κατάφερνε. Ήταν αριστερό. Αλλά μιας Αριστεράς φύσει και θέσει πολύ πιο προσγειωμένης από τους προηγούμενους. Επειδή -από φύση- μόνο η Αριστερά μπορεί να εκτελεί κάθαρση (όσο μπορεί), αφού η φιλοσοφία της δεν εδράζεται στο κέρδος αλλά στον Άνθρωπο, και από την Αριστερά μόνο εκείνο το κομμάτι που -από θέση- δεν διστάζει, ούτε φοβάται, να λερωθεί επειδή είναι πιο ενταγμένο και προσγειωμένο. Που δεν διστάζει να βάλει τα χέρια στη φωτιά για να βγάλει τα κάστανα. Που δεν στέκεται στην άκρη ως φωνή διαμαρτυρίας. Χρήσιμη κι αυτή η φωνή αλλά την κρίσιμη στιγμή πρέπει κάποιος να αποφασίσει και να αναλάβει το (όποιο) τίμημα της απόφασης. Αλλιώς τίποτα δεν πρόκειται να προχωρήσει και ο νεκρός θα παραμείνει άθαφτος και θα βρομίσει ενώ η ζωή δίπλα θα συνεχίζεται ακάθεκτη και αδίστακτη. 

Πάντα στη ζωή έρχεται μια στιγμή κατά την οποία κάποιος -ένας συνήθως, στα ευρύτερα κοινωνικά πλαίσια μπορεί να πρόκειται για μια ομάδα- πρέπει να αναλάβει το δύσκολο έργο μιας απόφασης και της εφαρμογής της. Μπορεί να τα καταφέρει, μπορεί και όχι. Μπορεί να καταφέρει λίγα. Σίγουρα θα κάνει λάθη. Είναι αδύνατον να μην κάνει λάθη όποιος δρα και ενεργεί. Μόνον όποιος μένει ακίνητος και σιωπηλός δεν κάνει λάθη. (Εκεί η ζωή απλώς τον ξεπερνάει χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει. Αυτός όμως εξακολουθεί με πείσμα και λύσσα να υποστηρίζει πως είναι "παρών" και έχει και άποψη που δεν εννοεί να μην την διακηρύσσει με σκοπό να την επιβάλει κιόλας.) 

Ο τόπος γλίστραγε προς την τρύπα. Έπρεπε κάποιος να φροντίσει πρώτα να την καθαρίσει και μετά να αναλάβει το θλιβερό έργο τού ενταφιασμού -τού έντιμου και ανθρώπινου ενταφιασμού. Για να συνεχιστεί η ζωή πάνω απ' το χώμα. Ο παλιός μικρός πυρήνας (με όλες τις κατοπινές μεταλλάξεις και "ενσαρκώσεις" του) ήταν ο μόνος πολιτικός φορέας που τελικά έμενε για να καθαρίσει την Κόπρο του Αυγείου σε αυτή τη φάση της ιστορίας του τόπου. Πολύ δύσκολη η αποστολή για κάθαρση -κυριολεκτικά ηράκλεια. Όσο για τον πολιτικό φορέα, από εκεί που ήταν ένα κόμμα του 3,5-4%, με διαρκείς ανακατατάξεις, ανατροπές και εσωτερικές αναπροσαρμογές, έπρεπε ξαφνικά να μετατραπεί αρχικά σε κόμμα υψηλών ποσοστών και, δεύτερο και σπουδαιότερο, σε κυβερνητικό κόμμα. Φυσικά είναι αδύνατον τα συνειδητά ποσοστά του να εκτιναχθούν ξαφνικά μέσα σε μια νύχτα σε τέτοια ύψη. Είναι φυσικό και επόμενο να αντλήσει το μεγάλο, νέο κομμάτι του μέσα από τους πρώην ακόλουθους των άλλων φορέων. Που, φυσικά, δεν είναι βγαλμένοι από τα σπλάχνα του και συνήθως δεν είναι καν "αριστεροί" στη βάση τους. Είναι όμως άνθρωποι. Άνθρωποι χτυπημένοι αλύπητα από τη ζωή και τις εξελίξεις της. Άνθρωποι μεροκαματιάρηδες, περισσότερο ή λιγότερο τίμιοι (δεν έχει σημασία, ποιος εξάλλου μπορεί να είναι απόλυτα τίμιος;), άνθρωποι τής διπλανής μας πόρτας, άνθρωποι που έχασαν το γέλιο και τη χαρά τους και θέλουν να ξαναγελάσουν πριν φύγουν για πάντα, άνθρωποι εργατικοί και χρήσιμοι, που αγαπούσαν να πέφτουν για ύπνο το βράδυ κουρασμένοι από δουλειά και όχι από το βάρος τών αδιεξόδων. Άνθρωποι που μέσα στην απελπισία τού χαμού και τής διάλυσης πιάστηκαν από το μοναδικό σταθερό και άμεμπτο κλαδί που συνάντησαν στο ρέμα που βυθιζόταν πια βαθιά στον Αχέροντα. Όταν μέσα σε μια στιγμή αρπάζονται από πάνω σου τόσοι άνθρωποι, λυγίζεις. Είναι νόμος τής Φυσικής αυτός. Είναι στο χέρι σου, στην ευελιξία σου, στην ευφυΐα σου τελικά, να μην σπάσεις. Και ο πρώην μικρός πυρήνας λύγισε αλλά ευτυχώς δεν έσπασε. Γιατί ήξερε από εσωτερικές συγκρούσεις και συνύπαρξη διαφορετικοτήτων καλύτερα από κάθε άλλον. Όταν οι άλλοι έγραφαν μονοκοντυλιά την πολιτική γραμμή τους, αυτός ο πυρήνας διασπαζόταν και διασπαζόταν (είχε καταντήσει "ανέκδοτο" για τους υπόλοιπους, που όμως ποτέ δεν κατάλαβαν πόση σοφία κρύβει η κάθε διάσπαση...). Κι έτσι απέκτησε ελαστικότητα. Είναι νόμος τής Φυσικής κι αυτός -τής φύσης δηλαδή. Όταν δεν σπας, να γίνεσαι ευλύγιστος. Τον αποκάλεσαν οσφυοκάμπτη. Εύκολη αναγωγή. Δεν τους βγήκε όμως. Η ζωή τα 'φερε αλλιώς.

