Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Περί Έρωτος Ι


Γιατί άραγε είπε πως αν ερχόταν ξανά στη ζωή, το μόνο που θα έκανε θα ήταν "να κάνει έρωτα"; Δεν μπορεί μια ύπαρξη τόσο βαθιά σκεπτόμενη και θρησκευόμενη περί τα φυσικά και τα μεταφυσικά να είπε μια τόσο σημαίνουσα φράση -που μάλιστα αποτέλεσε και το απόσταγμα της γνώσης που κατέκτησε στη ζωή- παρασυρμένη από τα ανθρώπινα πάθη. Ούτε πρέπει να το είπε σε μια στιγμή που ήθελε για άλλη μια φορά να προκαλέσει τα "χρηστά ήθη" και να αναταράξει τα λιμνάζοντα -έως βαλτώδη- νερά της κοινωνίας.

Μήπως είχε αντιληφθεί από νωρίς κάτι πολύ λεπτό και πολύ υψηλό που μας διαφεύγει μέσα στον ορυμαγδό των κοινωνικών, πολιτικών, θρησκευτικών και οικονομικών συστημάτων που φτιάξαμε;

Μήπως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ο Έρωτας εκφυλίστηκε σε τέτοιο βαθμό, στοχευμένα και συνειδητά από τα διάφορα κέντρα, με σκοπό τον έλεγχο των ανθρώπων και την κατάληψη των εξουσιών;

Μήπως ο έρωτας -ο Έρωτας και όχι το σεξ, το οποίο είναι ένα πολύ πρώτο, πρόχειρο και εύκολα προσβάσιμο επίπεδο εκτόνωσης και αποκοίμισης των υπαρξιακών ερωτημάτων μας-, στην πιο αγνή και πιο πλήρη μορφή του, και μάλιστα τη στιγμή της κορύφωσής του, αποτελεί την Πύλη προς τις διαφεύγουσες διαστάσεις;

Μήπως τότε ακριβώς βρισκόμαστε όσο πιο κοντά γίνεται στο Επέκεινα;

Μήπως τότε ακριβώς καταργούνται οι 3+1 γνωστές και αντιληπτές διαστάσεις και προσεγγίζουμε πλέον ελεύθεροι τις υπόλοιπες 7; Μήπως;

Μήπως αυτός ο Έρωτας δεν είναι η πράξη του αλλά μια αίσθηση, μια κατάσταση, που μπορεί να ανακαλυφθεί μέσα σε κάθε Ερωτική Πράξη; Μήπως τελικά Ερωτική Πράξη είναι εκείνη που χαρακτηρίζεται από τον Μεγάλο Έρωτα για τον Άνθρωπο, για τον συν-Άνθρωπο; Μήπως αυτό είναι το μεγάλο Άλμα που έχει τη δυνατότητα να κάνει ο άνθρωπος από τη στιγμή που τού έλαχε να βρεθεί σε αυτή τη διαδρομή υπαρξιακής ενσάρκωσης προκειμένου να βιώσει τις προβολές των υπολοίπων διαστάσεων επάνω στην αντιληπτή του ύπαρξη και να οσμιστεί την κρυφή και σκοτεινή πλευρά τής "Σελήνης";

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Σκοτώστε την Μνήμη όταν γεράσει...


Άνθρωποι που έζησαν σαν καταιγίδες και σαν θύελλες -είτε στην πραγματικότητα είτε στις θάλασσες των φαντασιώσεών τους. Έφτιαξαν ζωές μέσα σε δρόμους, σε σχολεία, σε γραφεία, σε λεωφορεία, σε μαγαζιά και λαϊκές αγορές, σε αίθουσες σκοτεινές και φωτεινές, σε καφέ και εστιατόρια και μπαράκια, σε διαλέξεις και καλλιτεχνικές εκθέσεις, στο βουνό και στη θάλασσα, στο χωράφι και στον κήπο. Είτε στην "εκεί έξω" πραγματικότητα είτε πάνω σ' ένα κρεβάτι ή σε μια καρέκλα σκυμμένοι πάνω σε σελίδες, είτε με ένα μολύβι ή ένα πινέλο στο χέρι να αναζητούν να κατασκευάσουν χίμαιρες για να καταφέρουν να ξημερώσουν και την επόμενη μέρα. Άνθρωποι που σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους με το πάθος και την ορμή της φθαρτής ύπαρξης που αντιμάχεται μάταια το Αιώνιο Πεπρωμένο. Άνθρωποι που πίστεψαν πως η ζωή "τους χρωστάει" -δεν ξέρω τι, μη με ρωτάς- και έφτασαν να ανέβουν σε ολύμπια ύψη από την ανάγκη να νιώσουν ότι "τα κατάφεραν". Άνθρωποι που έθεταν "στόχους" στη ζωή τους και, όταν τους κατακτούσαν, αισθάνονταν πανευτυχείς και δικαιωμένοι αλλά και ανυπόμονοι να θέσουν τους αμέσως υψηλότερους και πιο φιλόδοξους προορισμούς. Άνθρωποι που απογοητεύονταν και αναθαρρούσαν διαδοχικά στη διάρκεια του ένδοξου βίου τους. Άνθρωποι που λησμονούσαν εύκολα αλλά και θυμούνταν γρήγορα. Άνθρωποι, δηλαδή, δούλοι τής Μνήμης και εχθροί τής Λήθης. Συνήθως και υποτελείς τής Νοσταλγίας, πολύ συχνά καθαγιάζοντάς την και αναδεικνύοντάς την σε πηγή έμπνευσης και παράγοντα επιβίωσης για τον βίο τους. Άνθρωποι που βίωναν έντονα την κάθε τους στιγμή, υπακούοντας σε τετριμμένα και ξεπουλημένα συνθήματα και συνταγές για επιτυχία. Δεν ξέρω τι είδους επιτυχία, μη με ρωτάς. Άνθρωποι κυριολεκτικά ζεμένοι σε παλιωμένους ζυγούς που τρίζουν βασανιστικά κάτω από το βάρος των χρόνων και των συντηρητικών κατεστημένων και μαγεμένοι από χρυσές άμαξες με δεμένους μπροστά μυθικούς Πήγασους. Άνθρωποι που έσυραν όμως βαριά μπάλα στο πόδι. Άνθρωποι τριγωνομετρημένοι, αλλά άνθρωποι.

Κάποτε βέβαια κατάλαβα τι γινόταν κάτω και πίσω από όλα αυτά. Τι είχε διαδραματισθεί βαθιά μέσα στην ψυχή τους. Μάλλον περίμεναν μια κάποιου είδους δικαίωση και αναγνώριση που δεν έλαβαν ποτέ από εκεί από όπου πρωταρχικά ήθελαν να την έχουν.

