Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Διάλογοι Ι


- Τι θα πιούμε;
=Τι θες;
- Ουίσκι.
=Ξέρεις τι χρονιά έχουμε;
- Ξέρω.
=Όχι, δεν ξέρεις.
- Πάντως σίγουρα είμαστε πριν από τουλάχιστον δέκα χρόνια.
=Γιατί δέκα;
- Γιατί αλλιώς δεν θα ήσουν εδώ.
=Εγώ λέω πως είμαστε πριν από τουλάχιστον έξι χρόνια.
- Γιατί;
=Γιατί αλλιώς δεν θα ζήταγες να πιείς.
- Μια ζωή να ανατρέπεις τα πάντα και να με μπερδεύεις πέρα-δώθε στα χρόνια.
=Μα, αφού δεν υπάρχει χρόνος.
- Μπα; Αυτό ανακάλυψες λοιπόν;
=Όχι. Δεν ανακάλυψα τίποτα. Απλώς ο χρόνος που μετράς εσύ δεν υπάρχει.
- Εσύ δεν μετράς;
=Εγώ ποτέ δεν μέτραγα.
- Αυτό είναι αλήθεια. Το θυμάμαι.
=Ωραία μέρα βρήκαμε να κάνουμε αυτήν την κουβέντα.
- Τι έχει η μέρα;
=Είναι η μέρα τού "χάσματος". Εικοσιεννιά Φεβρουαρίου. Είδες που σού έλεγα πως δεν υπάρχει ο χρόνος που μετράς; Συνεχώς κάνουμε λάθος. Συνεχώς κάτι ξεφεύγει και οι άνθρωποι τρέχουν ξωπίσω του να το διορθώσουν, να το συμπληρώσουν. Τι να διορθώσουν δηλαδή...
- Έχεις δίκιο.
=Θέλεις να πιεις;

...

=Αφού έτσι κι αλλιώς -το 'παμε- δεν υπάρχει χρόνος.
- Τόπος υπάρχει;
=Εσύ τι λες μετά από όσα είπαμε;
- Μάλλον δεν θα υπάρχει ούτε αυτός.
=Έτσι.
- Τότε;
=Τότε τι;
- Πώς θα αποφασίσω αν θέλω κάτι αν δεν ξέρω πού είμαι;
=Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις τίποτα.
- Και τι θα κάνω;
=Πάντως όχι όσα ήξερες.
- Και δεν θα πιώ, δηλαδή;
=Αν νομίζεις πως έτσι μπορείς να συναντηθείς με αυτό που νομίζεις ότι θα βρεις, τότε μπορείς.
- Τι προσπαθείς; Να μου μάθεις αυτά που ήδη ξέρω;
=Τίποτα δεν ξέρεις. Νομίζεις ότι ξέρεις αλλά απλώς παπαγαλίζεις. Εξάλλου, δε λέω, είναι δύσκολο να μπορέσεις να ξεφύγεις.
- Αλλά και να βρεθώ.
=Αυτό να δεις πόσο δύσκολο είναι. Αυτό ίσως είναι αδύνατο.

...

- Νερό;
=Ναι.
- Πάλι καλά.
=Δεν είναι χάρη. Απλώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.
- Ποτέ δεν μ' άρεσαν αυτές οι συμβάσεις.
=Ε, καλά τώρα. Σε ποιον μιλάς...
- Και πώς τα κατάφερες;
=Τίποτα δεν κατάφερα.
- Τίποτα δεν ανακάλυψες, τίποτα δεν κατάφερες λοιπόν.
=Σου φαίνεται παράξενο;
- Μπα, δεν νομίζω.
=Καλό αυτό. Για σένα.
- Με θυμάσαι;
=Πάντα.
- Το ξέρω. 

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Ένας Ελεύθερος

 Σε μια θύμιση πολλών χρόνων


Υπήρξε μοναδική περίπτωση. Τα λόγια είναι λίγα. Δεν χωράει σε λόγια, όπως και δεν χώραγε ποτέ. Ούτε καν ο ίδιος στα δικά του. Ήταν ο ίδιος ο Αριστοφάνης αυτοπροσώπως που έκανε την επιλογή να εμφανιστεί πάλι στον τόπο αυτό και να διαγράψει την τροχιά του. Ήταν ο ίδιος ο Διογένης που, μέσα από το πιθάρι του, εξοβέλιζε βάσιμους και απόλυτα δικαιολογημένους λίβελλους κατά πάντων. Χωρίς ίχνος ειδωλοποίησης, με όλη εκείνη την αστραφτερή και κοφτερή ματιά που μάς χαρακτήριζε στα πραγματικά δύσκολα χρόνια τής Μεγάλης Πτώσης, στις δεκαετίες τού '80 και '90, κάθομαι και κοιτάζω εκείνα τα "απέραντα χωράφια" μας. Τον θυμάμαι να περιφέρεται γύρω μας, κάπου στού Στρέφι, με έναν ταμπλά κρεμασμένο από το λαιμό του, όπως στους παλιούς θερινούς κινηματογράφους όπου πουλάγανε πασατέμπο στα διαλείμματα, και να μάς παρακινεί να πάρουμε σαπούνι για να καθαριστούμε από τις αμαρτίες και τις ανομίες μας. Ο ταμπλάς ήταν γεμάτος πλάκες χειροποίητου σαπουνιού.

-Πάρε, πάρε, πάρε! Πάρε να καθαρίσεις!

Όρθιος, ετοιμόρροπος, μα ευθυτενής. Φεγγοβολούσε ακούραστος χοροπηδώντας ανάμεσά μας σαν καλικάντζαρος. Με τη μεγάλη μύτη και τις ανορθόγραφες κινήσεις. Με τη βαριά φωνή και την αστεία μουτσούνα που ώρες-ώρες αγρίευε και σε κατακεραύνωνε με τα μάτια της.

Τους παίρνω όλους με τη σειρά, τώρα, μετά από τριάντα-τόσα χρόνια. Και δεν βρίσκω κανέναν σχεδόν. Κάποιες μικρές αναλαμπές μόνο, που φώτισαν σαν διάττοντες τον νυχτερινό ουρανό εκείνης της εποχής. Πάνω απ' όλα και πάνω απ' όλους, να γελά ξαπλώνοντας στην άσφαλτο, εκείνος. Κι ας τον κορόιδευαν, κι ας τον ενέπαιζαν. Κι ας τον είχαν εξοβελίσει στο πυρ το εξώτερον. Ήταν κάτι παράξενο που συνέβαινε. Ήταν σαν να μην μίλαγε τη γλώσσα τους, την γλώσσα μας.

Μόνο αυτός επέζησε μέσα μου πια από όλον εκείνον το συρφετό που τραγουδούσα άλλοτε επάνω στο πάλκο -σαν καλικάντζαρος κι εγώ αλλά για τους δικούς μου λόγους. Η αλήθεια του παρέμεινε ολόφωτη και ακατάλυτη και την παίρνω μαζί μου μισόν αιώνα τώρα.

Όπως όλοι μας είχε κι εκείνος τις πολλές και βαθιές πληγές του. Άνθρωπος ήταν. Και μάλιστα άνθρωπος παλλόμενος βαθιά και δυνατά από πολύ νωρίς. Δεν θα μπορούσε να γινόταν αλλιώς. Δεν θα μπορούσε να ήταν εύκολος, συμβιβαστικός, απλός και μειλίχιος. Δεν θα μπορούσε να είναι προσιτός και βολικός. Πέρα όμως από αυτές τις πληγές του, μετά από τη μεγάλη εσωτερική του αναμέτρηση μαζί τους, γινόταν ο ποιητής μιας ολόκληρης γενιάς. Που, όταν δεν μπορούσε να τον παρακολουθήσει -ή όταν δεν τον καταλάβαινε επειδή εκείνος έβλεπε πολύ μπροστά-, τον χάζευε είτε με στωικότητα γιατί τον αντιμετώπιζε σαν μικρό παιδί είτε με απορία και καρτερία "μέχρι να περάσει η κρίση". Φυσικά, όλα αυτά αφορούσαν όσους βρίσκονταν στον στενότερο ή ευρύτερο κύκλο του. Ας μην αναφερθώ εδώ στους υπόλοιπους, που ήταν βαθιά νυχτωμένοι στα γρανάζια τού συστήματος ή τού μαγγανοπήγαδου τής ζωής, που τους στράγγιζε αίμα, ιδρώτα και ζωή.  

