Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Μόνο


Μια σπάνια στιγμή αλήθειας. Μια μεγάλη, μοναδική στιγμή της ποίησης. Μια στιγμή αδιανόητης ενόρασης. Έπρεπε να φτάσω πενήντα χρονών για να νιώσω πολύ βαθιά το πλήρες περιεχόμενό της. Αν και όλα είχαν γίνει και ξαναγίνει. Πολλές φορές. Όλα είχαν τραγουδηθεί και ξανατραγουδηθεί άλλες τόσες. Ακόμη και αυτό το ίδιο τραγούδι, με ένα δάκρυ στην άκρη των ματιών. Φίλους και ανθρώπους τής καρδιάς έχασα από νωρίς, με πολύ οδυνηρό τρόπο μάλιστα. Τον τόπο όπου μεγάλωνα παιδάκι τον άφησα κάποιο δείλι, όντως. Και δεν ξαναγύρισα. Έπρεπε όμως να έλθει μια συγκεκριμένη στιγμή -πάντα έτσι γίνεται-, ένα "σημείο καμπής", για να ανοίξουν οι ουρανοί τις αυλαίες τους και να κοιτάξω.


Ο Κώστας Καρυωτάκης έγραψε αυτό το ποίημα μόλις είκοσι πέντε χρονών. Δεν ξέρω αν το έγραψε με την ορμή εκείνη που πολλές φορές έχει η νιότη και φτιάχνει πράγματα ασυνείδητα. Μπορεί και να το έγραψε γιατί ήταν ήδη "γέρος" αφού μετά από επτά χρόνια άφησε πίσω του τούτο τον μάταιο κόσμο. Αν, λοιπόν, υπολογίσουμε πού βρίσκονται τα είκοσι πέντε χρόνια σε μια ζωή διάρκειας τριάντα δύο ετών, καταλαβαίνουμε ότι είχε προ πολλού διαβεί την ηλικία της ωριμότητας και προχωρούσε προς την Έξοδο. Δεν έχει καμιά σημασία που ο δείκτης έδειχνε 32 όταν έφυγε. Οι αριθμοί δεν έχουν καμιά σημασία μπροστά στο Απόλυτο. Χάνουν πρόσημα, χάνουν και την ίδια την πυθαγόρεια φυσική υπόστασή τους. Ποιος μπορεί να ξέρει ποιος είναι ο χρόνος ο δικός του; Κανείς. Μόνο η πορεία θα το δείξει. Και το αστείο (;) είναι πως ο μόνος που ΔΕΝ θα μετρήσει με τον τρέχοντα "χρόνο" εκείνη τη Μεγάλη Στιγμή είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της στιγμής. Εκείνος δεν θα μάθει ποτέ ποιος ΗΤΑΝ ο χρόνος του στη Γη. [Ίσως στιγμιαία το αντιληφθεί αλλά ίσως αυτή είναι η στιγμή της μετάβασης και μόνο. Δεν έχει καμιά έκταση και διάρκεια -και, προ παντός, δεν χαρίζει κανένα περιθώριο καταχώρησης και επεξεργασίας.] Όλοι οι άλλοι που βρίσκονται γύρω του, πάνω στη γη ακόμη, θα μετρήσουν έναν ίδιο, κοινό χρόνο. Με το ίδιο ρολόι. Και θα είναι εκεί για να τον καταγράψουν σε χαρτί, σε μάρμαρο, στη μνήμη. Λες και ο "δράστης" της στιγμής παίρνει μαζί του τον χρόνο του τον πραγματικό και κανείς άλλος δεν μπορεί να τον μάθει, να τον προσεγγίσει, να τον κατανοήσει. Μόνο εκείνος*. Και αν...

Ο ποιητής στέφθηκε με το στεφάνι τής "αθανασίας" και τέθηκε ως ένας από τους σημαιοφόρους στην ποίηση που γέννησε αυτός ο τόπος. Και εκεί θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα, για όσο υπάρχει η ελληνική γλώσσα.

Το μέλος είναι ανυπέρβλητο. Ο Γιάννης Σπανός, ίσως ο λυρικότερος συνθέτης που γέννησε ετούτος ο τόπος, μεγαλουργεί μέσα από μια απλότητα που χαρακτηρίζει μόνο τους πραγματικά μεγάλους και εμπνευσμένους.