Άνθρωποι που πίστεψαν στο ορατό φάσμα των αισθήσεων και παρέμειναν αγκιστρωμένοι σ' αυτό, μην αντέχοντας το άλμα στο Άπειρο, το άλμα στο Τίποτα, που γεννοβολάει Χάος. Άνθρωποι που μετέτρεψαν όλο αυτό το απωθημένο έλλειμμα δικαίωσης σε απόστημα και πληγή που τρέχει μια ζωή. Πληγή επώδυνη, πληγή πολλές φορές επικίνδυνη, που κακοφορμίζει και αρρωσταίνει το μυαλό, την ψυχή και το σώμα.

Τους είδα αρκετές φορές να χάνονται στο ποτάμι της ζωής, αφημένους στη μοίρα τους και ανήμπορους να αντιδράσουν ενώ υπήρχε ακόμη χρόνος και αντοχή. Αλλά εκείνοι, λες και το έκαναν πεισματικά -για ποιον τελικά;-, αρνούνταν. Αρνούνταν να αντιδράσουν, να λειτουργήσουν με αυτοπροστασία, αρνούνταν τα πάντα. Έγιναν α-ρνητές, α-γνωστικιστές, α-ναχωρητές και τελικά γέρασαν μέσα στο κελί ή στο κλουβί ή περιμένοντας τη γέννηση τής επόμενης γενιάς των ανθρώπων έξω από μια αίθουσα τοκετών ή αγωνιώντας στον αυλόγυρο ενός σχολείου να χτυπήσει το κουδούνι, κλείνοντας οι ίδιοι πίσω τους την πόρτα και βουλιάζοντας στη θάλασσα των μεγάλων προσδοκιών.

Δεν υπάρχει πιο άχρηστο και πιο ανώφελο πράγμα στη ζωή από τις προσδοκίες. Και οι προσδοκίες δημιουργούνται από τα Κατεστημένα. Και τα Κατεστημένα τα τρέφει και τα συντηρεί η Μνήμη.

Όχι, δεν "φταίνε" αυτοί. Δεν υπάρχει φταίξιμο. Έτσι είναι η ζωή. Αυτοί είναι οι μηχανισμοί της και αυτοί είμαστε οι άνθρωποι. Όσο μπορούμε, τόσο κάνουμε. Το υπόλοιπο διάστημα, η υπόλοιπη απόσταση, χρειάζεται κατανόηση. Χρειάζεται αποδοχή της διαφορετικότητας και της ασυμβατότητας μεταξύ μας.

Μερικές όμως φορές γίνεται το θαύμα και ο άνθρωπος προχωράει. Εκτελεί το άλμα στο Άπειρο. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγο νερό -όχι πολύ, μπορεί να πνιγεί πάλι- για να το ρίξει πάνω του και να ξεπλυθεί.

Το νερό για να ξεπλυθεί; Όχι, δεν χρειάζεται να είναι μαγικό. Ούτε αγιασμένο. Όχι. Ένα απλό νερό είναι -σαν αίμα.

  

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Μάνος Χατζιδάκις - φωτογραφικό αρχείο

 

Η φωτογραφία, μια μεγάλη του αγάπη.
Και το πονηρό χαμόγελο -γιατί ήταν πειραχτήρι,
με εκείνο το χιούμορ μιας μοναδικής ευφυΐας.
Φωτογραφίες από τη ζωή ενός γιγάντιου και παραδειγματικά ελεύθερου πνεύματος του τόπου στον οποίο γεννηθήκαμε.

Ενός ανθρώπου που φώτισε γενναιόδωρα και χωρίς υστεροβουλίες με τη σκέψη, το λόγο, το έργο και τις πράξεις του αυτή τη γωνιά της γης για σχεδόν πενήντα χρόνια απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. 

Ενός από τους μεγαλύτερους διαχρονικά δημιουργούς που ανέδειξε αυτός ο τόπος -από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αλλά σίγουρα του μέγιστου μουσικού- ο οποίος έδωσε άλλο περιεχόμενο και άλλες διαστάσεις στα μεγέθη της προσωπικότητας, των αξιών, της τέχνης, της αλήθειας, της κοινωνικής δραστηριότητας και παρέμβασης, της αξιοπρέπειας και της δημιουργίας. Του συνθέτη που δημιούργησε το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, βασίζοντάς το απόλυτα πάνω στο προγενέστερο ρεμπέτικο -το οποίο άλλωστε ήταν εκείνος που παρουσίασε στο ευρύ κοινό αλλά και στήριξε αμέριστα- και εμπλουτίζοντάς το με στοιχεία τόσο από προγενέστερες ελληνικές και ευρωπαϊκές μουσικές όσο και από την σοβαρή -κλασική- μουσική.   

Μιας ύπαρξης που θα αποτελεί παράδειγμα εντιμότητας και ακεραιότητας και της οποίας οι ρηξικέλευθες απόψεις, οι άμεσες, αυτόματες μα και καίριες αντιδράσεις και οι προβλέψεις θα ερευνώνται ολοένα και περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου καθώς αναπόφευκτα θα αποτελούν αντικείμενο μελέτης και θα παραμένουν σημείο αναφοράς αφού οι δυσκολίες δεν θα λείψουν ποτέ από τον τόπο αυτό.

Εδώ, σ' αυτές τις φωτογραφίες, επιστρέφω συχνά και χάνομαι ταξιδεύοντας μαζί τους σε χρόνους αλλοτινούς και τόπους γνωστούς και άγνωστους, προσπαθώντας σήμερα, δεκάδες χρόνια από τότε που ο Μάνος Χατζιδάκις διηύθυνε ή μιλούσε ολοζώντανος μπροστά μας, να αποκρυπτογραφήσω και να προσεγγίσω για πολλοστή φορά το πνεύμα του. Να καταλάβω τις ιδιαίτερες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες των εποχών στις οποίες έζησε και να οσμιστώ τις διαδρομές του. Για να καταφέρω να ερμηνεύσω τις απόψεις και τις συμπεριφορές του, τις ανθρώπινες και αδύναμες πλευρές του. Όλες τις εκφάνσεις του. Ορατές και αόρατες. Εγκόσμιες και υπερκόσμιες.

Η αναζήτηση δεν σταματά και η συλλογή συνεχώς εμπλουτίζεται με νέες φωτογραφίες.

https://photos.google.com/share/AF1QipMgLWWTDCL3jXllm14_0C705xZ32JVLfM6zQPMlSb5vO4DC9LHcwwdjOJh7cj5jFQ?key=bXRyYmVSRENhLVYxTUJlYThqYWswTXVwMzR0SzFn 

Εδώ προτιμώ να μην αναρτήσω κάποια δική του σύνθεση αλλά το εισαγωγικό σημείωμα που έγραψε ο Κώστας Ταχτσής στο δίσκο Ο Σκληρός Απρίλης του '45, όπου ο Μάνος Χατζιδάκις διασκευάζει κάποιες σπουδαίες ρεμπέτικες μελωδίες. Στο κείμενο αυτό ο Κώστας Ταχτσής εξηγεί πολύ αναλυτικά την συμβολή τού Μάνου Χατζιδάκι στη διαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.




Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο νομίζω πως δεν υπήρξε ποτέ -τόσο μακρινές και ξένες φαντάζουν πια εκείνες οι εποχές- και ταυτόχρονα πως δεν έφυγε ποτέ. Ότι είναι εδώ και σε λίγο θα διαβάσω ή θα ακούσω την άποψη και την αντίδρασή του στα γεγονότα των καιρών που περνάνε. Αλλόκοτο πράγμα η "ύπαρξη"...

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Στα Κολωνάκια (που κατεδαφίζονται)


Δεν περίμενα τίποτα διαφορετικό. Όλα συμβαίνουν όπως ακριβώς ήταν αναμενόμενο. Μη γελιέσαι, η ζωή δεν αλλάζει έτσι. Η ζωή δεν αλλάζει ποτέ. Η ζωή δεν θα αλλάξει. Μικρές διορθωτικές κινήσεις και παρεμβάσεις γίνονται -όπου, όποτε και όσο είναι δυνατό. Και αυτό θα συμβαίνει μόνο στον στενό σου κύκλο, στο πολύ στενό σου περιβάλλον.

Σου φαίνεται πολύ σκληρό για να αντέξεις να επιβιώσεις και να ζήσεις μαζί του, ε; Σου φαίνεται αδιανόητο; Σου ακούγεται πνιγηρό; Σαν το μισθό που ολοένα και σου τον κόβουν; Σαν τη σύνταξη που μοιάζει με όνειρο που απομακρύνεται στο θολό βάθος ενός αβέβαιου μέλλοντος; Γιατί όλα αυτά; Επειδή έμαθες να χαϊδεύεις πάντα -ή να σου χαϊδεύουν- τα αυτάκια και να σου διηγούνται παραμυθάκια πριν πας για ύπνο; Ε, μάθε λοιπόν πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι όπως νόμιζες. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν έτσι. Εσύ νόμιζες πως ήταν έτσι γιατί τους άφησες να σε κάνουν να το νομίζεις. Σε εκπαίδευσαν τέλεια.

Και όσο περνά ο καιρός και τα πράγματα σφίγγουν -και θα σφίγγουν ολοένα και περισσότερο- τόσο πιο πνιγμένος και απομονωμένος θα νιώθεις. Είτε υπήρξες κακό είτε καλό παιδί. Ναι, εσύ που ήλπιζες σε ένα καλύτερο αύριο και ξεχυνόσουν στους δρόμους. Σε πορείες, σε νυχτερινές εξορμήσεις με σπρέι στα χέρια, σε ολονύκτια οδοφράγματα με την κουκούλα στο κεφάλι και τις πέτρες στα χέρια, σε ξέφρενα παραληρήματα νεανικών πάρτι και συναυλιών με ημεδαπούς και αλλοδαπούς καλλιτέχνες σε θέατρα και σκηνές, σε νεανικές εκδρομές στα νησιά, στην πρώτη δουλειά που έπιασες και ονειρεύτηκες το μέλλον, σε οικογενειακές μαζώξεις που σε έθλιβαν ή σε χαροποιούσαν αφόρητα τη στιγμή της απαραίτητης αναμνηστικής οικογενειακής φωτογραφίας, σε αναζητήσεις προσκλητηρίων για "την κορυφαία μέρα της ζωής σου", σε μαιευτήρια με φωτογραφίες νεογέννητων μωρών με το -ροζ ή γαλάζιο- κορδελάκι το χέρι, ελπίζοντας πως θα "παλέψεις γι' αυτά έτσι ώστε να ζήσουν σε ένα καλύτερο αύριο", στις τράπεζες για τη σύναψη του πολυπόθητου δανείου που θα σου εξασφάλιζε ακίνητο και αυτοκίνητο... Τι να πρωτοσκεφτώ. Δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι.

Τώρα πια μπορείς να απελπιστείς ελεύθερα και με όλο σου το δίκιο. Γιατί κάποτε πίστεψες. Πίστεψες σε όλα αυτά και πίστεψες πως η ζωή είναι εδώ και όχι αλλού. Πίστεψες πως όλα όσα ζούσες ήταν αλήθεια και πως το αύριο έκρυβε για σένα ακόμη περισσότερη αλήθεια. Ε, λοιπόν, γελάστηκες. Την πάτησες μεγαλοπρεπώς και ήλθε πια η ώρα να το διαπιστώσεις. Να το βιώσεις. Αλλά, όχι. Μη βιάζεσαι. Δεν πρόκειται για εκείνη τη συνειδητοποίηση, εκείνη τη γνώση που οδηγεί στην προσγείωση -ομαλή ή ανώμαλη- έτσι ώστε να οδηγηθείς στον βαθύτερο εαυτό σου και στην πραγματικότητα. Εδώ απλώς ο εχθρός ήταν κάτι άλλο. Κάτι πολύ μεγαλύτερο από οτιδήποτε είχες ποτέ φανταστεί. Κάτι πολύ χειρότερο από όλα όσα είχες διαβάσει ή ακούσει. Εδώ ο εχθρός ήταν η Ασυνείδητη Μετάλλαξη. Σου την έβαλαν μια νύχτα με ενδοφλέβιο ορό και τον κουβάλησες μαζί σου μια ζωή.  

Μπα, όχι. Μη θαρρείς. Δεν μιλάω για μένα. Δεν κάνω προβολή των αισθημάτων μου μέσα από την οπτική ενός τρίτου. Εγώ απλώς καταγράφω όσα βλέπω γύρω μου καθημερινά. Στο δρόμο, στη δουλειά, στην αγορά, στα λεωφορεία, στα δίκτυα. Σαν ευσυνείδητος και καλά εκπαιδευμένος αλλά και έμπειρος σκηνοθέτης κρατώ την κάμερα πάνω στον ώμο μου και περιφέρομαι σε γειτονιές και σε πλατείες. Βλέπω τα απελπισμένα μάτια, βλέπω τη νύχτα τις λαμέ φωτογραφίες, βλέπω τα σχολικά να πηγαινοέρχονται και τους αλαφιασμένους γονείς να μην έχουν δεύτερο βρακί αλλά να θέλουν ιδιωτικό σχολείο για το γόνο τους, βλέπω τους άνεργους ντόπιους να συνωστίζονται στα καφέ και τους αλλοδαπούς στα πάρκα να παίζουν τάβλι και ντόμινο, βλέπω τα μαγαζιά που έκλεισαν κατά δεκάδες και εκατοντάδες στον κεντρικό δρόμο, βλέπω όμως και πολλά, πάρα πολλά μεγάλα και ακριβά αυτοκίνητα ακόμη στους δρόμους, βλέπω ταυτόχρονα γκρίνια που μεταδίδεται άσκεφτα και ανόητα σαν ίωση από στόμα σε στόμα. Βλέπω τα πιο αντιφατικά πράγματα, γι' αυτό και δεν πιστεύω τίποτα. Ούτε αυτά που ακούω, ούτε όσα βλέπω.