Οι φωνές διαμαρτυρίας είναι πάντα χρήσιμες. Μπορούν και φωτίζουν αθέατες πλευρές που, για διάφορους λόγους, δεν είχαν τραβήξει την απαιτούμενη προσοχή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Χρειάζονται γιατί ξεβολεύουν την εκάστοτε αρχή και την αναγκάζουν να πάρει θέση υπεύθυνη σε θέματα που σε αντίθετη περίπτωση θα παρέμεναν δευτερεύοντα ή αδιερεύνητα. Σε θέματα που δεν έλαβαν την απαιτούμενη προσοχή είτε από παράλειψη, είτε από ολιγωρία, είτε από έλλειψη πείρας, είτε ακόμη και σκόπιμα -αφού η ήρα πάντα ελλοχεύει μέσα στο σιτάρι.

Όταν αυτός ο μικρός πυρήνας εξέλεγε τον άνθρωπο που θα αναλάμβανε την εκπροσώπησή του, είχε το θάρρος και την πολιτική διορατικότητα -ακόμη μια φορά- να εκλέξει ένα νέο σε ηλικία και άφθαρτο μέλος. Οι υπόλοιποι φορείς, όταν άρχισαν να χάνουν τους ψηφοφόρους τους με ταχύτατους ρυθμούς, κατάλαβαν πως έπρεπε να ακολουθήσουν. Αλλά ακόμη μια φορά δεν κατάφεραν να υπερβούν τους παλιούς-κακούς εαυτούς τους. Το ένα κόμμα επέλεξε νέο σε ηλικία άνθρωπο αλλά φορτωμένο με κυβερνητικό παρελθόν και ασήκωτο αρνητικό οικογενειακό βάρος και το δεύτερο πρώην κόμμα εξουσίας έκανε ακριβώς το ίδιο. Ήταν πια φανερό πως τα δυο κόμματα είχαν σβήσει -τουλάχιστον για ένα διάστημα. Παρέμεναν δέσμια των ίδιων παθογενειών που τα ήλεγχαν και τα καθοδηγούσαν εδώ και δεκαετίες. Και ήταν βέβαια αυτές οι ίδιες παθογένειες που είχαν οδηγήσει τον τόπο στον γκρεμό. Δεν είχαν κανένα κουράγιο να αλλάξουν ούτε καν το εσωτερικό τους, πόσω μάλλον τη χώρα. Ο κόσμος το έβλεπε αυτό. Και όσοι δεν το αντιλαμβάνονταν διαλεκτικά, το ένιωθαν διαισθητικά. Το έβλεπαν στα μάτια. Όσο για το τρίτο κόμμα, δεν είχε καν το κουράγιο να εκλέξει νέο άνθρωπο.

Τα συμφέροντα σε παγκόσμιο -αλλά και σε τοπικό- επίπεδο είναι πολλά. Εξάλλου, πάντα ήταν και μάλλον ακόμη δεν γίνεται αλλιώς. Ίσως σε κάποιον άλλον πολιτισμό, σε κάποιες άλλες διαστάσεις να επιτευχθεί αυτό που εδώ φαντάζει και αποδεικνύεται αδύνατο. Ας έχουν κι αυτοί την ευκαιρία τους και ας δούμε τι θα γίνει. Ας δούμε αν και τι θα καταφέρουν μέσα σ' αυτόν τον παγκόσμιο ορυμαγδό. Κανείς δεν κατέχει το αλάθητο, ούτε και μπορεί να επιτελέσει έργο μεσσία. Ήδη το κόμμα των μικρών ποσοστών έχει δεχθεί τεράστιες μολυσμένες μάζες από χώρους της πρώην εξουσίας. Η μέση εικόνα -αλλά και η μέση πολιτική αλήθεια- τού πρώην μικρού φορέα αλλάζουν τρομακτικά. Και οι εποχές τρέχουν εξίσου τρομακτικά. Όπως και οι ανάγκες του κόσμου και των απλών ανθρώπων -οι στοιχειώδεις ανάγκες μας. 