Νομίζω πως έχει γράψει τα πιο Ερωτικά τραγούδια τής ελληνικής μουσικής. Βαθιά, αληθινά κι ανθρώπινα. Που έχουν τη μοναδική ικανότητα να πατάνε με το ένα πόδι στη γη και με το άλλο στον ουρανό. Στέρεα και ακλόνητα και στα δύο. Σ' έναν ουρανό τόσο όμορφο και αέρινο, σ' έναν ουρανό μαγικό και λουλουδένιο. Και σε μια γη χωμάτινη και θνητή. Έγραφε ποιήματα, δεν έγραφε τραγούδια. Ολόκληρη η ζωή του εξάλλου ήταν μια ζωντανή ποίηση. Μια ποίηση που δεν φοβήθηκε ποτέ τίποτα και γι' αυτό ακριβώς παρέμεινε ποίηση μέχρι το τέλος.

Ταυτόχρονα έγραψε τα πλέον επαναστατικά αλλά και τα πλέον ανατρεπτικά και μοναδικά και γνήσια αναρχικά τραγούδια. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να προσεγγίσει -ούτε καν να ατενίσει από μακριά- το μέγεθος της τέχνης του. Ήταν ο ποιητής τής γενιάς μου και έτσι γράφτηκε στην ιστορία. Μόνο αυτός απέμεινε από όλους. Μόνος αυτός. Μόνος του.

Εκεί, κάτω από τον Κλόουν, είχε στήσει το τελευταίο τσαρδί του. Σαν διάδρομος απογείωσης ήταν. Και αυτό έμελλε να γίνει.

Έφυγε κι άφησε πίσω του όλο αυτό το παράλογο και αδιεξοδικό ψέμα που λέγεται "ζωή" και έχει καθιερωθεί ως σύστημα ανεπανόρθωτο.

 
 
Και το οδοιπορικό της ζωής του (από το διαδίκτυο):

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1949 (20/8/49) από γονείς Κοζανίτες. Έζησε στην Κοζάνη μέχρι τα δεκαοχτώ του. Από μικρός έδειξε τον ανήσυχο χαρακτήρα του. Είχε μεγάλη αντίληψη, περιέργεια και ήταν πολύ φιλομαθής. Ως μαθητής του άρεσε να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία και στο σχολείο ήταν από τους πρώτους μαθητές. Μελέτη ελάχιστη (κυρίως στο γυμνάσιο). “Από μικρός ήταν ζωηρός, αμφισβητούσε, έψαχνε τη ζωή”, θυμάται ο αδερφός του Δημήτρης Ασιμόπουλος. 

Στο Δημοτικό κρατούσε τη σημαία. Στο γυμνάσιο δεν τα ήθελε καθόλου αυτά και καθησύχαζε τους γονείς του καθώς τον έβλεπαν να μην διαβάζει”. Εγώ τα ξέρω, δεν πα' να χτυπιούνται, εγώ θα γράψω στα γραπτά”. Είχε πολύ μεγάλη σιγουριά για τον εαυτό του. Οι καθηγητές του ήταν διχασμένοι. Και τον συμπαθούσαν αλλά και δεν τον ανέχονταν γιατί τους έμπαινε στα ρουθούνια (τους κριτικάριζε με τον τρόπο του).

Έφηβος ασχολήθηκε με το σχολικό θέατρο (όπου θέατρο ο Νικόλας μέσα), με τον αθλητισμό, με το ποδόσφαιρο (τον είχαν ζητήσει στο σύλλογο της Κοζάνης αλλά δεν πήγε). Έγραφε στίχους. Δημιουργούσε ποιήματα με αφορμές διάφορες (σχολείο, κοινωνική ζωή, πόλη, έρωτας). Οι καθηγητές του γνωμάτευσαν ότι είχε πρόωρη ωριμότητα. Πολλές εκδηλώσεις εντός και εκτός του σχολείου του γίνονταν με πρωτοβουλίες του.

Τα σχολικά βιβλία του τα διάβαζε ολόκληρα και δεν τα ξαναδιάβαζε (ή έριχνε καμιά ματιά). Τελειώνει το Λύκειο τότε. Ο Νικόλας τελείωσε Πρακτικό (θετικά μαθήματα) μα επέλεξε θεωρητικές επιστήμες. Φροντιστήριο δεν πάτησε. Μαθαίνει (για τις τελικές εξετάσεις) τελευταία στιγμή τα Λατινικά (τότε) μόνος του και μπαίνει στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, τμήμα Νεοελληνικό (1967). Ήθελε να πάει για δημοσιογραφία. Τελειόφοιτος ή απόφοιτος Λυκείου στέλνει κάποιο γραπτό σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο “Άσιμος”. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Ασιμόπουλος. Όμως σιγά-σιγά ως φοιτητής καθιερώνει το “Άσιμος” για επίσημο, η ταυτότητα του μένει κάποια στιγμή στην Ασφάλεια, δεν την αναζητεί. Ώσπου γύρω στο ‘86 εκδίδει ταυτότητα ως “Νικόλας Άσιμος”.

Από το ξεκίνημα του ως φοιτητής θέλησε να ξαναδημιουργήσει το Φοιτητικό θέατρο με δική του αίθουσα (θέατρο) στο πανεπιστήμιο (υπόγειο Φιλοσοφικής σχολής). Ανέβασαν 4-5 έργα: Αριστοφάνη, Μένανδρο, (το 1971, ο “Φοιτητικός Θίασος” ανέβασε τους “Επιτρέποντες” του Μενάνδρου), Μολιέρο στο στρατιωτικό θέατρο (τότε). Με το ξεκίνημα της φοιτητικής του “καριέρας” αγοράζει την πρώτη του κιθάρα. Έπαιζε στις ταβέρνες με τις παρέες του. Την κουβαλούσε πάντα μαζί του. Ήταν αυτοδίδακτος. Στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε τρεις μπουάτ. Παράλληλα αρχίζουν οι πρώτες του εμφανίσεις στο αναψυκτήριο του Λευκού Πύργου και μετά στο “Apple”. Ερχόταν αντιμέτωπος με τις “αρχές”, τη Χούντα, γιατί δεν δέχονταν καμία λογοκρισία στα τραγούδια του και στα λεγόμενά του. Κυνηγήθηκε και χτυπήθηκε άγρια στα κρατητήρια της ασφάλειας.