Κυρίως κάνω πλάκα με όλους αυτούς τους νεόκοπους "συνειδητοποιημένους" πολίτες, αυτούς που κάποτε αποτέλεσαν με τη σειρά τους τη χρυσή νεολαία της χώρας και τώρα είναι "στα πράγματα", έχουν πιάσει πόστα. Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς. Συνεχίζουν να ξεφαντώνουν σαν εικοσάρηδες στα στέκια τα παλιά ή σε νέα, εξευγενισμένα και αναβαθμισμένα πια, αφού το κοινωνικό στάτους και το πορτοφόλι πήραν την ανιούσα. Νιώθουν πως "παίζουν τη ζωή", όπως θα έλεγε και ο Ηλίας Βενέζης. Κάποιοι, πιο εκτεθειμένοι αυτοί στα χρόνια του χρυσού παρελθόντος, πρόλαβαν και τρελάθηκαν και έχασαν μια για πάντα την επαφή τους με τη ζωή. Άλλοι χρεοκόπησαν -ηθικά και οικονομικά- και έμειναν στους πέντε δρόμους. Περιφέρονται πια στα τηλεοπτικά στούντιο, διαλαλώντας τη δυστυχία που τους χτύπησε και γινόμενοι βορά για τα σαρκοβόρα και αδίστακτα ανερμάτιστα κοράκια των πλατό. Άλλοι πάλι αυτοκτόνησαν. Κυριολεκτικά. Δεν άντεξαν την τόση πίεση και την ελεύθερη πτώση την οποία είχαν αρχίσει να εκτελούν. Δεν άντεξαν τον εξευτελισμό και το διασυρμό του πρότερου και του επερχόμενου βίου τους. Απλώς δεν άντεξαν.  

Πίσω στα Κολωνάκια. Η νέα κυβερνώσα γενιά ανηφόρισε από τα μπαράκια των Εξαρχείων στα ελιτίστικα στέκια της Βουκουρεστίου, που συνεχίζουν να δουλεύουν κανονικά και να υποδέχονται τους ίδιους πελάτες με παλιότερα. Διακριτικοί φωτισμοί και βελούδο. Απαραίτητο και το σκούρο ξύλο. Χαμηλές φωνές και βλέμματα όλο νόημα από τους θαμώνες. Μόνο που τώρα οι θαμώνες έχουν διαφορετικές φάτσες και ονόματα. Μόνο που τώρα είναι "προβληματισμένοι με την κατάσταση" και υιοθετούν άνετα μια ευαισθητοποιημένη προσέγγιση υπέρ των αδυνάτων. Ελέγχουν την εξουσία, όπως έλεγε παλιά μια πρώην προοδευτική εφημερίδα. Κατά τα άλλα, απλώς άλλαξαν το Β-52 με Μοχίτο και έχουν γίνει πια μεσήλικες διαζευγμένοι με παιδιά, ενώ τρελαίνονται στην ιδέα ενός νέου έρωτα που θα τους πάρει τα μυαλά -και τα μαλλιά. Και έχουν πολλές διασυνδέσεις στη σύγχρονη κουλτούρα του τόπου: με συγγραφείς, αρθρογράφους, μεγαλογιατρούς, μεγαλοδικηγόρους, καλλιτέχνες εν γένει, άντε και με κάποιους "προχωρημένους" πολιτικούς. Έχουν άποψη και θέση εμπεριστατωμένη γιατί είναι η γενιά που κυβερνάει τη χώρα. Και της δικαιολογούνται τα πρωτεία και, ως ένα βαθμό, η αυθεντία. Η κενότητα επιβιώνει παντού και η φούσκα πάντοτε ανεβαίνει στην επιφάνεια.

Και ο χρόνος στο ημερολόγιο προχωρά αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Τα χρόνια προστίθενται αλλά η ουσία παραμένει πάντα η ίδια. Είναι η χειραγώγηση των μεγάλων μαζών, του "ξενηστικωμένου προλεταριάτου", και όχι μόνο, αφού επιπλέον εξαφανίστηκε και η όποια αντίσταση της πραγματικής αστικής -όχι "μικροαστικής"- τάξης. Των αστών. Εκείνων που πάντοτε κυοφορούσαν τις αλλαγές και τις -μικρές ή μεγαλύτερες- επαναστάσεις. Στην ουσία εξαφανίστηκε η ίδια η αστική τάξη, που έφερε γνώσεις και λεπτή καλλιέργεια. Τώρα πια η μεγάλη και συντριπτική μάζα της νεολαίας του '80 κατέκλυσε τα πάντα. Εκείνοι που γαλουχήθηκαν στην εποχή των παχέων αγελάδων είναι γονείς εδώ και καιρό και ακολούθησαν και εκείνοι του '90. Αν οι πρώτοι ήταν "τελειωμένοι" ήδη από τότε μέσα στο γκλαμ και στις κρουαζιέρες στα νησιά (ναι, ακόμη και σ' αυτά της άγονης γραμμής), φαντάζεται κανείς τι συνέβη με τους δεύτερους...

Αυτά λοιπόν για τα τότε παιδιά και τους νέους της πρώτης εποχής του ΠαΣοΚ. Εκείνης της άθλιας περιόδου που οδήγησε τον τόπο στο πιο σκοτεινό τούνελ και τον κόσμο στον πιο άθλιο βόρβορο. Σε μια λάσπη που μας τράβηξε όλους κάτω και δεν ξαναπήραμε -ούτε πρόκειται να ξαναπάρουμε- ανάσα. Η επαφή με τον αέρα και τον ουρανό χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα. Και κανένα "αντάρτικο" -είτε ένοπλο είτε ειρηνικό- δεν πρόκειται να υπάρξει. Αυτά όλα, μαζί με κάποια άλλα κληροδοτήματα που λεηλατήθηκαν, χάθηκαν για πάντα. Αποτελούν πια στοιχεία της ιστορίας του τόπου και θα ενσωματωθούν σε κάποιες ιστορικές ανασκοπήσεις που απλώς θα τηλεγραφούν στο μέλλον κάποιες "διαφορετικές" στιγμές ενός νεκρού παρελθόντος.

Καληνύχτα.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Λακόστ, Ζιβανσί και τζατζίκι μαζί...

 
Τσιφτετέλι παντός καιρού και κάθε χρήσης
Έτσι έγραφε σε ένα τραγούδι του ο Δήμος Μούτσης στο "Ενέχυρο", αναφερόμενος στην κατάσταση που επικρατούσε στην κοινωνία και στις συμπεριφορές και εκδηλώσεις της στα μέσα της δεκαετίας του '80. Τότε που ο νεόκοπος ελληνικός σοσιαλισμός έβρισκε καταφύγιο σε κάθε είδους γκαρσονιέρα και σκυλάδικο ή "Αίθουσα Τέχνης" τύπου Διογένης ή Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Ξέρετε, εκεί όπου τα πραγματικά σκυλιά βρίσκονταν μέσα στο μαγαζί και ξεφάντωναν με τα σάλια και τα αίματά τους ξαναμμένα ενώ τα κατ' όνομα σκυλιά ξεροστάλιαζαν για κανένα κοψίδι στα τριγύρω πεζοδρόμια.

Δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα. Απλώς σήμερα έχουμε i-phone και σέλφι και μοχίτο, ενώ συνεχίζονται ακατάπαυστα οι έκφυλες -σε κάθε επίπεδο- συμπεριφορές. Τα ανόητα κορίτσια συνεχίζουν να ανεβαίνουν στα τραπέζια και να λικνίζονται από το πρώτο λεπτό, συγκλονισμένα από μια καταιγιστική χαρά και ένα αδιανόητο κέφι, που οδηγούν μέσα σε λίγη ώρα σε εκτραχηλισμό της συμπεριφοράς τους. Ρυθμοί ενός άθλιου ρυθμού που ονομάζεται "λάτιν", αναμεμιγμένου με συρτάκι και ζεϊμπέκικο, όλα μαζί να αποτελούν έναν δύσπεπτο χυλό οχλαγωγίας και σαχλαμάρας που αποκαλείται διασκέδαση και που καμιά σχέση δεν έχει με την προαγωγή και την ανάταση της ψυχής. Με την πραγματική, βαθιά ανθρώπινη και ανθρωπιστική, παιδεία. "Μα, πότε προλαβαίνουν να έλθουν στο κέφι; Από το πρώτο τραγούδι ανεβαίνουν στο τραπέζι..." αναρωτιόταν ο Μάνος Χατζιδάκις με την...παιδική του αφέλεια. Από την άλλη, οι εκστασιασμένοι και ανεγκέφαλοι αρσενικοί γόνοι των Ελλήνων, αποχαυνωμένοι από τις άσεμνες και προκλητικές κινήσεις των Αμαζόνων και ευνουχισμένοι από τις σημερινές μανάδες τους -βλέπε μαινάδες των μέσων του '80-, εκτελούν υπνωτισμένες κινήσεις απλού εκκρεμούς μπροστά ή κάτω από τις αφηνιασμένες Βαλκυρίες με τελικό αποτέλεσμα την μεθυσμένη πτώση τους σε κάποιο καναπέ ή στο κάθισμα του οδηγού, συνοδηγού ή επιβάτη κάποιου αστραφτερού πανάκριβου αυτοκινήτου -ή φθηνού "πειραγμένου". Βέβαια, μέσα σ' όλες αυτές τις ξέφρενες συναθροίσεις υπάρχει πάντα και η εκδοχή της κόκας που ρέει άφθονη σαν ουράνιο μάννα. Όλα τα προσφέρει το κατάστημα της άσκεφτης και πλήρως εμπορευματοποιημένης ζωής και της ηλιθιότητας...
 
Στη μπάρα...
 Αλλά αυτό ήταν πάντα το παιχνίδι της ζωής. Το  παιχνίδι της σάρκας -το παιχνίδι της πρόκλησης  για το προαιώνιο σμίξιμο με σκοπό την  αναπαραγωγή. Έχουν θεοποιήσει το σώμα, που  αποτελεί την αφετηρία και το τέλος κάθε  περιπλάνησής τους σ' αυτόν τον κόσμο. Στο  τέλος, αυτό που επιδιώκουν τα κορίτσια είναι η  σύλληψη κάποιου οικονομικά εύρωστου  συζύγου -με δόλωμα το σώμα και τα τερτίπια  του- έτσι ώστε τα συνοικιακά ή αστικά ή εθνικά  μέσα ενημέρωσης παντός είδους -έντυπα,  ηλεκτρονικά ή έμβια- να αποθεώσουν την εν  λόγω σύναψη. Από την άλλη, τα αλαφιασμένα  αγόρια βλέπουν πως αυτός είναι ο μόνος  τρόπος  για "ελευθέρας" στο σώμα του  αντικειμένου του πόθου τους. Και...  καταπίνουν  το ποτήριο, αφού αναγκαστικά το διανθίσουν  με ένα άρωμα και μια ατμόσφαιρα κοινωνικής  καταξίωσης και μια αίσθηση επαρκούς επιβήτορα που διαλαλεί και διαφημίζει το εμπόρευμα-θύμα του. Όσο για τις άλλες, τις υποσυνείδητες και ασυνείδητες εκδηλώσεις και συμπεριφορές τους προς το άλλο φύλο, ας είναι καλά τα στριπτιτζάδικα και οι άπειροι και τόσο πολλά υποσχόμενοι τηλεφωνικοί αριθμοί που κυκλοφορούν... Τόσο απλά και προαιώνια. Σούρσιμο από τα μαλλιά και στη σπηλιά για την εξασφάλιση των απογόνων. Αυτό όμως το κάνουν και τα ζώα, που -υποτίθεται, σύμφωνα με τους επαΐοντες της νέας κουλτούρας- δεν έχουν λογική και έχουν παραμείνει ανεξέλικτα στο πέρασμα των αιώνων. Τι μου λες... Ενώ οι πραγματικοί "κυρίαρχοι" και πρωταγωνιστές αυτού του πλανήτη βλέπουμε πώς εξελίσσονται.