Βέβαια, άριστα έπραξε και κατέθεσε το λουλούδι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ο χώρος εκείνος, καθώς και κάθε νεκρός, ανεξάρτητα τού πού "ανήκε" ιδεολογικά όταν ζούσε (σύμφωνα με τις επιταγές μιας άλλης, περασμένης εποχής), δεν ανήκουν πια σε κανέναν. Ανήκουν σε όλους. Και όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο απλώς δεν μπορούν, τους είναι υπερβολικά δύσκολο, να αλλάξουν εποχή. Οι εποχές δεν αλλάζουν -οι εποχές ήδη άλλαξαν. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει, ας τραβηχτεί στην άκρη τής ιστορίας και ας σωπάσει για πάντα. Κάποτε έπρεπε κάποιος να αποτίσει και εκεί φόρο τιμής ως εκπρόσωπος όλων και να πάψει το μέρος να αποτελεί άντρο και καπηλεία τής Αριστεράς -μιας Αριστεράς που, σε συνδυασμό με την Δεξιά, εξακολουθούσαν (και οι "αμετανόητοι" εξακολουθούν και ίσως εξακολουθήσουν για πολύ ακόμη) να διαιωνίζουν τον Εμφύλιο. Οι μεν από φόβο, οι δε από συμφέρον.

ΕΙΚΟΝΑ 1: Θέτιδα και Νηρηίδες πενθούν τον Αχιλλέα, κορινθιακή μελανόμορφη υδρία, 560–550 π. Χ. Μουσείο Λούβρου.
ΕΙΚΟΝΑ 2: Ο Ηρακλής αλλάζει τον ρου τών ποταμών Πηνειού και Αλφειού για να καθαρίσει τους στάβλους τού Αυγείου, ρωμαϊκό μωσαϊκό, 3ος αι. μ.Χ.

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Ζάχος Χατζηφωτίου - Στα Μονοπάτια τού Πολέμου


Ο Ζάχος Χατζηφωτίου είναι  μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Αυτό είναι σίγουρο. Είναι ίσως επίσης μια άκρως αντιφατική προσωπικότητα. Πολλά μπορεί να πει κανείς. Στοιχεία και δεδομένα υπάρχουν τόσα πολλά. Το βιογραφικό του είναι πλούσιο και ο ίδιος δεν είχε ποτέ κανέναν ενδοιασμό να αποκρύψει τη ζωή του, τις καταβολές και τη δράση του. Ίσως ένας πραγματικά αντιδραστικός και ατίθασος χαρακτήρας να ήταν η αιτία που τον οδήγησε σε πολλές ολικές ανατροπές στη ζωή του μα και σε άλλες τόσες κοινωνικά "προκλητικές" συμπεριφορές. Πάντα μπορούμε να αναζητούμε τις αιτίες των διαφόρων συμπεριφορών πίσω από τους ανθρώπους αλλά δεν έχει πάντα νόημα.

Σε καμιά περίπτωση δεν υποστηρίζω πως πρόκειται για έναν παρεξηγημένο άνθρωπο. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχουν "παρεξηγημένοι" άνθρωποι. Υπάρχουν απλώς άνθρωποι. Ο καθένας με την ιστορία του, την προίκα του και τα τάλαντά του, που αλληλεπιδρούν με τον κόσμο και τη ζωή με βάση όλα όσα περιείχαν, έμαθαν και βρήκαν στο διάβα της. Που προχωράνε στην αρχή σαν τυφλά γατιά, ψηλαφώντας το δρόμο που οι άλλοι ανοίγουν μπροστά τους. Το δρόμο που οι άλλοι έχουν ήδη διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό. Είτε κοντινοί, είτε μακρινοί. Και τα γατιά κάποια μέρα ανοίγουν τα μάτια.

Κάπως έτσι έγινε και με τον Ζ.Χ. Από αστική οικογένεια, με οικονομική επιφάνεια και ευρύτατο κοινωνικό κύκλο, δεν θα μπορούσε να μην ανήκει στην ελίτ τής μεταπολεμικής Ελλάδας και να συναναστρέφεται τους γνωστότερους πολίτες της -τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό και κάθε άλλο επίπεδο. Οι άνθρωποι που ήδη από εκείνα τα χρόνια γνώριζαν την Κηφισιά ως θέρετρο -και μάλιστα όχι κάποια απομακρυσμένη εξοχή της αλλά το κέντρο με τα περίφημα και πολυτελέστατα ξενοδοχεία της-, σίγουρα ανήκαν σε "άλλο" κύκλο.