Η ερμηνεία του μοναδικού Γιάννη Πουλόπουλου, ενός ερμηνευτή που με το βαθύ και αληθινά καλλιτεχνικό ήθος του σφράγισε τη ζωή του κι εμάς, μένει πάντα αναλλοίωτη. Κανένας και τίποτα δεν μπόρεσε να τον πλησιάσει ποτέ σε καμιά ερμηνεία του.

Γεια σε όλους, εκεί που βρίσκεστε και με όποιον τρόπο βρίσκεστε...
Ίσως βρεθούμε ξανά, σε μιαν άλλη εποχή και με ένα άλλο, διαφορετικό πια χαμόγελο στα χείλη...  


ΜΟΝΟ

Αχ, όλα έπρεπε να ʼρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια –ω, αγαπούλες!–
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ʼναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.

Νηπενθή, 1921


* Εδώ πια υπεισέρχεται το σπάνιο πνεύμα του Άλμπερτ Αϊνστάιν, του ανθρώπου που βρήκε το μαγικό κλειδί στην πορεία της ερμηνείας του Κόσμου. Και το άφησε σε εμάς, στην επερχόμενη ανθρωπότητα, για να μπορέσει να προχωρήσει και να δώσει τις απαντήσεις που ζητάει. Ο άνθρωπος, όμως, και τα συστήματα εξουσίας, που ήταν ήδη διαμορφωμένα από πολύ πριν την εποχή του Αϊνστάιν -στην ουσία από την αυγή του Κόσμου- δεν επέτρεψαν στον κλειδί αυτό να ανοίξει τις πόρτες που μπορούσε και μπορεί να ξεκλειδώσει. Και δεν μάθαμε την "πραγματική" διάσταση της έννοιας του Χρόνου. Όταν σπούδαζα Φυσική στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, μεταξύ 1983 και 1988, αυτό που επικρατούσε ήταν η Νευτώνεια Μηχανική και όχι η Σχετικότητα. Καλή η Νευτώνεια αλλά όταν θες να προχωρήσεις, να πετάξεις προς τ' άστρα, δεν ισχύει. Όχι μόνο δεν ισχύει -είναι λάθος. Είναι περιοριστική. Είναι μια φυλακή. Σκόπιμα έγιναν και γίνονται ακόμη αυτά, όπως υποστηρίζει ο καθηγητής μου Μάνος Δανέζης. Δεν ήταν, λοιπόν, καθόλου τυχαίο που εκείνα τα χρόνια ο καθηγητής αυτός ήταν το πρώτο "φως" που βρήκα στη σχολή και συζητούσαμε στο μάθημά του διεξοδικά για αυτά τα θέματα -και όχι μόνο (ανταλλάσσαμε τις "χαριτωμενιές" του, όπως γλαφυρά λέει μέχρι σήμερα αλλά βιώναμε την απόλυτη Ελευθερία του νου και της φαντασίας). Και αυτά έγιναν ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ. Τα δυο πρώτα χρόνια τα περάσαμε μέσα στην "ξεραΐλα" του Νεύτωνα. Πώς θα γινόμασταν ενορατικοί επιστήμονες; Πώς; Με την Νευτώνεια Μηχανική; Ή με τη Μοριακή Φυσική και τη Βιοφυσική, που το σύστημα επέλεξε αργότερα ως άλλοθι "προόδου" για τον κόσμο και τους νέους και διψασμένους επιστήμονες (σε συνδυασμό με τη Γενετική τής Βιολογίας, επειδή το εξυπηρετεί στις στοχευμένες παραγωγικές καπιταλιστικές διαδικασίες του...); Μια αηδία όλα. Αλλού είναι η Αλήθεια. Εκεί όπου την άφησε ο Αϊνστάιν. Αλλά το Σύστημα ξέρει πολύ καλά πως όταν (είναι αναπότρεπτο να γίνει) η ανθρωπότητα σηκώσει το Μαγικό Κλειδί τής Σχετικότητας, τότε θα πορευτούμε και πάλι προς τις μεγάλες αλήθειες που διέπουν ορατά και αόρατα.
 

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Ελεεινό εκκρεμές


Ένας λαός αφόρητα μελό. Ένας λαός
ελεεινό εκκρεμές χωρίς φυσική απόσβεση, που καταλαμβάνει πάντα και μόνο τις ακραίες θέσεις τής ταλάντωσης.