Σιγά-σιγά όμως οι "βασιλιάδες" έμειναν πραγματικά γυμνοί. Αλλά με έναν τρόπο που ούτε μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχει αλλά ούτε μπορούσαν να διανοηθούν πως θα συνέβαινε σ' αυτούς. Γυμνοί από όλα. Από την ίδια τους την ύπαρξη. Από τα όνειρά τους, από την "πραγματικότητά" τους, από τις αρχές και τις αξίες τους. Από τα όνειρα του λαχείου και του χρηματιστηρίου. Από το όνειρο του θηριώδους τζιπ οχήματος. Από τα μικροαστικά όνειρα ενός χειμερινού σαλέ. Από το όνειρο ενός σπιτιού -ίσως με μια μικρή πισινούλα- που είχε επενδυθεί σε κάποιο πολύφερνο δάνειο που σαν τα ζώα στη σφαγή έτρεξαν για να πάρουν. Από την αισθητική του σκυλάδικου και της αμετροέπειας. Του φο-μπιζού και του δωδεκάποντου. Της γενιάς του ΚΛΙΚ. Και αυτός ο άθλιος μαλάκας να κυκλοφορεί ακόμη ελεύθερος χωρίς να τον έχουν λιντσάρει τα ίδια τα 
Και το απαραίτητο συρτάκι...
θύματά του. Γιατί έκανε καλά τη δουλειά του το κτήνος. Από τη μια μεριά δημιούργησε ένα "αντιδραστικό" κομμάτι που προσπάθησε να αντιδράσει με γλυκανάλατες βλακείες του τύπου "τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου" (βαλ' την εκεί που ξέρεις αν δεν έχεις τι να την κάνεις, μάγκα μου, και τουμπεκί), ενώ από την άλλη, αφού προπαγάνδισε όλη αυτήν την αθλιότητα και κενότητα, πάντα σε συνεργασία με τα κέντρα της διεφθαρμένης εξουσίας εκείνων των σιχαμερών και χαμερπών δεκαετιών τού '80 και τού '90, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να την προβάλλει ως την νέα και φωτισμένη και "ελεύθερη" πολιτισμική πραγματικότητα του τόπου, βάρεσε μια "πτώχευση" κι αυτός, όπως πολλοί του σιναφιού του που βρωμάνε σκατά, και έριξε στο βυθό δεκάδες εργαζόμενους και μια ολόκληρη γενιά, αφού πρώτα την είχε ξεδοντιάσει για τα καλά έτσι ώστε να μην μπορεί να του καταφέρει το παραμικρό ανταποδοτικό χτύπημα. Αλλά αυτός δεν βούλιαξε. Καταβρόχθισε τα πάντα σαν φάλαινα. Αυτός πάντα επιβιώνει. Αυτός επιπλέει σαν φελλός. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Τραγωδία. Τώρα οι υπόλοιποι θα γίνουν οι σύγχρονοι ήρωές της. Οι Αγαμέμνωνες, οι Κλυταιμνήστρες, οι Αίγισθοι, οι Αντιγόνες και οι Οιδίποδες. Γιατί τότε που έπρεπε δεν είχαν κερί να βουλώσουν τα αυτιά τους. Αλλά, δυστυχώς, η ζωή κινείται και βουίζει με τους πολλούς, τη μάζα την άσκεφτη. Που συμπαρασύρει τα χλωρά και τα νοήμονα. Που πλέον πληρώνουν και θα συνεχίσουν να πληρώνουν τζάμπα και βερεσέ. Και θα σιχτιρίζουν την ώρα και τη στιγμή. Α, να χαθείτε. Σας σιχάθηκα. Κάλπες, ψεύτες και υποκριτές. Φάτε τώρα τους εμετούς σας μαζί με τα χαμένα λαχεία που συμπληρώνετε κάθε Κυριακή για να "κερδίσετε"...


Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης


Ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος που διέγραψε φωτεινή τροχιά στο πέρασμά του από αυτό που αποκαλούμε "ζωή". Ένας μεγάλος δάσκαλος της Νομικής επιστήμης -εκλεγμένος Καθηγητής στο σημαντικότερο πανεπιστήμιο της Νομικής, στη Χαϊδελβέργη-, ένας απόλυτα ενσυνείδητος Πολίτης, ένας ακάματος Εργάτης τής Ελευθερίας και της "Δημοκρατίας" (αυτή ας μπει σε εισαγωγικά μιας και είναι μια έννοια με περιεχόμενο που ερμηνεύθηκε πάντα κατά το δοκούν στον μάταιο αυτό και εμπαθή βίο μας...). Ένας άνθρωπος τον οποίο δεν κατάφερε να λυγίσει κανένας και τίποτα και παρέμεινε αδιάβλητος ακόμη και όταν ασχολήθηκε με την ενεργό πολιτική, στην οποία άφησε μόνο θετικά στίγματα.

Καλώς ή κακώς (ποιος τα κρίνει και τα αποφασίζει αυτά;) βρέθηκε σε αυτόν τον κόσμο και επέλεξε να τον ζήσει άσπιλα. Να τον διαβεί σύμφωνα με τις δικές του εσωτερικές επιταγές. Που, όμως, πολλές φορές ήλθαν σε ευθεία, άμεση και κάθετη αντιπαράθεση με τους κοσμικούς κύκλους και βίους της ανθρώπινης ενσάρκωσης. Γιατί ο Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης κατέδειξε με τη διαδρομή του ότι μόνο τα υψηλά ιδανικά ήταν ικανά να τον καθοδηγούν. Και έτσι έζησε. Είτε ως πανεπιστημιακός, είτε ως καθηγητής τής Νομικής ανθιστάμενος με τις πύρινες διαλέξεις του κατά της δικτατορίας, είτε αργότερα ως πολιτικός και υπουργός δικαιοσύνης.

Άφησε πίσω του, ως τελευταία σημαντική παρακαταθήκη προς τον δήμο  και τα κοινά, μια χειρόγραφη σελίδα γραμμένη σε ρυθμούς εσωτερικής έντασης τη στιγμή που απέστρεφε τα μάτια από τον κόσμο των ζωντανών. Όχι επειδή ο θάνατος ήταν πλέον ante portas -εξάλλου δεν έδειξε να φοβήθηκε ποτέ όταν παρέμεινε σε απομόνωση, βασανίσθηκε σκληρά, και καταδικάσθηκε σε πολλά χρόνια κάθειρξης από την δικτατορία των συνταγματαρχών. Απέστρεψε τα μάτια για τους λόγους που ο ίδιος πολύ λακωνικά, πλην όμως σαφέστατα, εξηγεί στο σημείωμά του. Και δεν ήταν κάποια "γεροντική κατάθλιψη" που μπορεί να τον οδήγησε εκεί. Και δεν τα γράφω αυτά επειδή θέλω να πιστεύω πως έτσι ήταν και όχι αλλιώς. Και σίγουρα θα μπορούσα να έχω "καλύτερα πράγματα να κάνω" μια τέτοια ώρα, λίγο μετά την έλευση του "νέου χρόνου". Τα γράφω επειδή δεν είναι ούτε το πρώτο, ούτε το μοναδικό παράδειγμα Έντιμου Ανθρώπου. Ενός ανθρώπου με μια στάση που πολύ καιρό τώρα με παιδεύει και αυτή τη στιγμή μου υπαγορεύει να του αφιερώσω έστω αυτές τις δυο γραμμές. Από τότε. Από το 2011. Από την ημέρα που έφυγε, όταν η ιδιόχειρη σελίδα του έγινε κτήμα στα χέρια μας, πολλές φορές δεν με άφησε να ησυχάσω και με έκαιγε.

Όπως με έκαψαν τόσο ο αποχαιρετιστήριος λόγος του προς τους φοιτητές του μετά την αποπομπή του από την έδρα της καθηγεσίας όσο και η επιστολή που απηύθυνε, έγκλειστος πια από το καθεστώς της δικτατορίας στις φυλακές Κορυδαλλού, προς την Ευρώπη, τον Φεβρουάριο του 1971. 

Κάποια αποσπάσματα της τελευταίας πανεπιστημιακής του διάλεξης προς τους φοιτητές του:

Αγαπητοί μου μαθηταί,

σκοπός των πανεπιστημιακών παραδόσεων δεν είναι μόνον να σας εισαγάγουν εις το δόγμα του Δικαίου και να σας μεταδώσουν απλώς μίαν ειδικήν συλλογιστικήν. Σκοπός των είναι, προ παντός, να σας καταστήσουν σαφές το πνεύμα και την ουσίαν του Δικαίου. Εις τας μέχρι τούδε συναντήσεις μας εις αυτό ακριβώς το πνεύμα του Δικαίου προσεπάθησα να σας εισαγάγω.