Με όλα αυτά -και άλλα τόσα- τα δεδομένα ξεκίνησε και εκείνος τη ζωή του. Και έτυχε στα 17 του χρόνια η χώρα του να εμπλακεί στην μεγαλύτερη γνωστή πολεμική περιπέτεια που γνώρισε μέχρι σήμερα ο πλανήτης. Θες η αντίδραση, θες η καταπίεση από το σπίτι και οι προσδοκίες των γονιών του από εκείνον, θες η έπαρση και ο ηρωισμός της νεότητας, όλα αυτά σίγουρα συνέβαλαν στο γεγονός ότι ο Ζάχος εγκατέλειψε την Αθήνα μια νύχτα στις αρχές του πολέμου και έφυγε για την Μέση Ανατολή και την Αλεξάνδρεια. Έφυγε για να πολεμήσει και να γίνει ήρωας. Πραγματικός ήρωας όχι παραμύθια και φιγούρες. Πολέμησε σαν σκυλί σε τρία από τα μεγαλύτερα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου: Τομπρούκ, Ελ Αλαμέιν και Ρίμινι. Μάζεψε ένα σωρό παράσημα, πέρασε μέσα από σφαίρες που σφύριζαν γύρω του, περπάτησε ανάμεσα σε νάρκες σαν να χόρευε μπαλέτο, είδε τους καλύτερους συντρόφους του να ξεψυχάνε μέσα στα χέρια του και έθαψε άλλους τόσους στην καυτή άμμο της αφρικανικής ερήμου. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, την ημέρα που επέστρεψε ζωντανός και νικητής στην Αθήνα, μετά από απουσία τριάμισι χρόνων, βρήκε την πόλη του βυθισμένη στα Δεκεμβριανά και στον εμφύλιο που μόλις ξεκινούσε. Τραγικές ιστορίες που παρέμειναν ανεπούλωτες για πολλές δεκαετίες και που σίγουρα διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και τον ψυχισμό τού συγγραφέα. Πολλές φορές γράφει πως όταν κάποιος ζήσει όσα έζησαν εκείνος και οι σύντροφοί του τότε αλλάζει η οπτική του στη ζωή -θέλει δεν θέλει.

Το βιβλίο θα έπρεπε να το διαβάσουν όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας. Είτε πιστεύουν στη ζωή είτε όχι -και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Είτε είναι τοποθετημένοι πολιτικά είτε όχι. Είτε είναι φτωχοί είτε πλούσιοι. Γιατί όλα αυτά τα ξεπερνάει η αφήγησή του. Πηγαίνει πιο πέρα από εκεί, αγγίζοντας πρωτογενείς και πρωτόγονες καταστάσεις του ανθρώπου. Δεν πρόκειται για μια ακόμη πολεμική ανταπόκριση, ούτε ένα ακόμη ιστορικό ντοκουμέντο. Είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα και δυνατότερα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον πόλεμο. Η σκληρή -έως και απάνθρωπη- περιγραφή μιας αδιανόητης καθημερινότητας στο μέτωπο. Πάντα όμως με ύφος γλαφυρό, γεγονός που σώζει το κείμενο από τον κίνδυνο να καταστεί σε κάποια σημεία αφόρητο ή και ισοπεδωτικά αδιάφορο.

Η παρουσία του καθηγητή Γεώργιου Αλέξανδρου Μαγκάκη στον πρόλογο του βιβλίου δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο βίος, η πολιτεία και το ήθος τού ανδρός είναι γνωστά. Και, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, τα λόγια είναι λίγα για να "παρουσιάσει" κανείς ένα τέτοιο κείμενο.

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Ο μπαρμπα-Βάγγος


Τον θυμάμαι. Πάνω στα βουνά της Πίνδου. Καθισμένος σ' ένα βράχο, με το 'να πόδι μαζεμένο και το άλλο απλωμένο μπροστά. Φόραγε την τραγιάσκα του, ένα κάπως χοντρό καρό πουκάμισο και σκούρο παντελόνι. Στο χέρι το σκέτο τσιγάρο κάπνιζε ανάμεσα στα χιλιοχαρακωμένα και κιτρινισμένα δάχτυλα. Στο άλλο χέρι το πακέτο -κασετίνα. Το μουστάκι κίτρινο κι αυτό από τον καπνό τόσων και τόσων χρόνων. Τα μάτια κλεισμένα ελαφρά, ατένιζαν το άπειρο του ορεινού τοπίου. Δίπλα του αφημένη η γκλίτσα, ακουμπισμένη στο πλάι του βράχου, πιστός σύντροφος και στήριγμα μιας ολόκληρης ζωής. Κούναγε μόνος του το κεφάλι πάνω-κάτω κάποιες φορές λες και συμφωνούσε με τον εαυτό του. Τον παρακολουθούσα αμίλητος. Μερικές στιγμές χαμογελούσε με όσα σκεφτόταν. Δεν έλεγε τίποτα.