Το ‘73 πήρε την πραμάτεια του και κατέβηκε στην Αθήνα για ανεύρεση καλύτερης τύχης. Εκεί κατά πρώτον ασχολήθηκε με το θέατρο (στη Θεσσαλονίκη τελείωσε μια ιδιωτική σχολή Δραματικής Τέχνης). Συμμετείχε στο έργο “Τσιρκολάνοι” του Γιώργη Χριστοφιλάκη που ανέβηκε στο Θέατρο “Στοά”. Μετά απ’ αυτό αρχίζει την καλλιτεχνική του “καριέρα” στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με επώνυμους και ανώνυμους τραγουδιστές: Λήδα, Σπύρος, Ζωγράφος, Τζαβέλλας, Ζουγανέλης, Μπουλάς, Αδριανός, Τόλης κ.α. Εμφανίζεται στην Πλάκα. Σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς, συνθέτες, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: “5η εποχή”, “11η εντολή”, “Χνάρι”, “Μουσικό Θέατρο Φτώχειας”, “Σούσουρο” -το πρώτο αυθεντικό μουσικό καφενείο, συνεργατικός θίασος μουσικών. Πολλά και γνωστά ονόματα ανάμεσα στους τότε συνεργάτες του : Γκαϊφύλιας (το 1973), Τραντάλης, Πανυπέρης, Φινίκης, Μουζακίτης, Σπυρόπουλος κ.α. Η συνεργασία όμως χάλαγε στο ξεκίνημά της, λόγω του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του. Ίδρυσε μόνος του πολλές μπουάτ (Πλάκα, Εξάρχεια και αλλού). Με το σχήμα “Για ένα πολιτικό καφενείο” δίνει παραστάσεις στον πεζόδρομο της Μνησικλέους για “να συμβάλουμε έμπρακτα κι εμείς οι καλλιτέχνες στην ανατροπή των καταπιεστών του λαού μας”. Δημιούργησε την “Exarchia Square Band” και συμμετείχε σε συναυλίες, κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου (στη Βουκουρεστίου), διάφορα δρώμενα. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με πολλά σχήματα και καλλιτέχνες. Τα τελευταία χρόνια ήταν αρκετά κοντά με την Κατερίνα Γώγου.

Έγραφε πολλά τραγούδια που τα ηχογραφούσε σε κασέτες μόνος του (σε στούντιο φίλων του): η πρώτη του ήταν η “παράνομη κασέτα Νο 000001 -με το βαρέλι που για να βγει το σπάει” (συνολικά κυκλοφόρησε 8 διαφορετικές κασέτες). Τις κυκλοφορούσε (τις διακινούσε) ο ίδιος στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Λυκαβηττό, στις διάφορες συναυλίες (έξω από το χώρο τέλεσής τους). Γύρω στο ‘83 ανοίγει ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην Καλλιδρομίου στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής (στον ίδιο χώρο σήμερα υπάρχει κάποιο cafe). Το ονομάζει “Χώρο προετοιμασίας”. Ήταν μαγαζί και σπίτι. Ήταν το πιθάρι του σύγχρονου Διογένη. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνιδάκια για τα παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα κατασκευής γνωστών του, κασέτες δικές του κυρίως, φωτιστικά, πήλινα, κάρτες παλιές και πολλά άλλα. Γύριζε με ένα ποδήλατο στο οποίο είχε δέσει ένα καφάσι για την μεταφορά της “δουλειάς” του και των ειδών του μαγαζιού του.

Από τη σχέση του με την Λίλιαν Χαριτάκη γεννιέται το 1976 η κόρη του. Ήταν αντίθετος με τους θεσμούς της σημερινής κοινωνίας (γάμος, παιδεία, θητεία στο στρατό, εμπορικά κυκλώματα κ.λπ.).

Το 1974 εκδίδει με τη ΛΥΡΑ - ZODIAC τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών (Ρωμιός- Μηχανισμός).

Το 1983 κυκλοφορεί δίσκο 33 στροφών από την ΜΙΝΟS (“ΞΑΝΑΠΕΣ ΤΟ”).

Το 1980-81 γράφει ένα βιβλίο με τίτλο “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ” και το κυκλοφορεί σε ελάχιστα αντίτυπα (έκδοση “ανέκδοτο” απλή, πρόχειρη).

· Στρατιωτικό : 1978-79: Αρχίζει η διαδικασία για την επίτευξη του στόχου του “να μην υπηρετήσει”. Παίρνει οριστικά απολυτήριο- δεν ξέρω πότε- λόγω “ψυχο... συνδρόμου”. Απολυτήριο σχιζοειδούς ψυχώσεως: “Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου” ή κατά το Νικόλα: Σχιζοφρενοβλαβίωση.

· 24/10/1977 Φυλακίζεται μαζί με 5 άλλους εκδότες-συγγραφείς. Αιτία: “εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν” Σκοπιμότητα: εκλογές Νοέμβρη 1977.

· 24/12/1977 Η αποφυλάκισή του.

Μια φορά νοσηλεύτηκε στο “ΔΑΦΝΙ” για ένα διάστημα λίγων ημερών, όπου οδηγήθηκε βίαια (ως συνήθως) ώσπου το 1987 οδηγήθηκε στις φυλακές του Κορυδαλλού με την κατηγορία του βιασμού γυναίκας (παλιάς φιλενάδας του). Από τότε αρχίζει ο ψυχολογικός κατήφορος του Άσιμου. Βγαίνει από τη φυλακή με χρηματική εγγύηση. Δε θα μπορέσει όμως να “χωνέψει” την κατηγορία αυτή. Η εκκρεμούσα δίκη μαζί με τα άλλα προβλήματα, που ήταν πολλά, συσσωρεύτηκαν μέσα του, κάπου ξεπέρασε τον εαυτό του.

Έτσι, στις 17 Μαρτίου 1988 βρέθηκε κρεμασμένος σπίτι του. Ήταν η τελευταία του “Βόλτα”. Προηγουμένως είχε επανειλημμένα τηλεφωνήσει απεγνωσμένα σε φίλους.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Μικρόκοσμος και μακρόκοσμος



Ο λόγος περί του υπουργού Εθνικής Άμυνας (το όνομα τού εκάστοτε υπουργού δεν έχει καμιά απολύτως σημασία). Αλιεύθηκε από το Διαδίκτυο στη διάρκεια μιας εκ των πολλών συνειδητών περιηγήσεών μου για την καταγραφή της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Μπορούμε άνετα να διαπιστώσουμε τη σοβαρότητα με την οποία ο σύγχρονος έλληνας αντιμετωπίζει τον μικρόκοσμό του. Τον εξυψώνει σε βάθρο ακαταμάχητο και απρόσιτο όπου είναι αδύνατον να τον πλήξει οτιδήποτε -ούτε καν η τόσο ριψοκίνδυνη και υπεύθυνη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας σε μια περίοδο για τη χώρα κατά την οποία πολύ σοβαρά και νευραλγικά θέματα και συμφέροντα εθνικής ασφάλειας διακυβεύονται στο Αιγαίο. Μεταφέρεται αυτούσιο, χωρίς διορθώσεις ή προσθήκες στίξης.


Ανάρτηση:

ΧΧΧ: Έτσι όπως ακούω τον Καμμένο, οσοι προγραμματίζετε φέτος διακοπές στο Αιγαίο ξεχάστε το. Μπορεί να κινήσετε για ελληνικό προορισμό και να καταλήξετε σε τουρκικό...

Σχόλια:

ΨΨΨ: Δεν αντέχω να δω το σκουπίδι... Εχθές κατα τα δημοσιεύματα πέθανε ο πατέρας του κ σήμερα δίνει συνέντευξη στο star..!!!
7 hrs

ΧΧΧ: Δεν ξέρω αν ειναι αλήθεια αυτο XXX αλλα αυτοί καταλαβαίνουν μονο αν χαθεί η καρέκλα τους.
7 hrs


Είναι όλο μια αντίφαση. Θέλουνε ΚΑΙ να διασφαλίσει τα εθνικά θέματα (τη στιγμή που οι γείτονες βρίσκονται σε κατάσταση συναγερμού πολέμου και ο στόλος τού ΝΑΤΟ καταπλέει στο Αιγαίο) αλλά ΚΑΙ να είναι σπίτι του κλαίγοντας γοερά τον υπερ-υπερήλικα πατέρα του. Από τη μια, η λογικη τού νεοέλληνα, που δεν λέει να βάλει πάνω απ' την οικογενειούλα του ούτε καν τη χώρα -και μάλιστα σε κρίσιμη στιγμή. Ως πότε πια θα πρέπει να αναζητούν οι έλληνες προστάτη και πατέρα; Ως πότε; Από την άλλη, η "γνήσια εθνικοφροσύνη" που ζητά τα πάντα χωρίς να είναι διατεθειμένη να δώσει τίποτα.