Σήμερον ας επανέλθωμε εις αυτό το πνεύμα, ας ασχοληθούμε μόνον με αυτό και ας τονίσουμε διά μίαν ακόμα φοράν αυτό, το οποίον είναι το πλέον θεμελιώδες.

Το Δίκαιον δεν είναι ένας οποιοσδήποτε εξαναγκαστικός κανών, ρυθμίζων την συμβίωσιν των ανθρώπων. Αν ήτο μόνον αυτό, καθ’ ουδέν θα διέφερε από τους κανόνας, οι οποίοι διέπουν ωρισμένας κοινωνίας του ζωικού βασιλείου. Δεν θα διέφερε, π.χ., από την κοινωνίαν των μελισσών ή των μυρμήγκων. Εκείνο το οποίον είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του Δικαίου, η πεμπτουσία του, είναι ο προσανατολισμός του προς τας αξίας. Μόνον δι’ αυτού του προσανατολισμού το Δίκαιον καθίσταται κατάκτησις του πολιτισμού και δικαιώνεται ηθικώς. Η βασική δε αξία, προς την οποίαν είναι προσανατολισμένο το Δίκαιον ως θεσμός πολιτισμού, είναι η ελευθερία. Τούτο αποδεικνύεται, προ παντός, από την ιστορίαν.

Η ιστορία των ανθρώπων δεν είναι παρά μία πορεία οδύνης και αγώνος δια την κατάκτησιν της ελευθερίας και δια την εξασφάλισιν και την κατοχύρωσίν της διά του Δικαίου. Μία είναι η μεγάλη αλήθεια εις το πλαίσιον της επιστήμης μας: ότι το Δίκαιον αποκτά το ηθικόν του περιεχόμενον, καθίσταται, δηλαδή, ηθική αξία, μόνον εφ' όσον αποβλέπει εις το να διασφαλίση την ελευθερίαν εις τους ανθρώπους. Άλλως το Δίκαιον, άνευ δηλαδή αυτού του προσανατολισμού, καθίσταται μέσον καταπιέσεως εις τας χείρας του ισχυρού, προς εξασφάλισιν της κυριαρχίας του. Προς την αξίαν της ελευθερίας πρέπει, όμως, να είναι προσανατολισμένος και ο νομικός και ως επιστήμων και ως άνθρωπος. Διότι, άλλως, καθίσταται ένας απλούς τεχνικός, γνώστης, δηλαδή, της τεχνικής απλώς του Δικαίου, ο οποίος διατρέχει τον κίνδυνον να γίνει ταπεινός υπηρέτης του ισχυρού.

Την ανάγκην αυτού του προσανατολισμού προσεπάθησα εις την μέχρι τούδε σειράν των μαθημάτων να σας καταστήσω σαφή. Αυτό ήτο και το βαθύτερον νόημα και η βαθυτέρα επιδίωξις αυτών των μαθημάτων. Πρέπει σήμερον να σας το τονίσω. Διότι το σημερινόν μάθημα είναι το αποχαιρετιστήριον.

Μετά βαθυτάτης λύπης μου είμαι υποχρεωμένος να σας αφήσω. Αλλά ο χωρισμός αυτός είναι το τίμημα της συνέπειας προς τας αξίας τας οποίας εσεβάσθην εις όλην μου την ζωήν. Και είναι το τίμημα της επιδιώξεως να κρατήσω και εγώ την έδραν αυτήν βήμα ελευθέρας σκέψεως. Αι έδραι του Πανεπιστημίου μας έχουν μακράν παράδοσιν. Αξιόλογοι άνδρες τας ετίμησαν εις χαλεπούς χρόνους με τον αγώνα των να τας κρατήσουν βήμα ελεύθερον. Θα ήτο τρομερόν αν η έδρα αυτή εις τας ασθενείς μου χείρας εταπεινούτο. 

Από την σειράν των συναντήσεών μας εύχομαι και ελπίζω να παραμείνη εις το πνεύμα μας ο προσανατολισμός προς την ελευθερίαν. Αυτόν τον προσανατολισμόν, τον οποίον οφείλομεν να λάβωμεν ως νομικοί, οφείλομεν να λάβωμεν και ως Έλληνες. Διότι η Ελλάς δεν είναι απλώς μια γεωγραφική έννοια. Είναι, προ παντός, ιδέα ταυτιζόμενη με την ιδέαν της ελευθερίας. Ας αναλογισθώμεν, λοιπόν, αυτήν την ώραν τους λόγους του ποιητού μας και με αυτούς ας αποχαιρετισθώμεν: "Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία".

Ακολουθούν αποσπάσματα από το "Γράμμα από την φυλακή" προς την Ευρώπη-ολόκληρη η επιστολή έχει εκδοθεί και κυκλοφορεί αυτοτελώς: 

Νιώθουμε πολύ Ευρωπαίοι. Αυτή η συναίσθηση δεν πηγάζει πρωταρχικά από πολιτικές σκέψεις, όσο κι αν καταλήγει βέβαια να γίνεται βασική πολιτική θέση. Πηγάζει από την αμεσότητα που αποκτήσανε πάλι πολύ έντονα με τη δικτατορία τα πολιτιστικά μας βιώματα. Αυτά τα νοήματα που ζούμε και που μας κάνουν ν’ αντέχουμε τούτες τις μέρες και τις νύχτες μας δεν είναι ευτυχώς μονάχα δικά μας. Τα μοιραζόμαστε με το λαό της Ευρώπης. Ναι, τον έναν λαό της Ευρώπης.

Εμείς μέσα από τη φυλακή μας μπορούμε να το πούμε αυτό με αληθινή σοβαρότητα. Η οδύνη μάς κάνει να βλέπουμε την ουσία και να τη λέμε απλά. Βλέπουμε μόνο το νόημα και όχι τα ανόητα σύνορα, τους μικρόψυχους ανταγωνισμούς και τις αβάσιμες πια επιφυλάξεις. Εμείς βλέπουμε απλά σαν λαός τον έναν εαυτό μας.

Μοιάζει παράδοξο, αλλά βέβαια μόνο στην πρώτη ματιά, πόσο έντονα ένιωσε ο Έλληνας πως είναι Ευρωπαίος από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας. Η ταπείνωση κάνει πιο συνειδητές αυτές τις αξίες της ζωής μας που προσβάλλονται. Οι δικές μας είναι οι αξίες της Ευρώπης. Όλοι μαζί τις φτιάξαμε. Νιώσαμε αυθόρμητα πως κανένας άλλος δεν θα καταλάβαινε με το δικό μας ακριβώς τρόπο το δράμα που άρχιζε στον τόπο μας όσο ο Ευρωπαίος. Κι έτσι ήτανε.