Δεν έχει μέλλον και ενδόμυχα, ασυνείδητα, το ξέρει. Γι' αυτό μόνο γκρινιάζει ανυποχώρητα. Και γι' αυτό παρουσιάζει τόσο μεγάλη ροπή προς τον φασισμό. Πώς είπατε; "Και προς την ελευθερία"; Δεν νομίζω. Όλα ήταν αποτέλεσμα του υπέρμετρου και ανεξέλεγκτου μελοδραματισμού του. Εκεί που, ως άλλος Μεσσίας, νομίζει πως η τύχη, η μοίρα όλου του κόσμου περνά από τα χέρια του και αυτός είναι "υπεύθυνος" για τη μοίρα της ανθρωπότητας. Αν όλα αυτά δεν είναι μελό, τότε τι είναι; Κανένα μέτρο πουθενά. Κανένας πραγματισμός και κανένα πραγματικά και γήινα ανθρώπινο περίγραμμα. Και γίνονται όλοι παπαγάλοι τέτοιων κενών και ανέραστων μεγαλόσχημων δηλώσεων. Ακόλουθοι ενός στείρου και άγονου δονκιχωτισμού, που το μόνο που καταφέρνει είναι να υποθάλπει φασιστικές συμπεριφορές. 

Δεν έχω κανένα δικαιολογητικό να του δώσω. Όχι, κανένα. Μου λένε, από δω κι από κει, να μην βάζω ταμπέλες και να μην φτιάχνω κουτάκια. Όχι. Δεν θεωρώ ότι βάζω ταμπέλες. Απλώς κάποια στιγμή ο καθένας διαμορφώνει την άποψή του. Και οφείλει να ανοίξει το στόμα του και να εκφραστεί. Για να αλληλεπιδράσει και να υπάρξει κίνηση και διάδραση. Επειδή για κάποια χρόνια, βουτηγμένος στην απόλυτη σχετικότητα τής προσπάθειας για κατανόηση, χάθηκα. Ναι μεν, κατανόησα πολύ βαθιά κι ανθρώπινα, αλλά νομίζω πως χάθηκα κιόλας. Ίσως αυτά τα δυο πάνε μαζί. Και επειδή νομίζω πως αν δεν οριοθετείς τη θέση σου -την εκάστοτε έστω θέση σου- τότε δεν μπορείς να δημιουργήσεις. Τίποτα. Τότε χάνεσαι πια στο απύθμενο βάθος τού περίπου. Το περίπου δεν είναι θέση. Είναι νεφέλωμα. Από την άλλη, η θέση δεν συνεπάγεται αταλάντευτη προσκόλληση σε βαθμό εμμονής. Απλώς, η θέση είναι ο στόχος, η κατεύθυνση προς την οποία βαίνεις. Και το μόνο σίγουρο είναι πως ενώ μπορεί να κατευθύνεσαι προς το σημείο Α, να αναγκαστείς να περάσεις πρώτα από το σημείο -Α προκειμένου να ξαναβρείς την πορεία σου. ΑΥΤΟ το ξέρεις. Και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά τής θέσης από την σχετικότητα.  

Βλέπω γύρω μου αυτό το υπέροχο Τίποτα στο οποίο οδηγήθηκε για άλλη μια φορά στην ιστορία του αυτός ο τόπος. Και οι μεσσίες να διαφημίζουν την πραμάτειά τους. Και οι τιμητές να διαλαλούν τις ουτοπικές -αλλά και τιμωρητικές- κοσμοθεωρίες τους. Και οι φοβισμένοι ποντικοί να τρέμουν στην ιδέα τής οποιασδήποτε προσπάθειας για την ελάχιστη αλλαγή και μετακίνηση από τα "κεκτημένα".

Η συντήρηση τρέμει την ώρα και την στιγμή που όλα θα αναποδογυρίσουν. Επιστρατεύει ζώντες και νεκρούς, δωροδοκεί μικρούς και μεγάλους, σοφούς και αναλφάβητους, υψηλά και χαμηλά ιστάμενους, συνειδήσεις και ψυχές, για να κρατηθεί έστω και με τα δόντια -ως άλλος Κυναίγειρος- από το καράβι τού Μέλλοντος που σαλπάρει πλησίστιο. 

Τίποτα δεν γεννήθηκε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς ωδίνες. Και το παλιό πάντα ανθίσταται σθεναρά. Μέχρις αίματος.