Είχε περάσει όλη του τη ζωή πάνω σ' αυτά τα βουνά. Μόνο τους χειμώνες κατέβαινε στον κάμπο μαζί με τα ζώα και την οικογένεια για να ξεχειμωνιάσουν. Το βουνό ήταν πολύ σκληρό το χειμώνα και τα παιδιά μικρά και τα ζώα πεινούσαν. Δεν μπορούσες να ζήσεις. Δεν είχες να φας και το χιόνι έφτανε πολλές φορές το ενάμισι μέτρο. Και εξάλλου, το σπίτι δεν ήταν μέσα στο χωριό αλλά ψηλά, στον συνοικισμό. Μισή ώρα από την πλατεία ανηφόρα σκληρή, που τις περισσότερες φορές την έκανε καβάλα στο ζώο. Παρά τις δυσκολίες όμως, δεν έβλεπε την ώρα το χειμώνα να ξαναφανεί ο πρώτος ανοιξιάτικος ήλιος και να πάρει πάλι την ανηφόρα. Ήταν και δύσκολα χρόνια εκείνα. Στην ουσία δεν υπήρχε δρόμος από το χωριό μέχρι εδώ πάνω. Ένα κάπως πατημένο μονοπάτι ήταν, που όμως, όταν άρχιζαν τα πρωτοβρόχια, μετατρεπόταν σε χείμαρρο ορμητικό. Παράσερνε τα πάντα στο πέρασμά του. Πολλές φορές είχαν γκρεμιστεί τα ζώα μαζί με τα φορτώματά τους από την ορμή των νερών.

Στους κάμπους χαμηλά είχε χάσει ένα χειμώνα τον έναν αδελφό του. Από κεραυνό. Καταμεσής του χωραφιού τον βρήκε. Τον έβαλε σημάδι και τον χτύπησε. Τον έκαψε σαν λαμπάδα. Άλλες χρονιές οι γυναίκες γέννησαν παιδιά κάτω από τα δέντρα του κάμπου. Εκεί τις βρήκε η ώρα τους, σπάσαν τα νερά, εκεί γέννησαν.

Έτσι ήταν όλη του η ζωή, έτσι κύλησε. Τα τελευταία όμως χρόνια είχε φτιάξει κάπως το σπίτι στο βουνό και είχε δώσει τα πολλά ζώα. Τέρμα τα πήγαινε-έλα στα χειμαδιά. Στρώθηκε και το μονοπάτι με τσιμέντο στο μεγαλύτερο μέρος του. Τα παιδιά μεγάλωσαν και σκόρπισαν. Άλλο για την Αθήνα, άλλο για την κοντινή πόλη και η κόρη παντρεύτηκε στην πρωτεύουσα. Απόμειναν οι δυο γέροι, δυο κούτσουρα, να πιλατεύουν ο ένας τη ζωή του άλλου και να αρμέγουν τα ένα-δυο πρόβατα που είχαν κρατήσει. Κράτησαν και μερικές κότες για να μαζεύουν αυγά για τ' αγγόνια τους, που έρχονταν πού και πού στο χωριό να δούνε τους παππούδες. Έβαζαν και κήπο με όλα τα χρειώδη. Η γριά του άντεχε και ζύμωνε ακόμη ψωμί και το τζάκι είχε μεγαλώσει και ενισχυθεί έτσι ώστε να τους κρατά ζεστούς τα ατέλειωτα βράδια που ανακάτευαν τη θράκα του. Έτσι κι αλλιώς, στο ένα δωμάτιο ζούσαν το χειμώνα. Ύπνο, φαγητό, τηλεόραση και τζάκι, όλα εκεί.

Είχε γεράσει πια πολύ και είχε κουραστεί άλλο τόσο. Κόντευε τα ενενήντα. "Μια από τις χρονιές που έρχονται είναι δικιά μου", μου είπε κάποια στιγμή και γέλασε πονηρά. "Πέρσι ήταν του Μήτσου, πρόπερσι του Πάνου. Φέτος δεν έχει δείξει ακόμη. Ποιος ξέρει... Μπορεί να 'ναι η δικιά μου". Και ξαναγέλασε. Δεν είχες τι να πεις. Καθόμουν με ανοιχτό το στόμα και παρακολουθούσα την προαιώνια τραγωδία της ζωής να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μου. Αυτήν την τραγωδία που έμελλε να ζήσω κι εγώ πολλές φορές στα χρόνια που θα 'ρχονταν. Δεν μιλούσα. Δεν είχα τι να πω ούτε τι να σκεφτώ. Τι να πεις και τι να σκεφτείς δηλαδή...