Το βλέμμα της απόγνωσης μας γύρισε στην Ευρώπη κι ο λαός της δεν μας άφησε ανθρώπινα μόνους. Τώρα όλοι εμείς που έτυχε να διανύουμε αυτόν το μαρτυρικό δρόμο της αιχμαλωσίας στις φυλακές της δικτατορίας λέμε Ευρώπη και εννοούμε Πατρίδα. Εννοούμε ακριβώς αυτήν τη βαθιά σύνθεση από ιστορικά βιώματα, πολιτιστικά νοήματα και ανθρώπινη αλληλεγγύη που ονομάζομε «πατρίδα». Πιάνομε τα κάγκελα στο μικρό μας παράθυρο, κοιτάμε έξω και σκεπτόμαστε τους άλλους ανθρώπους, αυτούς τους μυριάδες ανθρώπους που περπατάνε στους δρόμους και που, αν μας έβλεπαν, θα μας έγνεφαν. Τότε το βλέμμα της σκέψης μας αγκαλιάζει ολόκληρη την Ευρώπη. Γιατί σ’ αυτήν είναι οι δικοί μας, αυτοί που θα μας γνέφανε.

Μας κλείσανε οι κυνηγοί κεφαλών σ’ αυτόν τον τόσο στενό χώρο για να στεγνώσουμε και να σμικρύνουμε σαν εκείνα τα ανατριχιαστικά ανθρώπινα κεφάλια που είναι τα τρόπαιά τους. Μα η χώρα μας πλάτυνε, έγινε μια ολάκερη ήπειρος. Μας έχουνε απομονωμένους για να καταντήσουμε μόνοι κι έρημοι, χαμένοι μέσα σε μια ολότελα ατομική μοίρα. Μα εμείς ζούμε μέσα στην τεράστια ανθρώπινη αγκαλιά της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Η βία τους είναι ανίσχυρη μπροστά στο νόημά μας.
.........

Γελαστός
Είμαστε ένας-ένας κλεισμένοι στα κελιά μας. Από μια άποψη τα πιο αδύναμα πλάσματα. Μπορούν να μας κάνουν ότι θέλουν. Εκεί που κάθεσαι έρχονται, σε παίρνουν και σε πάνε, χωρίς να ξέρεις πού, σε άλλη φυλακή, στην άλλη άκρη. Αν δεν μας φοβόντουσαν τόσο, θα 'λεγα ότι είμαστε γι’ αυτούς πράγματα. Ο φόβος, όμως, που μας έχουνε διατηρεί την ανθρώπινή μας υπόσταση και στα  μάτια τους.

Αυτά, λοιπόν, τα πιο αδύναμα πλάσματα, άλλο δεν σκέπτονται παρά την μοίρα του κόσμου. Όταν μας βγάζουνε από τα κελιά και βλεπόμαστε, γι’ αυτήν μιλάμε. Αυτή η έγνοια μας. Ξέρουμε κι εμείς μαζί με τόσους τι είναι η λαχτάρα της λευτεριάς, που σπαρταράει στον κόσμο. Και βλέπουμε πια καθαρά τους εχθρούς της. Τρέμουμε για την τύχη της χώρας μας, που την λέμε Ευρώπη. Γιατί ξέρουμε πως σ’ αυτήν κρατιέται η ελπίδα και πως γι’ αυτόν το λόγο απειλείται.

Είναι πολύ επικίνδυνο να συντηρείς την ελπίδα του ανθρώπου. Της Ελλάδας η υποδούλωση τι άλλο νόημα έχει; Φτιάξανε προγεφύρωμα. Άλλο ένα δίπλα σ’ εκείνα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Φοβούνται την Ευρώπη. Αυτήν την βασανισμένη νερομάνα ιδεών. Στα παμπάλαια χώματά της υπάρχουνε πάντα οι σπόροι τους. Οι απλοί της άνθρωποι τους συντηρούνε μέσα στον κόρφο τους, μ’ αυτήν την τόσο αυτονόητη εδώ ανησυχία του πνεύματος.

Σωστά την φοβούνται οι δήθεν πάμπλουτοι και πάνοπλοι. Εδώ, όταν λέμε για άνθρωπο, καταλαβαίνουμε νόημα. Αυτό που τον κάνει να είναι το μέτρο για όλα τα πράγματα. Αυτή, η πιο παλιά, η πιο σοφή και η πιο εκρηκτική μας σκέψη. Γι’ αυτήν τη σκέψη φοβούνται την Ευρώπη. Ξέρουνε πως κάποτε αναπόφευκτα θα παίξει το ρόλο της. Έτσι κι εμείς φοβόμαστε σήμερα γι’ αυτήν. Αυτήν έχουμε έγνοια. Εμείς, τα πιο αδύναμα πλάσματα. Κι όμως, αυτό δεν είναι καθόλου αστείο.

Ορθά εμίλησε. Επειδή τα πνεύματα που δεν χωράνε, που δεν χαρίζονται, τα πνεύματα που χρειάζονται τον Άπειρο ζωτικό χώρο -και που ταυτόχρονα μπορούν και επιβιώνουν ένδοξα σε κελιά 1Χ2-, αυτοί οι άνθρωποι που δεν αποζήτησαν ποτέ το ξένο και τεχνητό φως μιας λάμψης πρόσκαιρης ή μιας φωτογραφίας, αυτά τα πνεύματα γνωρίζουν πως η Ελλάς είναι μόνο μια ιδέα που κατοικεί στα όνειρά μας. Και που όμως δεν μπορούνε να προδώσουν γιατί εκείνη τη στιγμή θα προδώσουν το όνειρό τους και άλλη διέξοδος από την "αυτοκτονία" -κατά Καμύ- δεν θα υπάρχει πια. Μου έρχεται στο μυαλό μια άλλη στιγμή που είχε διαμειφθεί μεταξύ Οδυσσέα Ελύτη και Μάνου Χατζιδάκι λίγα χρόνια νωρίτερα στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου βρέθηκαν συν-ασθενή τα σώματα αυτών των δυο μεγάλων πνευμάτων. Απογοητευμένος τότε ο ποιητής από την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση (με τα γνωστά χρηματιστήρια, τα δάνεια, τα καινούργια αυτοκίνητα των νεο-Ελλήνων, την ασεβή και άκρατη κατανάλωση, την πλήρη και απόλυτη θανάτωση -εν ψυχρώ δολοφονία- κάθε πνευματικότητας στον τόπο, κ.λπ., κ.λπ.) γυρίζει και ρωτάει τον συνθέτη: "Γιατί τα κάναμε όλα αυτά, Μάνο; Για ποιον;" Κι εκείνος του απαντά: "Για μάς, Οδυσσέα. Για εμάς και τους φίλους μας. Εξάλλου, η Ελλάδα τι είναι; Μια ιδέα."

Κάποιοι άνθρωποι σαν τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη αποτελούν στις ώρες της βαθιάς και σκοτεινής νύχτας μια ελάχιστη και παρήγορη ανάσα. Έναν Ήχο στη Μεγάλη Σιωπή του μάταιου και εμπαθούς βίου μας. Σ' αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε "ζωή". Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αν σημαίνει κάτι.