Ε, χμ... Καλά νομίζω τα 'λεγε ο Σαββόπουλος στην Μαύρη Θάλασσα πριν από 44 χρόνια: "Όλα τα ζητώ και τίποτα δεν έχω..." Εμ, βέβαια. Αφού "υπερέχεις σε όλα"...

Αυτή η "λογική" με εκμηδενίζει κυριολεκτικά. Δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Ούτε δυο γαϊδουριών άχυρα δεν μπορούν να ξεχωρίσουν οι έλληνες.
Διαχρονικά.

Τα άχυρα είναι μέσα τους.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Κάιζερ - Χίτλερ - Σόιμπλε


Ο υπερκείμενος τίτλος επιχειρεί να συνδέσει τις τρεις ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες η Γερμανία υπήρξε αποκλειστικά υπεύθυνη για πολύ μεγάλα και βαριά δεινά που έπληξαν και εξακολουθούν να πλήττουν στις μέρες μας την Ευρώπη αλλά και άλλες, συνδεόμενες με την ευρωπαϊκή ήπειρο, περιοχές τού κόσμου. Εδώ θα πρέπει να υπάρξει κάποια σχετική αναφορά σε τυχόν απόπειρα διάκρισης ανάμεσα στον γερμανικό λαό και στη γερμανική εξουσία. Κανένας λαός δεν είναι άμοιρος τών ηγετών που εκλέγει ή προωθεί στην εξουσία. Όλοι  θυμόμαστε σε τι μαζική υστερία είχε οδηγήσει ο Αδόλφος Χίτλερ τον γερμανικό λαό και ότι είχε συντάξει στις γραμμές τού Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος την συντριπτική πλειονότητα τών Γερμανών. Η ύπαρξη εξαιρέσεων που δεν συμμετείχαν στο κόμμα (λόγω διαφωνιών με αρκετές στρατηγικές επιλογές τής κεντρικής εξουσίας αλλά και άρνησης εφαρμογής διαταγών της, όπως η δολοφονία τών Εβραίων αιχμαλώτων και η απάνθρωπη συμπεριφορά απέναντι στους συλληφθέντες) -ακόμη και στην μέγιστη περίπτωση τού υπερ-χαρισματικού και υπερ-λαοπρόβλητου στρατάρχη Ρόμελ, που τελικά τον αυτοκτόνησε ο ίδιος ο Χίτλερ με υδροκυάνιο για να απαλλαγεί από αυτόν- απλώς επιβεβαιώνει τον κανόνα τού ψυχογραφήματος τού γερμανικού λαού: είναι εύκολα καθοδηγούμενος από φασιστικές ηγεσίες και όταν βρεθεί η κατάλληλη αρχή και οι συμφέρουσες γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, το κακό σπέρμα ξαναβγαίνει στην επιφάνεια. Αυτή η πολιτική γραμμή λοιπόν κρατάει γερά και συνεχίζεται ακάθεκτη εδώ και πάνω από εκατό χρόνια. Η μοναδική και συνεχής πολιτική επιδίωξη και στόχευση τής Γερμανίας ήταν και παραμένει η πρόσβαση στα πετρέλαια τής αραβικής χερσονήσου και του Περσικού Κόλπου. Αυτή ήταν η αιτία πίσω από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στον οποίο έσυρε την ανθρωπότητα ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος τής Γερμανίας το 1914, αυτή ήταν η αιτία στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που ξέσπασε το 1939 και με τον οποίο ο Αδόλφος Χίτλερ αιματοκύλησε τον κόσμο, και αυτή εξακολουθεί να είναι η αιτία για την οποία ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έχει υποχρεώσει στις μέρες μας ολόκληρη την Ευρώπη να στενάζει οικονομικά -συνεπικουρούμενος από την κρίση τού καπιταλισμού, η οποία πυροδοτείται συνεχώς και επαναλαμβανόμενα από τις ανεξέλεγκτες εξελίξεις και προόδους τής Πληροφορικής αλλά και από τους συνεχείς επαναπροσδιορισμούς των σφαιρών επιρροής τών μεγάλων δυνάμεων. Το θέμα φαντάζει ίσως σύνθετο αλλά δεν είναι. Είναι καθαρά γραμμικό.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος
Μεγάλος σύμμαχος και εφαλτήριο τής Γερμανίας όλον αυτόν τον αιώνα ήταν και παραμένει η Τουρκία. Σταθερός συνένοχος στις ανομίες της ενάντια σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Λυκοφιλία; Ναι. Ο καθένας κοιτάζει να δρέψει τους δικούς του καρπούς και να αποκομίσει τα οφέλη του. Ποτέ η Τουρκία δεν αντιστάθηκε στην επέλαση τών Γερμανών αυτά τα εκατό χρόνια. Ο μεγάλος σιδηρόδρομος Βερολίνου-Βαγδάτης θα διέσχιζε την Τουρκία και θα κατέληγε στα πετρέλαια στις αρχές τού εικοστού αιώνα. Οι "σύμμαχοι" όμως ξύπνησαν και δημιούργησαν φραγμό στα Βαλκάνια, με αποτέλεσμα τον Μεγάλο Πόλεμο και το ξέσπασμά του σε αυτήν την πολύπαθη περιοχή. Στον δεύτερο πόλεμο ο Χίτλερ ονειρευόταν την σιδηροδρομική σύνδεση Βερολίνου-Μπακού. Πετρέλαια δηλαδή, πολλά πετρέλαια. Η Τουρκία στον δεύτερο πόλεμο έγειρε προς το πλευρό τών Συμμάχων όταν όμως ο δεύτερος πόλεμος είχε ήδη οριστικά κριθεί. Όλο το προηγούμενο διάστημα παρέμενε εκνευριστικά και ενοχοποιητικά "ουδέτερη". Ήδη στον Μεγάλο Πόλεμο είχε αναγκαστεί να υπογράψει υποτακτική συνθηκολόγηση στον Μούδρο τής Λήμνου αλλά οι γείτονες πολιτικοί δεν γνωρίζουν από συνέπεια. Γνωρίζουν μόνο το συμφέρον. Η σημερινή καγκελάριος δεν χάνει ευκαιρία να ταξιδεύει στην Τουρκία με διάφορες προφάσεις που δήθεν άπτονται τού πανευρωπαϊκού συμφέροντος. Η αλήθεια είναι πως συνεχώς εκφράζει έμπρακτα την συμπάθειά της προς την γείτονα και με αφορμή διάφορα γεγονότα που ανακύπτουν στην πορεία (όπως το προσφυγικό), αναζητά την δίοδο προς τα πετρέλαια. Ξέρει ότι με τους Αμερικανούς δεν μπορεί να αναμετρηθεί (η μόνη αναμέτρηση που επιδιώκει η Γερμανία μετά την διπλή πανωλεθρία τών παγκοσμίων πολέμων είναι η οικονομική αφού έμαθε καλά το μάθημά της) και γι' αυτό έχει λυσσάξει με την προοπτική δημιουργίας κουρδικού κράτους επειδή το κράτος αυτό θα λειτουργήσει ως αμερικανικό ανάχωμα για την πρόσβασή τους στον Περσικό Κόλπο. Οι Αμερικανοί αρνούνται να αναγνωρίσουν τους Κούρδους ως τζιχαντιστές και αυτό εξωθεί το γερμανικό και το τουρκικό νευρικό σύστημα στα άκρα.