Ο μπαρμπα-Βάγγος έχει φύγει χρόνια τώρα. Μια χρονιά ήταν "η δική του". Έμεινε για πάντα εκεί πάνω στα βουνά όπου γεννήθηκε και έμαθε τη ζωή. Εκεί όπου άνθισε κλαράκι μικρό και μεγάλωσε σε δέντρο εύρωστο και αιωνόβιο. Εκεί κοντά στον αιώνα έφυγε. Τη γριά την άφησε πίσω ζωντανή. Ήταν σίγουρος πως έτσι θα συνέβαινε. Επειδή -όπως έλεγε- εκτός από μεγαλύτερος, ήταν και πιο ευαίσθητος από κείνη.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Ο ουρανός (συνεχίζει να) φεύγει βαρύς



Πέρα από την καθαρά αυτο-ψυχαναλυτική πλευρά τής ανάγκης που με οδήγησε στο γράψιμο όλων αυτών των κειμένων, αν δεν το έκανα, με δεδομένο ότι οι ζωντανές μουσικές εμφανίσεις μου είχαν λήξει από χρόνια και είχα επίσης κόψει μαχαίρι το αλκοόλ ήδη από τις αρχές τού 2010, νομίζω πως αυτό που με οδήγησε στο άνοιγμα αυτής τής πόρτας ήταν η "κρίση". Η μουσική και το αλκοόλ -είτε ανεξάρτητα είτε συνδυαστικά- είχαν λειτουργήσει ως έξοδοι κινδύνου όλα τα προηγούμενα χρόνια, πριν από την κρίση, όταν η ευαισθητοποίηση και η ακόμη υφέρπουσα κατάθλιψη, που υπερτρέφονταν και συντηρούνταν από τα τρέχοντα γεγονότα απωλείας και ξεπεσμού, δεν είχαν ακόμη κορεσθεί. Οι εύκολες και γρήγορες λύσεις ήταν ενδεδειγμένες. "Ανέξοδες" και άκοπες.

Αργότερα τα πράγματα οδηγήθηκαν στο κατακόρυφο, με αποκορύφωμα το ξέσπασμα τής κρίσης. Ένα ξέσπασμα που από τη μια λειτούργησε λυτρωτικά και σωτήρια, αλλά από την άλλη δημιούργησε νέα δεδομένα και νέου είδους αδιέξοδα. Τώρα πια τα αντιλαμβάνονταν όλοι. Όλος ο κόσμος πια, όλη η χώρα θα γινόταν μέτοχος σε αυτή την εθνική τραγωδία, που ερχόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό ως συνέπεια των προηγούμενων χρόνων και δεκαετιών τις οποίες εμείς οι λίγοι είχαμε βιώσει ως "βουβές" περιπέτειες και αδιεξοδικούς τρόπους ζωής. Οι υπόλοιποι, οι πολλοί, ξενυχτούσαν και γλεντούσαν με άποψη. Όταν το τραγούδι "Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια;" γίνεται σλόγκαν μιας ολόκληρης γενιάς και μιας ολόκληρης χώρας και όταν η χώρα γεμίζει καζίνο που ρουφάνε συνεχώς τον ατομικό και εθνικό δανεισμένο πλούτο, δεν θέλει και πολύ για να καταλάβεις πού θα καταλήξει όλο αυτό. Έτσι τουλάχιστον νομίζαμε εμείς τότε. Όχι, δεν είχαμε άδικο -και, φυσικά, το θέμα δεν είναι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο... Μόνο που η ζωή τα φέρνει αλλιώς. Η ζωή ξεκινά εκεί όπου τελειώνει, εξαντλείται, η φαντασία. Τότε αρχίζει να ξεδιπλώνεται η ζωή και να αποκαλύπτει το μέγεθος και την ισχύ της.


Στη ζωή λοιπόν μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Μόνο που τώρα συνέβη το αντίθετο. Ήταν πια η ώρα να καούν τα χλωρά. Εκείνα που τόσα χρόνια κολυμπούσαν στις υδρορροές, στους βούρκους και στους ποταμούς φτηνού ποτού στο σκυλάδικο και το λαϊκό μαγαζί πολυτελείας με τις τουαλέτες και τις εκδηλώσεις των συνδέσμων και των ομίλων. Να ξεραθούν τα εκατομμύρια γαρδένιες που χάθηκαν όλα εκείνα τα χιλιάδες βράδια στο βωμό τής πίστας με τα σπασμένα πιάτα -και αργότερα με τις χαρτοπετσέτες. Οι υπόλοιποι είχαμε ξεραθεί από πολλά χρόνια και ήταν εύκολο να καούμε. Αρπάξαμε φωτιά όλοι.

Στο δρόμο άλλοι χάθηκαν απ' τη ζωή, άλλοι έφυγαν για τόπους μακρινούς, άλλοι βούτηξαν μέσα τους και πνίγηκαν, άλλοι πήραν τους δρόμους. Τους θυμάμαι όλους -αλλά δεν τους σκέφτομαι. Γιατί ο πόλεμος σε καταντάει ζώο. Και αυτό που ζήσαμε και ζούμε είναι πόλεμος. Ένας άλλος όμως πόλεμος, διαφορετικός και σύγχρονος. Αλλά πόλεμος. Με θύματα, πληγές, χρέη, πείνα, αρρώστια, ανθρώπινα συντρίμμια, καταστροφές σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Μέσα από αυτές τις γραμμές ταξίδεψα και σώθηκα -ή, για να το πω καλύτερα, σώζομαι συνεχώς. Κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Είναι κι αυτή η άρρηκτη σχέση μου με τη γλώσσα και την έκφραση -που έγιναν βιοποριστικό μου επάγγελμα μετά τη λήξη των μουσικών εμφανίσεων- κι έτσι έφτασα μέχρι εδώ. Κρατημένος στα λίγα τετραγωνικά τού γραφείου μου από επιλογή. Επειδή ήξερα τι ερχόταν και τέτοιες στιγμές καλό είναι να μην στέκεσαι στη μέση τής πλατείας...

Η χαρά ήταν και εξακολουθεί να είναι ανείπωτη κάθε φορά που αρχίζω να απλώνω τις λέξεις και να σχεδιάζω παραγράφους. Το βάρος φεύγει από το στήθος και γίνεται πουλί που ανεβαίνει ψηλά και θωρεί τα πάντα από εκεί πάνω. Κι έτσι βοηθιέμαι. Κι έτσι ανασαίνω, Πιο ελεύθερος, πιο ελαφρύς. Ο χρόνος ξαφνικά σταματά κι απομένει ένα ρολόι άδειο, δίχως δείκτες, μετεωριζόμενο στο αέναο Τίποτα. Και μετά, αφού τελειώσει όλη αυτή η περιπέτεια κάθε φορά, οι δείκτες ξαναεμφανίζονται σε νέες, άγνωστες θέσεις, τις οποίες απλώς αποδέχομαι, και συνεχίζω από εκεί όπου τους βρίσκω.

Περάσαμε και εξακολουθούμε να περνάμε πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Ποιος να το φανταζόταν πως θα φτάναμε σε τέτοια βάθη, σε τέτοια άκρα, σε τέτοιες και τόσες υπερβολές και υστερίες. Πώς να αντιληφθείς και να συνειδητοποιήσεις αυτό το ξήλωμα τής κοινωνίας και των ιστών της; Και, σαν να μην μας έφταναν όλα αυτά, ποιος περίμενε πως θα βιώναμε επιπλέον και αυτή την απερίγραπτη μετακίνηση πληθυσμού -ανθρώπων- από την Ανατολή; Μια μετακίνηση που βρήκε τον τόπο στη χειρότερή του ώρα και τον χτύπησε σαν πάρθιο βέλος μέσα στην αγωνία και στην ταλαιπωρία του. Κι όμως, αυτός ο λαός όχι μόνο άντεξε αλλά και ανέσυρε τον καλύτερο εαυτό του. Αυτόν που ανασταίνει μια-δυο φορές κάθε αιώνα και που είναι ικανός και αρκετός να δώσει πνοή και ώθηση μέχρι τον επόμενο αιώνα. Ήταν πια πόλεμος. Είχε όλα τα συμπτώματα.

Ο ουρανός συνεχίζει να φεύγει βαρύς από πάνω μας. Είναι πολλά τα χρόνια μέχρι σήμερα. Στο Δεύτερο Πόλεμο, που ήταν ο αμέσως προηγούμενος μεγάλος πόλεμος που έζησε ο τόπος, ήδη από το φθινόπωρο τού '44 -τον τέταρτο χρόνο δηλαδή- τα πράγματα άλλαξαν αφού οι Γερμανοί είχαν πια φύγει. Σ' ετούτον τον πόλεμο μπήκαμε πια στον όγδοο χρόνο. 

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Η βλακεία γύρω μου


Γαμώτο. Πόσο μεγάλη βλακεία υπάρχει στον κόσμο γύρω μου. Πόση ηλιθιότητα και ανεπάρκεια. Πώς άγονται και φέρονται από το ένα άκρο στο άλλο χωρίς κανενός είδους περίσκεψη και εμβάθυνση... Θα μου πεις, έτσι δεν έκαναν και πριν από δυο χιλιάδες χρόνια -έστω κι αν η ιστορία μπορεί να ήταν φανταστική; Τη μια μέρα τον αποκαλούσαν βασιλιά και σωτήρα και την επόμενη "Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν!" -Τι 'χες, Γιάννη; -Τι 'χα πάντα! όπως λέει και η λαϊκή σοφία.