Προσπαθώ να δω καθαρά. Προσπαθώ να δω το μεγάλο κάδρο. Να μην εστιάσω στο δάχτυλο και στο δένδρο αλλά στο δάσος. Τα στοιχεία είναι πολλά και πολυσύνθετα. Αλλά η σύνθεσή τους είναι εύκολη σαν τον μίτο τής Αριάδνης. Αρκεί να κάνει κανείς την αρχή. Όλα είναι μια αλυσίδα από αλληλένδετους κρίκους. Ο καθένας είναι άρρηκτα δεμένος και εξαρτημένος από τον προηγούμενο και τον επόμενο. Είναι ένα ντόμινο που έχει αρχίσει και πέφτει παρασύροντας ό,τι βρει στο πέρασμά του. Και αυτά που βρίσκει δεν είναι λίγα. Στην πραγματικότητα είναι ο κόσμος ολόκληρος, ίσως και ο σύγχρονος πολιτισμός ολόκληρος. Μπορεί να ακούγεται τελολογική η άποψη αλλά ίσως τελικά να αποδειχθεί πως αυτές οι πιθανότητες είναι πραγματικά πολύ μεγάλες.

Ψηφιακή εποχή - οπτικές ίνες
Από τη μια μεριά το αθεράπευτα εθνικιστικό γερμανικό κύτταρο και από την άλλη η κρίση τού καπιταλισμού, που ενεργοποιήθηκε από τις τρομακτικές εξελίξεις και εφαρμογές στην Πληροφορική. Ο σύγχρονος δυτικός κόσμος και πολιτισμός δείχνουν ανίκανοι μέχρι στιγμής να διαχειριστούν τον κυβερνοχώρο. Άνοιξαν τον ασκό τού Αιόλου και δυστυχώς δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο. Ούτε υπήρχε η ανάλογη καλλιέργεια και παιδεία. Η Πληροφορική και οι εφαρμογές της σε ένα ασύδοτο καπιταλιστικό σύστημα, τού οποίου η κρίση ταυτότητας αυτοτροφοδοτείται από την ίδια την Πληροφορική, αποτελούν φονικό όπλο. Θα έπρεπε να υπάρχει μια συλλογική διαχείριση τού νέου ψηφιακού κόσμου σε παγκόσμιο επίπεδο -κάτι σαν τα Ηνωμένα Έθνη δηλαδή, παρά το γεγονός ότι και αυτά είναι απολύτως καθοδηγούμενα. Ακόμη κι αν επικεφαλής της ανθρωπότητας αυτά τα χρόνια ήταν ο Αριστοτέλης μαζί με τον Πλάτωνα, τον Αϊνστάιν, τον Γκάντι και κάποιες άλλες μεγάλες μορφές τής ιστορίας τού κόσμου, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη μια τέτοια αποστολή. Πόσο μάλλον σήμερα που στις ηγετικές θέσεις τού κόσμου βρίσκονται άνθρωποι διεφθαρμένοι, ανήθικοι και χωρίς έμπνευση. Οι μεγάλοι ηγέτες που θεμελίωσαν την σύγκλιση τών ευρωπαϊκών λαών είχαν νιώσει πολύ καλά στο πετσί τους τι σημαίνει ένας πόλεμος, τις συνέπειές του, τη βία και την ανείπωτη φτώχεια του καθώς και την τραγωδία που σπέρνει γύρω του. Αλλά δεν υπάρχουν πια ούτε Αντενάουερ, ούτε ντε Γκολ, ούτε Τσόρτσιλ, ούτε καν Μιτεράν ή Βίλι Μπραντ. Ο τελευταίος μεγάλος ενωτικός Ευρωπαίος ηγέτης -ο Γερμανός Χέλμουτ Σμιτ*- εγκατέλειψε πέρσι τον μάταιο τούτο κόσμο σε βαθιά γεράματα αλλά με εντυπωσιακά σώας τας φρένας, προειδοποιώντας ασταμάτητα την χώρα του για τα μεγάλα λάθη που διαπράττει. Κανείς δεν μπορούσε να τον ακούσει. Η λαίλαπα είχε ξεσπάσει ήδη από το 2008 και προχωρούσε συνεχώς βαθύτερα ισοπεδώνοντας τα πάντα.