Και είναι και αυτή η ρουφιάνα η επιστήμη τής Πληροφορικής, που, ενώ αποτελεί το απόλυτο εργαλείο στα χέρια τής ανθρωπότητας, όταν πέφτει στα χέρια απαίδευτων ανθρώπων, τους διαλύει ακόμη περισσότερο από ό,τι ήταν, τους αποσυνθέτει, τους εξωθεί στον παραλογισμό, στον ναρκισσισμό, και -πολύ συχνά, όπως καταγράφεται-, μέχρι και στο έγκλημα -μεταφορικό και κυριολεκτικό. Το θέμα είναι πως οι καθημερινές τεχνολογικές εφαρμογές αυτής τής επιστήμης πρέπει να πέσουν στα χέρια τών ανθρώπων για να αποφέρουν το κόστος των τεράστιων επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες και εφαρμογές από τις οποίες θα προκύψει η εξέλιξη -λίγο φαύλος κύκλος δηλαδή αλλά, προς το παρόν, δεν φαίνεται να γίνεται αλλιώς.

Στα χέρια τών ανθρώπων -που, στην απόλυτη και συντριπτική τους πλειονότητα, δεν έχουν καμιά επαφή με την έννοια τού "μέτρου"- οι εφαρμογές αυτές αναδεικνύουν μόνο την βλακεία τών κατόχων τους. Το αποδεικνύει η καθημερινή εικόνα όλων τών ανθρώπων σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη: σκυμμένοι τις περισσότερες ώρες πάνω σε ένα κινητό τηλέφωνο, ένα τάμπλετ, ή οτιδήποτε άλλο τους προσφέρει τις γνωστές υπηρεσίες. Και το χειρότερο είναι πως ούτε διαβάζουν, ούτε ενημερώνονται σε δεύτερο ή τρίτο επίπεδο ώστε να καταφέρουν να λειτουργήσουν συνδυαστικά και να αναπτύξουν κριτική άποψη, ούτε βλέπουν πράγματα στα οποία δεν είχαν τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση όλα τα προηγούμενα χρόνια, ούτε καν παρακολουθούν κινηματογράφο ή οτιδήποτε άλλο σχετικό και δημιουργικό... Όχι. Απλώς σαχλαμαρίζουν και χάνουν το χρόνο και την ενέργειά τους. Μια πλήρης και απόλυτη ανοησία. Σαλιαρίζουν μεταξύ τους, λένε ανούσια πράγματα μόνο και μόνο για να νιώσουν την ηδονή τής μέθεξης με την νέα τεχνολογία. Αυτοφωτογραφίζουν το ατροφικό Εγώ τους ή συσσωρεύουν και προβάλλουν ένα πλήθος φωτογραφιών από τη ζωή τους -ευτυχώς όχι από τη στιγμή κατά την οποία απολαμβάνουν την "ανάγκη" τους. Μια αναίσθητη βλακεία. Βλακεία με άποψη μάλιστα -όπως έλεγε και ο Κάρολος Κουν.

Δεν ξεμπλέκουμε εύκολα με δαύτους. Έχουν στα χέρια τους όλο το σύστημα που τροφοδοτεί, ταΐζει και πληρώνει όλον τον κόσμο στις δουλειές όπου εργάζεται και στο οποίο ο κόσμος αυτός αναγκάστηκε να ενδώσει. Και αφέθηκε απόλυτα και με κλειστά μάτια σε υποσχέσεις που έδειχναν να ικανοποιούν τις προσδοκίες του. Και στο τέλος ο κόσμος έφτασε στο ταμείο -με την οικονομική "κρίση'.

Τα είχε προειπεί εδώ και δεκαετίες -και τα είχε εισαγάγει μάλιστα- εκείνο το απόλυτο όργανο τής κενότητας και τής α-νοησίας. Ο Άντι Γουόρχολ, που τον εξύψωσαν και στο επίπεδο τού καλλιτέχνη. Ποιον; Τον κύριο Η-αισθητική-τής-σαγιονάρας-με-λαχανί-γκοφρέ-περιτύλιγμα-και-ροζ-κορδελίτσα. Τον παρακολούθησα αρκετά στη ζωή μου από πολύ νωρίς μόνο και μόνο επειδή διαισθανόμουν πως κάτι μεγάλο "παιζόταν" από πίσω. Βλέπεις, υπήρχαν πολλά (πολλά όμως) φράγκα γύρω του και αυτό καθιστούσε την όλη υπόθεση άκρως γαργαλιστική αλλά και ύποπτη. Κάτι σαν εκείνον τον άλλο, τον Τζεφ Κουνς -άλλη μεγάλη απάτη...

Η ζωή τελικά έγινε όπως την περιέγραψε ο Γουόρχολ. Και, όχι, μην βιαστείτε. Δεν ήταν ούτε προφήτης, ούτε "έβλεπε μακριά". Απλώς έλεγε αυτά που εξυπηρετούσαν τα αφεντικά του. Και είχε προθερμάνει τον φούρνο ήδη από την δεκαετία τού '60. Εκεί μέσα βράζει σήμερα όλη αυτή η βλακεία.


*Το βίντεο προέρχεται από την σελίδα https://www.youtube.com/channel/UCcKMpOdTtX-0UmKFBzJeIew.