Με αυτά τα δεδομένα, ήταν φυσικό και επόμενο η νέα εποχή των επιτευγμάτων να αποτελέσει την απαρχή μιας ακόμη μεσαιωνικής περιόδου. Ο άνθρωπος είναι φθαρτός και περιορισμένος -μα πάνω απ' όλα "υλικός"- και βρίσκεται στο σημείο να έχει εφεύρει κάτι άυλο και άπειρο. Είναι αδύνατον να καταφέρει να το διαχειριστεί ως δια μαγείας. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαχειριστεί το Άπειρο. Δεν είναι στις προδιαγραφές του. Η ανεξέλεγκτη και μη ανθρωποκεντρική πρόοδος στην Πληροφορική θα αποτελέσει το απόλυτο όπλο στα χέρια τής βίας. Ήδη την αποτελεί. Στα απίστευτα εξελιγμένα έξυπνα όπλα, στα μη επανδρωμένα πολεμικά σκάφη ξηράς, αέρος και θαλάσσης, στη δυνατότητα που έχει πλέον κάποιος μεμονωμένος άνθρωπος από την πιο ξεχασμένη άκρη τού κόσμου να παρεμβαίνει σε πληροφορίες και στοιχεία ύψιστης σπουδαιότητας (όλα αυτά με το πρόσχημα τής "ισότητας" τών ανθρώπων...) και σε τόσα άλλα.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Ας μην χάνουμε όμως την γερμανική γραμμή. Ο Αδόλφος Χίτλερ δεν ανέθεσε τυχαία στον καλύτερο στρατηγό του, τον Έρβιν Ρόμελ, την κατάκτηση τής Βόρειας Αφρικής και την επέλαση προς τα ανατολικά. Προς την Μέση Ανατολή, δηλαδή. Αν δεν τον σταματούσε ο έξοχος Μοντγκόμερι με όλους τους ήρωες που πολέμησαν κάτω από τις διαταγές του, η Γερμανία θα είχε φτάσει στα πετρέλαια. Γιατί αυτό λείπει από την Γερμανία: η ενέργεια. Έχει ίσως την καλύτερη και πιο οργανωμένη βιομηχανία στον κόσμο και έχει πειθαρχία ατσάλινη. Αλλά δεν έχει ενεργειακές πηγές. Ο άνθρακας που κάποτε ήταν αρκετός για τις ανάγκες της σήμερα δεν επαρκεί. Έφτασε στο σημείο να κατεδαφίσει ολόκληρα μεσαιωνικά χωριά για να εξορύξει άνθρακα. Δεν έχει όμως πετρέλαιο. Και ξέρει πολύ καλά πως οι δυο μεγάλοι οικονομικοί ανταγωνιστές της -οι ΗΠΑ και η Ρωσία- έχουν και θα έχουν άφθονο για πολλά χρόνια ακόμη. Ο διαστρεβλωμένος και άρρωστος εθνικισμός τών Γερμανών δεν ανέχεται κάτι τέτοιο. Με τους Αμερικανούς ξέρει πως δεν μπορεί να αναμετρηθεί απευθείας γιατί είναι η απόλυτη υπερδύναμη πια. Χρησιμοποίησε άψογα την προκεχωρημένη θέση της στα σύνορα με τις χώρες τού πρώην Συμφώνου τής Βαρσοβίας για να ανορθώσει και να ξαναχτίσει τη χώρα. Μέχρις εκεί όλα καλά. Ποιος δεν επιθυμεί την πρόοδο και την ευημερία τών ανθρώπων; Με την κατάρρευση τού τείχους έγινε η πρώτη δύναμη στην Ευρώπη, αφού είναι γνωστές οι φιλοσοφικές και "περιπατητικές" αναζητήσεις τής Γαλλίας, που την οδήγησαν πολλές φορές σε ολιγωρία και εκτός "πραγματικότητας", με πολλές συνέπειες για τον κόσμο. Ας μην ξεχνάμε μια ολόκληρη γαλλική κουλτούρα και έναν Διαφωτισμό, που κάθε άλλο παρά συνάδουν με τα χαρακτηριστικά μιας "υπερδύναμης"... Για την Μεγάλη Βρετανία δεν γινόταν λόγος αφού είναι το υποκατάστημα και ο δούρειος ίππος τών ΗΠΑ στην Ευρώπη και, εξάλλου, το Γ' Ράιχ είχε υποφέρει τα μέγιστα από τους ατρόμητους Βρετανούς. Η Γερμανία βρέθηκε λοιπόν για άλλη μια φορά -την τρίτη σε έναν αιώνα- να κυριαρχεί στην ήπειρο και να "πνίγεται" από την ανάγκη εξεύρεσης ενεργειακών πηγών. Άρχισε πάλι η προσέγγιση με την Τουρκία και η επιβολή της στην Ευρώπη δια τής οικονομικής ισχύος. Ο ανάπηρος υπουργός της, γεμάτος κόμπλεξ και τόσα απωθημένα -ίσως διόλου αδικαιολόγητη δεν ήταν τελικά η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, που τού στοίχισε την αρτιμέλειά του-, έχει πάρει την σκυτάλη από τους δυο δολοφόνους τών δυο προηγούμενων παγκοσμίων πολέμων. Και τώρα ζούμε τον τρίτο πόλεμο. Όποιος δεν το έχει συνειδητοποιήσει, κοιμάται ύπνο βαθύ και έχει γίνει τυφλό όργανο στα χέρια τών κέντρων εξουσίας -παγκόσμιων και τοπικών- που κάθε φορά τον εξωθούν προς διαφορετική βαλβίδα εκτόνωσης απλώς για να μην χαλάνε οι ισορροπίες. Ξεγελιέται από τον ήλιο που βλέπει κάθε μέρα, από τις βόλτες που είναι ελεύθερος να κάνει, από τα λίγα ή περισσότερα αγαθά που είναι σε θέση να καταναλώνει.
Βίλι Μπραντ & Κόνραντ Αντενάουερ
Ξεγελιέται από την πλασματική αίσθηση ελευθερίας που το κυρίαρχο σύστημα τού έχει παραχωρήσει. Προσέρχεται σε εκλογές -επαναλαμβανόμενες μάλιστα για να νιώθει πως έχει την δυνατότητα ελέγχου και αλλαγής τής κυβέρνησής του σε μικρά χρονικά διαστήματα!- και με μεγάλη ευκολία πια καταλαμβάνει δρόμους, πλατείες, γήπεδα και οτιδήποτε άλλο η "κυριαρχική" του ορμή του τού επιβάλλει. Πού είναι οι εποχές τής αλήστου μνήμης δικτατορίας, τότε που απαγορευόταν κάθε σύναξη άνω τών τριών ατόμων... Άρα; Άρα έχουμε δημοκρατία! Ταξιδεύει ελεύθερα από και προς κάθε προορισμό, χωρίς ελέγχους ταυτότητας και διαβατηρίων! Οι φάκελοι πολιτικών φρονημάτων έχουν "καεί" από χρόνια. Άρα; Άρα έχουμε δημοκρατία! Ξεγελιέται από όλα δηλαδή τα προϊόντα αλλά και τα απόνερα τού καπιταλισμού. Ο
Κόνραντ Αντενάουερ, ένας σημαντικός πολιτικός και πρώτος καγκελάριος τής Γερμανίας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε νιώσει βαθιά στο πετσί του τι θα πει ναζισμός και ολοκληρωτισμός, είχε πει ανάμεσα στα πολλά σημαντικά που άφησε πίσω του φεύγοντας πως

Μόνο τα πιο ανόητα μοσχάρια επιλέγουν τον σφαγέα τους.

Ίσως οι Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη φορά, μετά τις στοχεύεσεις κατά των Siemens και VW, από τις οποίες η Γερμανία δείχνει να επέζησε αρκετά αναίμακτα, με το καίριο χτύπημα στην καρδιά τής Γερμανίας -στην Deutsche Bank-, να καταφέρουν πάλι όσα κατάφεραν στον Μεγάλο Πόλεμο μετά την βύθιση τού Λουζιτάνια και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μετά τον βομβαρδισμό τού Περλ Χάρμπορ. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Για το τέλος άλλη μια ρήση τού Κόνραντ Αντενάουερ -γιατί αυτή η χώρα, εκτός από φονιάδες και ναζί, γέννησε και ανθρώπους πολύ μεγάλων και υψηλών μεγεθών σε όλους τους τομείς τής ζωής:

Στο μυαλό μου έρχονται σκέψεις και εικόνες… 
σκέψεις τής εποχής πριν από το 1914,
τότε που υπήρχε πραγματική ειρήνη, 
ηρεμία και ασφάλεια στη γη
-μια εποχή κατά την οποία δεν γνωρίζαμε φόβο… 
Η ασφάλεια και η ηρεμία εξαφανίστηκαν
από τις ζωές τών ανθρώπων μετά το 1914.

*Θεωρώ πως ο Γάλλος Ζισκάρ ντ' Εστέν δεν αποτέλεσε ποτέ μια σοβαρή, αξιόπιστη και υπεύθυνη μορφή πολιτικού άνδρα.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Διονύσης Σαββόπουλος - Ο Πειρατής

 
Κάποτε λοιπόν, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, οι συνθέτες και οι τραγουδοποιοί έγραφαν πολύ όμορφες και πραγματικά σπουδαίες μουσικές για να ντύσουν τα τραγούδια τους. Αυτό συνέβαινε επειδή ήταν πολύ και πραγματικά διαβασμένοι στη μουσική θεωρία, επειδή είχαν πολλά-πολλά περισσότερα ακούσματα από τους σημερινούς -και μάλιστα πολύπλευρα, από διάφορα μουσικά είδη-, επειδή δούλευαν με μεγάλη σχολαστικότητα και αληθινή αγάπη τις συνθέσεις τους αλλά και επειδή η κάθε μουσική παραγωγή ήταν αποτέλεσμα της συνεύρεσης και συνύπαρξης μιας ολόκληρης ομάδας ατόμων που ζούσαν μαζί για μέρες και αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους. Αυτό που έκανε τα τραγούδια σπουδαία ήταν μια σειρά παραγόντων. Ήταν η ευφυΐα στη σύλληψη τής μελωδικής γραμμής, ήταν η περιπλοκότητα -προϊόν πολλής δουλειάς και υψηλής έμπνευσης, που όμως δεν έκανε το τραγούδι δύσκολο να τραγουδηθεί-, ήταν η εναρμόνιση, ήταν η ενορχήστρωση, ήταν και η μουσική εκτέλεση. Και, βέβαια, σε απόλυτο συγχρονισμό, ένας εμπνευσμένος στίχος από χέρι παιδευμένο και πολυδιαβασμένο και ψυχή μεγάλη και ανοιχτή.

Εδώ έχουμε ένα τραγούδι τού Διονύση Σαββόπουλου από την Ρεζέρβα, που μου το θύμισε μια προηγούμενη ανάρτηση. Έχουμε τον "Πειρατή". Αυτό το τραγούδι το παίζαμε με τον Γιώργο κάτι βράδια τού '86-'87 στου Ζωγράφου. Πίσω από θολές τζαμαρίες κι ενώ έξω η άνοιξη είχε αρχίσει να κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή της. Θυμάμαι είχαμε κατενθουσιαστεί με την ιδέα να το συμπεριλάβουμε στο πρόγραμμά μας. Γιατί δεν ήταν καθόλου απλό τραγούδι και ήθελε δουλειά και μας άρεσε να καθόμαστε μαζί να δουλεύουμε πάνω σε καινούργια τραγούδια που μέχρι τότε δεν είχαμε ξαναπαίξει. Εξάλλου, τι πιο ωραίο και ελκυστικό για έναν νέο μουσικό από το να έχει μπροστά του ένα δύσκολο τραγούδι; Ήταν δύσκολο στο μοίρασμα των χρόνων του και στο δέσιμο των οργάνων με τη φωνή. Στην αρχή ήθελε να μάθεις τη μουσική του πάρα πολύ καλά, έτσι ώστε να μην σου αποσπά την προσοχή, και μετά να "σφηνώσεις" τη φωνή ανάμεσα στα μέτρα. Αυτό ήταν το πρώτο και γερό βήμα για να στήσεις τα θεμέλια του τραγουδιού μέσα σου. Μετά από πολλές πρόβες, που σε οδηγούσαν στην "τετράγωνη", αργή και μετρημένη εκμάθησή του, άρχιζες να απελευθερώνεις τη φωνή από τα μέτρα και να χορεύεις επάνω τους. Αλλιώς δεν τραγουδιέται το τραγούδι αυτό. Φαντάζει, ακούγεται, πολύ σφιχτό και ζορισμένο. Η φωνή πρέπει να απελευθερωθεί από τα μέτρα για να αποκτήσει ζωή και ευλυγισία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι πως δεν πρέπει να παίζεται ούτε πολύ πιο αργά ούτε πολύ πιο γρήγορα από την ταχύτητα τού πρωτότυπου γιατί στην πρώτη περίπτωση θα σέρνεται ενώ στη δεύτερη θα ακούγεται σαν νιαούρισμα. Είναι πολύ αυστηρή η ταχύτητά του.

Η μελωδική γραμμή του είναι ακόμη μια φορά εντυπωσιακή, όπως στα περισσότερα τραγούδια του Σαββόπουλου. Αλλά η επανάσταση έρχεται στην εναρμόνισή της, όπου γίνεται κυριολεκτικά της κακομοίρας. Ήταν ακόμη οι εποχές που αγοράζαμε βιβλία με παρτιτούρες για να λύσουμε τις πιο δύσκολες και δύσβατες μουσικές απορίες μας όταν αυτές δεν επιλύονταν με το αυτί ή την ανταλλαγή απόψεων ή τη σκληρή δουλειά πάνω στην ταστιέρα ή το κλαβιέ. Ήμασταν τυχεροί γιατί είχα όλες τις παρτιτούρες του δίσκου σε φωτοτυπίες από την πρώτη εποχή μελέτης του Σαββόπουλου -όταν είχα εντυπωσιαστεί από τις μελωδίες του, πέραν των άλλων μαγικών ιδιοτήτων των τραγουδιών του. Ο Πειρατής ήταν ακαταμάχητος. Σφιχτό τραγούδι, με πλήρη μπάντα και έντονο και χαρακτηριστικό ρυθμό. Τύμπανα μεγάλης ορχήστρας, ηλεκτρική κιθάρα, σαντούρι (!), χάμοντ, τούμπα (!), συνύπαρξη ηλεκτρικής κιθάρας και σαντουριού σε ταυτόχρονες μα διαφορετικές μελωδικές γραμμές... και τι δεν έχει μέσα! Φυσικά δεν υπήρχε δυνατότητα για απόδοση τού τραγουδιού με τόσα μέσα. Είχαμε μόνο τις δυο κιθάρες και τις δυο φωνές μας. Άντε, και καμιά φυσαρμόνικα, όταν "άντεχε" το τραγούδι. Και δως του πρόβες...

Δυστυχώς δεν διέσωσα καμιά ηχογράφησή μας με τον Πειρατή. Δεν πειράζει. Ας είναι. Τον θυμάμαι πάντα πολύ έντονα. Από τη στιγμή που το τραγούδι άρχιζε, όλα γίνονταν αυτόματα. Ξύπναγα μόνο όταν τελειώναμε, στην τελευταία άρση. Έφευγε όλο μονορούφι, χωρίς να προλάβω να συνειδητοποιήσω τίποτα. Με ελάχιστα τραγούδια μού συνέβη κάτι τέτοιο όλα εκείνα τα χρόνια. Λες και παγώνει ο χρόνος -ή λες και αρχίζει να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα- και δεν προλαβαίνω να συνειδητοποιήσω τίποτα για δυο-δυόμισι λεπτά. Ήμουν επιφορτισμένος τόσο με το τραγούδι όσο και με το μέρος της ηλεκτρικής κιθάρας, γεγονός που δυσκόλευε τα πράγματα. Άπαξ όμως και "έμπαινες" στο τραγούδι, έβγαινες μόνο με το φινάλε. Απνευστί.

Σήμερα ξέθαψα πάλι την παλιά παρτιτούρα. Κιτρινισμένη από τα χρόνια και με νότες που έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν πάνω στο χαρτί. Θυμήθηκα όταν την πρωτοδιάβαζα με έκπληξη αλλά και με μια αίσθηση αποκάλυψης να με πλημμυρίζει. Και μετά; Μετά ερχόταν η λύτρωση της αποκρυπτογράφησης. Το τραγούδι είχε επιτέλους κατακτηθεί και παιζόταν σύμφωνα με τις οδηγίες του δημιουργού του. Είχε μια άλλη ομορφιά το τραγούδι στο χαρτί. Μια ομορφιά που χάνεται σιγά-σιγά. Μια ομορφιά που δεν θα τη βρουν οι νεώτεροι μέσα στις οθόνες. Ήταν, σα να λέμε, τρισδιάστατο. Το έπιανες, το μύριζες, το τσαλάκωνες, το δίπλωνες, το έπαιρνες μαζί σου στο σάκο και στη θήκη τής κιθάρας. Σημείωνες με διαφορετικά χρώματα μολυβιού πρόσθετα πραγματάκια που δεν ήθελες να ξεχάσεις, το ζωγράφιζες στα περιθώρια με λουλουδάκια, κιθάρες, φάτσες και καρδούλες, το λέρωνες με καφέ ή στάχτη από το τσιγάρο -και όταν πήγαινες να το καθαρίσεις, συνήθως το μουντζούρωνες... Άλλες εποχές, άμεσες και απτές.

Σήμερα ο Πειρατής ίσως ακούγεται "παράξενος" στα ισοπεδωμένα αυτιά τής πλειονότητας των ακροατών, που έχουν εκπαιδευτεί στις "μουσικές" τών Πειρατών τής Καραϊβικής... Ακούγεται δύστροπος και με αλλόκοτα μουσικά διαστήματα αλλά και με στίχους που σε κάποιους ίσως θυμίζουν κόμιξ.

Ας τον αφήσουμε καλύτερα να αρμενίζει μόνος του στις δικές του θάλασσες και να μάς χαιρετά από κάποιες άλλες, μακρινές εποχές.


* Για άλλη μια φορά εύφημος μνεία στον σπουδαίο Θεολόγο Στρατηγό: http://giorgosvelentzas.blogspot.gr/2016/02/blog-post_3.html
 

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Εν πτήσει


Επέλεξα να κατοικήσω εδώ, σ' αυτόν τον προσωπικό -ιδιωτικό θα 'λεγα- χώρο που μου παραχωρείται μέσα στο ψηφιακό Άπειρο και όχι σε άλλου είδους μέσα ατομικής ή συλλογικής έκφρασης. Και μάλιστα τις τελευταίες μέρες αποσυνέδεσα αυτά εδώ τα γραπτά από την συγγενική τους σελίδα στο Google+. Δεν άντεχα άλλο την αίσθηση ότι το καθετί που γράφω και εκσφενδονίζω στο Άπειρο εκτίθεται αμέσως και αναγιγνώσκεται -δυνητικά- αυτοστιγμεί. Πριν καν προλάβει να πάρει λίγο ύψος και να απομακρυνθεί από κοντά μου έτσι ώστε να το δω και από άλλες πλευρές, να δω κι άλλες διαστάσεις του, άγνωστες σε μένα ως εκείνη τη στιγμή. Να το δω από μακριά. Να πάρω τις αποστάσεις μου και να μην μπλέκονται οι ανάσες μας μεταξύ τους. Πολλές φορές, αφού έχει πετάξει μέσα απ' τα χέρια μου, κάτι συμβαίνει και ξαναγυρνάει. Θέλει κάτι τελευταίο, κάτι μικρό -ή και μεγάλο- που όμως ήταν αδύνατο να το διαπιστώσω ενόσω βρισκόταν ακόμη καρφωμένο στη γη. Είναι η ανύψωση και η μετεώριση στα ρεύματα τού αέρα που απελευθερώνουν κάθε κρυφή και φανερή δυνατότητα. Είναι το κρύο στα ψηλά στρώματα που κάνει την ατμόσφαιρα απόλυτα διαυγή και αποκαλύπτει ανάγλυφα κάθε ορατή αλλά και κάθε μέχρι τότε αόρατη πτυχή τού τοπίου χαμηλά.

Και τότε ξέρεις τι χρειάζεται ακόμη. Δεν απαιτείται καθόλου σκέψη. Το χέρι πάει μόνο του και συμπληρώνει τα κενά. Ολοκληρώνει -όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό- την εικόνα. Σαν τις τελευταίες και καθυστερημένες πινελιές πάνω στον μουσαμά. Που περιμένουν να στρωθούν έτσι ώστε μετά να απλωθεί επάνω τους η τελευταία κίνηση: η υπογραφή -σφραγίδα χαρακτηριστική τού δημιουργού, που θα συνεχίζει να υπάρχει και να προσδιορίζει μέχρι την τελική φυσική καταστροφή τού μέσου.

Σίγουρα αυτό που προκύπτει δεν έχει σκοπό να χαθεί μονάχο και ασύνδετο στο πουθενά. Ελπίζει σε κάποιον αόριστο και ανώνυμο παραλήπτη. Σε κάποιο χέρι που θα απλωθεί και θα το υποδεχθεί. Ίσως αυτό να είναι και ένα μεγάλο μυστικό τής Νέας Εποχής. Ότι, δηλαδή, το επώνυμο και το ανώνυμο μπορούν πολύ εύκολα να αποτυπωθούν -αρκεί να το θέλουν. Ένιωσα λοιπόν πως δεν ήθελα να ξέρω τους επώνυμους αποδέκτες των τοπίων μου. Έχανα τη μαγεία που κρύβει το άγνωστο. Και γινόμουν ξαφνικά σαν μασημένη τσίχλα. Με το αποτύπωμα των δοντιών βαθύ και έντονο πάνω της και με το πρώτο, δυνατό άρωμα να έχει εξατμισθεί από ώρα. Δεν υπήρχε πια η έκπληξη τής ανακάλυψης -που υπάρχει μόνο στο απρόσμενο, στο αναπάντεχο. Υπήρχε τακτικότητα και επανάληψη. Πράγματα ασύμβατα με το ζητούμενο.

Αυτή είναι νομίζω η διαφορά των "επώνυμων" από τα "ανώνυμα" κοινωνικά μέσα. Είναι η μεγάλη και έντονη ανάγκη για ταχύτατη αποδοχή και αναγνώριση που οδηγεί σε χώρους όπου η ύπαρξη αποκτά Ονοματεπώνυμο, εικόνα, φωνή, σημαία, και αποζητά έγκριση, παραδοχή, συμφωνία ή -σε ακραίες περιπτώσεις- ακόμη και θαυμασμό και κολακεία. Είναι πάρα πολύ εύκολο να γίνει σύγχυση και ο αποδέκτης να χάσει το δρόμο. Δεν συζητώ για τον πομπό γιατί αυτός, από τη στιγμή που προτάσσει επωνύμως το Εγώ του (με τον κάθε γνωστό τρόπο που τού παρέχει το κοινωνικό μέσο), έχει ήδη εκτραπεί. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει ο δέκτης, ο υποδοχέας. Αυτός είναι πολύ πιθανό να πλανευτεί και να ξεγελαστεί χωρίς να έχει τέτοια πρόθεση. Ίσα-ίσα, μπορεί να επιθυμεί να το αποφύγει αλλά να πιαστεί στα δίχτυα τής εύκολης έλξης. Εκεί ακριβώς όμως έγκειται και η ελευθερία τού δέκτη. Στη δυνατότητα διάκρισης και επιλογής. Ακόμη και μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα προσφορών. Πρώτα ψάχνει, αναζητά και δοκιμάζει και μετά αποφασίζει ποιο θα κρατήσει και ποιο θα αφήσει.

Και, σε τελική ανάλυση, ο δέκτης δεν χάνει τίποτα αναντικατάστατο αν δεν καταφέρει να φτάσει παντού. Η ζωή είναι μια διαρκής διαδρομή στο άγνωστο και μόνο ό,τι ανακαλύπτουμε αποκτά υπόσταση.

     

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Ενθάδε κείτονται

Στον Πάνο Τζαβέλλα*


Όχι. Δεν λυπάμαι καθόλου. Άξιζαν όλα όσα ήλθαν. Και θα έλθουν κι άλλα. Πιο σκληρά. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να το δει κανείς. Όπως δεν ήταν καθόλου δύσκολο να δει κάποιος ότι θα έρχονταν τα σημερινά.

Είναι η Νέμεση. Δικαιοσύνηόπως έλεγε και ο ποιητής.

Γιατί ποτέ δεν ήταν παρόντες τη στιγμή που η ζωή κυλούσε από μέσα τους. Οι έντιμοι. Χαριεντιζόταν σαν μωρές παρθένες μπροστά στις βιτρίνες των γυαλιστερών ψευδοονείρων ή παζάρευαν σαν ανελέητες πόρνες στις νυχτερινές λεωφόρους. Οι έντιμοι. Αλίμονο μόνο στους φτωχούς.

Τα δέντρα όμως μάδησαν απ' τα φύλλα τους και η γύμνια αποκαλύφθηκε. Όσοι πρόλαβαν -έστω και την τελευταία στιγμή- και αχνοείδαν μια αχτίδα να γλιστρά απ' τη χαραμάδα, σηκώθηκαν και έφυγαν τρέχοντας. Όπως-όπως. Σέρνοντας τα μισοφορεμένα ρούχα τους που σβαρνίζονταν στο πολυκαιρισμένο και σάπιο σανιδένιο πάτωμα τού εθνικού πορνείου. Του εθνικού πολυκαταστήματος. Αλίμονο σε όσους κοιμήθηκαν μέχρι αργά. Ο ήλιος σηκώθηκε πια ψηλά. Τώρα έχει αρχίσει να καίει και αυτοί ουρλιάζουν απ' τον πόνο.

Να μην ξεχαστώ όμως τις τελευταίες στιγμές. Να έχω το νου μου και να σταθώ από πάνω για να ρίξω τη φτυαριά με το χώμα έτσι ώστε να σιγουρευτώ. Για τον έντιμο.


* Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε.