Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Γιώργος Παπασιδέρης

Στον πατέρα μου

Η μεγάλη δωρική κολόνα του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Ένας άνθρωπος που έχει ταυτίσει το όνομά του με το δημοτικό τραγούδι. Και περισσότερο απ' όλα με το κλέφτικο, μάλλον το δυσκολότερο. Που για να αποτολμήσεις να το τραγουδήσεις πρέπει όχι απλώς να έχεις εμπιστοσύνη στη φωνή σου αλλά και να την έχεις δει να καθρεφτίζεται άφοβα άπειρες φορές στις ψυχές των ανθρώπων -γιατί εκεί απευθύνεται το κλέφτικο τραγούδι. Στα τρίσβαθα και στους λαβυρίνθους της ψυχής. Εκεί κάτω πρέπει να κατέβεις για να ανοίξεις το στόμα σου και να "το γυρίσεις στο κλέφτικο". Όπως έκαναν κι εκείνοι -οι κλέφτες. Που ήταν τόσο καλά κρυμμένοι και κυνηγημένοι όσο και η ψυχή. Μέσα σε λαγκάδια και χαράδρες από τον φόβο του εχθρού. Όπως και η ψυχή, που φοβάται με το παραμικρό θρόισμα και συγκινείται με το ελάχιστο άγγιγμα στο πιο αδύνατο σημείο της, στην καρδιά της. Όπου βρίσκονταν κι όπου στέκονταν, όταν δεν πολεμούσαν, έπιαναν το τραγούδι και το χορό και ξεχνούσαν τα βάσανα της ζωής και της σκλαβιάς.

Εκεί κάτω λοιπόν, σε αυτούς τους λαβυρίνθους, ως άλλος Θησέας, μεγαλούργησε ο Γιώργος Παπασιδέρης. Και άφησε πίσω του στίγμα ανεξίτηλο. Τόσο μεγάλο που όλοι οι κατοπινοί ερμηνευτές και μελετητές του δημοτικού τραγουδιού να τον ταυτίζουν με το ίδιο το δημοτικό τραγούδι. Αυτήν την απόλυτα γνήσια και τίμια έκφραση της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου. Με το άμεσο και άδολο συναίσθημα. 

Από τεχνική άποψη, δεν ξέρω, ίσως είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός μόνο χεριού όσοι μπόρεσαν να αποδώσουν τόσο σωστά και τόσο ευέλικτα ένα τραγούδι, και μάλιστα τα κλέφτικα τραγούδια, που είναι ίσως το δυσκολότερο είδος τραγουδιού γενικά. Δεν έχω δει γραμμένη σε πεντάγραμμο τη μελωδία της φωνής σε ένα κλέφτικο τραγούδι, αλλά φαντάζομαι πως αν βλέπαμε την αποτύπωση της φωνής του Γιώργου Παπασιδέρη στις πέντε γραμμές, θα μέναμε εκστασιασμένοι από την πολυμορφία, τα απειροελάχιστα μουσικά διαστήματα και τη συνεχή σύνδεση των φθόγγων. Εδώ, σ' αυτόν τον άνθρωπο, η Φωνή αποκτά την πραγματική της έννοια ως Όργανο. Αποκαλύπτει τις τεράστιες -σχεδόν άπειρες- δυνατότητές της στην απόδοση. Τέτοιες και τόσες δυνατότητες που ένα φυσικά κατασκευασμένο όργανο ποτέ δεν είχε και ποτέ δεν θα αποκτήσει.


Κάνω το ταξίδι προς τα πίσω στο χρόνο και ξαναγίνομαι παιδί. Με κοντά παντελονάκια και με ένα σπυρί από πρόσφατο πέσιμο στο πρόσωπο. Θυμάμαι σαν τώρα την κασέτα που είχε ο πατέρας μου στο αυτοκίνητο και από τη μια μεριά έγραφε "ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ". Ένιωθα το βάρος της και το βυθό της κάθε φορά που κοίταζα ή άγγιζα τα κόκκινα χρώματά της. Και όταν ο πατέρας μου την έβαζε στο κασετόφωνο, άρχιζα αμέσως να χάνομαι. Ταίριασμα ψυχών πρέπει να ήταν, δεν εξηγείται αλλιώς. Κι άλλοι είπαν δημοτικά τραγούδια, κι άλλοι είπαν κλέφτικα.

Όταν αργότερα μεγάλωσα, η ζωντανή απόδοση της μουσικής, εκτός από αγάπη και ενασχόλησή μου, έγινε για αρκετά χρόνια και επάγγελμά μου. Βρέθηκα σε πολλούς χώρους δημοτικής μουσικής, παρακολούθησα σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα του χώρου αυτού, πήγα σε πολλά πανηγύρια σε στεριανά και σε νησιώτικα χωριά. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Κανένας ποτέ δεν μπόρεσε να με αγγίξει τόσο βαθιά όσο ο Γιώργος Παπασιδέρης. 

Δεν ξέρω... Ίσως εμπλέκεται και ο μύθος των πρώτων βημάτων στη ζωή. Μπορεί. Και όλα να χάνονται μέσα στην ομίχλη της παιδικής μας ηλικίας. Εξάλλου, με τους μύθους μας ζούμε. Ποιος μπορεί να τους αντισταθεί και να τους "καταργήσει"; Θα ήταν σαν να καταργούμε την ίδια τη ζωή. Αλλά δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτό. Ακόμη και μύθος να ήταν -να είναι- είναι ένας μύθος βαθιά ριζωμένος στη ζωή μου.

Έλα, Γιώργο Παπασιδέρη. Πάρε με πάλι και πάλι και πάλι πάνω σ' αυτήν την ταξιδιάρα φωνή σου και πήγαινέ με στα πέρατα της Ύπαρξης. Εκεί, άφησέ με πια.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δημοτικό τραγούδι για τον ξακουστό κλέφτη Κώστα Λεπενιώτη. Ηχογράφηση του 1938. Περισσότερες πληροφορίες: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82_(%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82)

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις - Διάφορες συνεντεύξεις αλλά και αναφορές στο πρόσωπό του


Εδώ συνέλεξα κάποιες συνεντεύξεις που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις σε διάφορους ανθρώπους αλλά και αναφορές σε λόγια του, όπως αυτά μεταφέρθηκαν από δημοσιογράφους, συγγραφείς, φίλους, ακόμη και συγγενείς του. Η συλλογή δεν έγινε με καμιά διάθεση θεοποίησης ή απόδοσης αυθεντίας στον συνθέτη. Ίσα-ίσα, έγινε πάντα με διάθεση μελέτης, αμφισβήτησης αλλά και βαθύτερης κατανόησής του, πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη -όσο αυτό είναι δυνατό λόγω της χρονικής απόστασης πια- των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και άλλων συνθηκών και παραγόντων εκείνων των εποχών.

Δεν ξέρω αν εδώ βρίσκονται πλέον όλες οι αναρτήσεις και αναφορές που υπάρχουν αναρτημένες στο διαδίκτυο. Πάντως έψαξα αρκετά. Κάποιες δεν είναι ολόκληρες επειδή τα τμήματα που παραλείφθηκαν θεώρησα πως δεν ήταν άξια λόγου. Αναφέρονται μόνο οι άνθρωποι που συζήτησαν με τον συνθέτη καθώς και το περιοδικό ή -γενικότερα- το έντυπο στο οποίο δημοσιεύθηκε αρχικά το εκάστοτε κείμενο και όχι οι ιστοσελίδες από τις οποίες αλίευσα τις αναρτήσεις, αφού το υλικό είναι πνευματική ιδιοκτησία εκείνων των ανθρώπων και όχι της κάθε ιστοσελίδας. Ας μην ξεχνάμε πως την εποχή της εγγραφής κασετών επιλογής τραγουδιών, τα δισκάδικα "κατέβαζαν ρολά" όταν έγραφαν τις κασέτες γιατί η πράξη ήταν παράνομη και φοβόντουσαν την αστυνομία. Το αδίκημα ήταν αυτόφωρο. Αυτό έλειπε να έβαζαν και τη φίρμα τους επάνω στις κασέτες... Με την ίδια λογική παραλείφθηκε η αναφορά των ιστοσελίδων.



Από συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στη Μαρία Ρεζάν (1984)

Δεν σας μελαγχολούν τα χρόνια που περνάνε;

Όχι, αν μου λέγατε να τα ξαναζήσω, θα με μελαγχολούσε περισσότερο.

Σοβαρά;

Να αντιμετωπίσω τα ίδια λάθη και την ίδια άγνοια για μια ακόμη φορά; Δεν το θέλω.

Έχετε κάνει πολλά λάθη;

Φυσιολογικά, όπως κάθε άνθρωπος.

Είναι πράγματα που λέτε θα ήθελα να μην το είχα κάνει;

Όχι, ομολογώ ότι μ’ αρέσουν και τα λάθη μου. Δε μετανοώ ούτε για τα λάθη μου. Αλλά δε θα θελα να τα ξανακάνω. Όπως δε μετανοώ για τις ωραίες στιγμές μου αλλά δε θα ήθελα να τις ξαναζώ. Με ενδιαφέρουν πολύ οι στιγμές που θέλω να ζήσω παρά αυτές που έζησα.

Οι άνθρωποι σας θεωρούνε -έτσι βάζουνε οι άνθρωποι ετικέτες- δεξιό. Σήμερα για εσάς τι σημαίνει δεξιός, αριστερός, κεντρώος; Πέστε μου, τι σημαίνει;

Κοιτάχτε, αν εννοείτε δεξιός την ψυχολογία του χωροφύλακα, δεν την έχω. Είμαι φιλελεύθερος αστός. Η ιδιοσυγκρασία μου, η παιδεία μου… έχω πάρει μέρος στην αντίσταση, στο ΕΑΜ…

Είναι, τέλος πάντων, αλήθεια, ναι ή όχι, ότι ήσασταν στο ΕΑΜ, γιατί άλλοι λένε…

Ναι, ήμουνα, όπως κάθε νέος άνθρωπος εκείνη την εποχή.
Ήταν μια εποχή που ο καθένας έδινε τη συμμετοχή του στον αγώνα εναντίον των Γερμανών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό· εμείς οι νέοι, νομίζω, είχαμε και μία άλλη… ε… άλλα κίνητρα συγχρόνως. Ήταν η κλασική επανάσταση που κάνει ο νέος στο σπίτι του, αλλά βρίσκαμε μια νομιμοφάνεια για να την κάνουμε. Η αντίσταση ήταν μια νομιμοφανής ανταρσία απέναντι στο σπίτι μας. Το ξενύχτι αποκτούσε νομιμότητα, οι ερωτικές μας ιστορίες αποκτούσαν νομιμότητα, διότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα με την αντίσταση. Ίσως δεν αρέσει στους ανθρώπους η υπενθύμιση αυτή. Σε όλους τους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να είναι ηρωικοί.

Εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει μόνο ηρωισμός. Υπάρχουν πάρα πολλά κίνητρα σε μία ηρωική πράξη. Πολλές φορές κανένας γίνεται ήρωας γιατί αγαπάει μια κοπέλα και μετά οι άλλοι διστάζουν να το συνδυάσουν με την αγάπη προς την κοπέλα και αφήνουν μονάχα τον ηρωισμό σκέτο. Λοιπόν, η Αντίσταση και η επιτυχία του να μαζέψει όλη τη νεότητα στους κόλπους της εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς συνδεδεμένη με την αντίσταση απέναντι στους Γερμανούς. Ήταν συνδεδεμένη και με την κλασική ανταρσία του νέου απέναντι στο σπίτι του. Και ένας από αυτούς τους νέους ήμουνα κι εγώ.


Μάνος Χατζιδάκις -για τη μουσική της ταινίας America, America, 1963 (Περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ-2004)

«Στην Αθήνα, όταν τελειώνει το καλοκαίρι, είναι γιορτή. Και η νύχτα είναι πιο όμορφη κι από την πιο όμορφη γυναίκα. Μια τέτοια νύχτα, πάνω σε μια ταράτσα με πολύ κόσμο που μίλαγε και τραγουδούσε, ο Καζάν μου φώναξε από μακριά: “Θέλεις να γράψεις τη μουσική για το America, America;”

Κείνη την ώρα ακριβώς η Ακρόπολη, χρωματισμένη σαν γλυκό συνοικιακού ζαχαροπλαστείου από το Ήχος και Φως, με δωρικές τρομπέτες και ιωνικές συγχορδίες, ετρόμαξε κι αυτόν κι εμένα, ενώ μια τρομερή φωνή μας υπενθύμιζε πως πριν τρεις χιλιάδες χρόνια οι Αθάνατοι Έλληνες φτιάξανε τον Αθάνατο Παρθενώνα… και η Ακρόπολη άλλαζε χρώματα από την ντροπή της.
Τη στιγμή που είπα στον Καζάν ότι δέχομαι, η Ακρόπολη είχε γίνει “πράσινη” από το κακό της και οι κιθάρες άρχισαν να παίζουν γλυκανάλατα τα Παιδιά του Πειραιά.


Ακούγοντάς το ο Καζάν, μου φώναξε αγαναχτισμένα πως δε θέλει στη μουσική που θα του φτιάξω μπουζούκια ή οτιδήποτε που να θυμίζει την άλλη “αθάνατη” δημιουργία, το Ποτέ την Κυριακή. “Συμφωνώ”,
του απάντησα.Κι έτσι άρχισε το πρόβλημα.
Τι όργανα θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω στη 
μουσική του America, AmericaΑυτά έγιναν το 1962.

Μια άλλη νύχτα, στη Νέα Υόρκη του Σεπτέμβρη
το 1963, βρήκα επιτέλους πως θα ταίριαζε πολύ στις αντιδράσεις του Σταύρου -του ήρωα της ταινίας- ένα σαντούρι που να κυριαρχεί πάνω σ’ όλα τα άλλα όργανα. Τι είναι το σαντούρι; Μια μπαγκέτα που χτυπά δυνατά πάνω σε μια γυμνή χορδή. Κάτι σαν τσέμπαλο. Τουλάχιστον έτσι το θέλησα εγώ.

Έντεκα νύχτες, καθόλου όμορφες, στην Αθήνα του Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, έγραψα μες σ’ ένα στούντιο τέσσερις ενότητες μουσικής για το America, America, σύμφωνα με τα αρχικά μου σχέδια. Για το χωριό, για την πόλη, για την αστική οικογένεια των Σινίκογλου και για το βαπόρι που ταξιδεύει για την Αμερική.
Μια άλλη νύχτα, στις 26 Οκτωβρίου του 1963, επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, χάνω τα αρχικά μου σχέδια με την τσάντα μου σ’ ένα ταξί. Μα, ευτυχώς η μουσική μου είχε τελειώσει.

Και μια βροχερή νύχτα στο Figaro του
Greenwich Village έγραψα αυτά τα λίγα λόγια, μαζί με την αγάπη μου για τον Καζάν και την ταινία του, που μου έδωσαν την ευκαιρία να γράψω αυτή τη μουσική».

Γιατί ήταν με τη Δεξιά –απόσπασμα από άρθρο του Βασίλη Βασιλικού

«Ένα βράδυ είχα αργήσει να πάω στο μεταμεσονύκτιο ραντεβού μας στο "Βυζάντιο", στην πλατεία Κολωνακίου. (Σημερινό Goody’s, πρώην «Ελληνικόν»). Ο Μάνος με επέπληξε: "Οι εκ παραδόσεως αρσενικοί φροντίζουν να είναι ακριβείς στα ραντεβού τους με τους φίλους τους". Αυτό το "εκ παραδόσεως" έκανα καιρό να το χωνέψω. Μου θύμιζε το "ως εκ δεισιδαίμονος φόβου" του Παπαδιαμάντη.

Μιαν άλλη φορά, στο ίδιο στέκι, παρόντος και του Γιώργου Μακρή, που μόλις είχε υποδεχτεί τον Αλμπέρ Καμί στην Αθήνα (1955), τον ρώτησα γιατί ήταν με τη Δεξιά. "Διότι", μου απαντά, "οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους".

Μόνο στο Παρίσι το 1971 ανακάλυψα την επονίτικη καταγωγή του, που δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτήν. Ένα βράδυ, σπίτι μου, συναντήθηκαν τυχαία με τον Δημήτρη Δεσποτίδη. "Γεια σου Πέτρο", του λέει ο Μάνος. "Δημήτρη τον λέν’" τον διορθώνω εγώ. "Εγώ τον ξέρω Πέτρο", επιμένει. Γυρίζω και κοιτάζω τον Δημήτρη. Για να καταλάβω τι συμβαίνει. Χαμογελούσε με εκείνη τη σαρδόνια γλύκα του. Από την κουβέντα που κάναν μεταξύ τους κατάλαβα πως ήταν ο καθοδηγητής του στην ΕΠΟΝ με το ψευδώνυμο "Πέτρος". Κοιτούσε το στόμα του Μάνου επίμονα. Οι Χίτες το ’44 του είχαν σπάσει τα δόντια, μπροστά του, στο Παγκράτι.

Και ύστερα άρχισαν να μιλούν για το "βουνό", όπου βρεθήκαν οι δυο τους, καθοδηγητής και καθοδηγούμενος, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Τότε (1971) κατάλαβα τι εννοούσε με εκείνη τη φράση του το ’55: "Οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους"».

Μάνος Χατζιδάκις

«Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς –κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. 

Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.

Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. 


Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…

Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τό 'βλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς να 'χουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.


Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θα 'ναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.


Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό».

Από άρθρο της Μαρίας Ρεζάν στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (1963)

«Μιλώντας πάντα για το Τζάμπορι και την πλημμυρισμένη από προσκοπικές
στολές Αθήνα αυτών των ημερών. Σε κατάστημα πωλήσεων δίσκων της οδού Καραγεώργη της Σερβίας οι πελάτες ήταν προχθές σε μια στιγμή –τι άλλο;– πρόσκοποι. Και ερχόντουσαν από πολύ μακριά. Από τη Μαδαγασκάρη. Δύο χαριτωμένα παιδιά που με πολλή συστολή ζήτησαν να αγοράσουν δίσκους ελληνικής μουσικής.

Η πωλήτρια τους υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα Παιδιά του Πειραιά αλλά οι μικροί δεν δέχθηκαν. “Αυτόν τον ξέρουμε καλά. Τον έχουμε και στην πατρίδα μας”, είπαν. Υπερηφάνεια η Ελληνίδα πωλήτρια για λογαριασμό της ελληνικής μουσικής... Έκδηλη υπερηφάνεια και σε έναν κύριο που καθότανε στο βάθος του μαγαζιού αμίλητος παρακολουθώντας ασκαρδαμυκτί όσα λεγόντουσαν. Η συζήτηση συνεχίζεται. Και η διαλογή των δίσκων. Τέλος, οι μικροί από τη Μαδαγασκάρη βρήκαν αυτό που ήθελαν. Ένα μεγάλο δίσκο με πολλά τραγούδια του Χατζιδάκι.

-Πόσο κάνει;
-200 δραχμές.
-Δεν έχουμε τόσα λεπτά – 200 δραχμές. Είναι βλέπετε πολλά λεφτά για ένα προσκοπάκι, είπαν. Μας κάνετε τη χάρη να τον ακούσουμε λίγο τουλάχιστον, προσέθεσαν ντροπαλά.


Πριν η πωλήτρια απαντήσει, βεβαίως καταφατικά, μια φωνή ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού.


-Δώσε το δίσκο στα παιδιά, Καίτη. Θα τον πληρώσω εγώ. (Είπε μάλιστα θα τον “πληγώσω” εγώ. Γιατί ξέχασα να πω πως ο κύριος δεν έλεγε το ρο και -αν ενδιαφέρει κανέναν- ήταν αρκετά ευτραφής και φορούσε ένα ριχτό πουκάμισο.
Η προσφορά μεταφράστηκε στους δύο νέους.


-Γιατί να μας τον χαρίσει ο κύριος; Όχι δεν θέλουμε. Είναι τόσο πλούσιος; Μήπως είναι ο Ωνάσης ρώτησαν με παιδική αφέλεια.
-Ο Ωνάσης όχι. Αλλά ο Μάνος Χατζιδάκις. 


Που αναγκάσθηκε ο δυστυχής, αφού έγινε η γνωριμία, να κάτσει δυο ολόκληρες ώρες μέσα στο μαγαζί υπογράφοντας αυτόγραφα για τους δύο προσκόπους της Μαδαγασκάρης, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους… και τα 25.000 μέλη της προσκοπικής αδελφότητος της μακρινής νήσου.

“Αυτό το αυτόγραφο”, είπαν τα παιδιά, 
είναι το ωραιότερο δώρο που μπορούμε να φέρουμε στους δικούς μας επιστρέφοντας στη Μαδαγασκάρη”. Μπράβο Μάνο!…»

Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμάται πώς ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”

«Αισθάνομαι ότι ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γεννηθεί για να μαγεύει και να ταξιδεύει τους άλλους με τη μουσική του. Και τα κατάφερε. Ήταν ο μοναδικός που χάραξε μια δική του πορεία και δεν λοξοδρόμησε, δεν παρασύρθηκε από τις εκάστοτε μόδες, αλλά έμεινε σταθερός στις ακλόνητες αξίες του.

Θυμάμαι, γύρω στα 1955, όταν γύριζα το “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο”, είχα γράψει το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί” και ο Μάνος, ενώ το είχε πάρει πολλές μέρες πριν, δεν το είχε μελοποιήσει.

Τότε έγραφε συγχρόνως και για το θέατρο μουσική στο έργο “Μήδεια”. Καταλαβαίνετε πως το “Γαρύφαλλο” θα ‘ρχόταν σε δεύτερη, για να μην πω σε πέμπτη, μοίρα. Όμως ο Φίνος τον πίεζε.

-Μάνο, τελειώνουμε την ταινία και το τραγούδι δεν το έχουμε.
-Εντάξει, Φιλοποίμην, του απάντησε. Παίρνω ταξί και στο φέρνω. Το ‘χω έτοιμο!


Έτσι κι έγινε. Ο Μάνος πήρε ταξί για να το φέρει, όμως το τραγούδι δεν το είχε ετοιμάσει. Το έγραψε μέσα στο ταξί που ερχόταν για το στούντιο. Έτσι γράφτηκε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”, που έκανε τεράστια επιτυχία, τόσο στην ταινία όσο και στη δισκογραφία.


Αυτό το τραγούδι ήταν και το πρώτο του Μάνου που γυρίστηκε σε δίσκο. Από κει κι έπειτα κάναμε μαζί πολλά τραγούδια και όλα μεγάλες επιτυχίες
».

Απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Λευτέρη Παπαδόπουλο (1978)

Μάνο Χατζιδάκι, ποιος είσαι; Μέσα από ποιες συνθήκες, μέσα από ποιο κλίμα βγήκες και ξεχώρισες κι έδωσες ένα έργο που λογαριάζεται σαν προικιό του τόπου μας;

«Είναι λιγάκι δύσκολο, βέβαια, να μιλάω για μένα όταν με ξεχωρίζουν. Εν πάση περιπτώσει, εγώ είμαι γέννημα μιας εποχής, μάλλον είμαι ένας καθυστερημένος εκπρόσωπος της μουσικής, σε μια ομάδα ανθρώπων που ήδη είχαν δώσει ένα σημαντικό έργο και σφραγίσανε τον τόπο μας για μια μεγάλη περίοδο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Πικιώνης, ο Μόραλης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος.

Σ’ αυτή την ομάδα ανήκω. Και, αν μπορούσα να το πω, είμαι ο Βενιαμίν και συγχρόνως ο μαθητής. Και εκπροσωπώ, βέβαια, τη μουσική. Που την εποχή εκείνη είχε μια τεράστια απόσταση από την ελληνική ποίηση, την ελληνική ζωγραφική, την αρχιτεκτονική.

Η μουσική ήταν εντελώς άσχετη με την ποίηση και με την ελληνική παιδεία. Τον καιρό εκείνο το όνομα του Σεφέρη δεν το ήξερε ουδείς μουσικός εν Ελλάδι! Οι αληθινά πρωτογενείς φυσιογνωμίες, όπως ο Σκαλκώτας, ζούσαν κάτω από μια τέτοια καταδίωξη, μέσα σε μια τέτοια απομόνωση, που δεν μπορούσαν να ενεργήσουν σαν προσωπικότητες του τόπου. Ο Σκαλκώτας… Γι’ αυτό πέθανε ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο. Ο δε Μητρόπουλος, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και αρχηγός αυτών που προανέφερα, έλειπε στο εξωτερικό και πέθανε εξόριστος. Λοιπόν, οι ντόπιοι κάθε άλλο παρά ήταν του αναστήματος του Σεφέρη, του Μόραλη ή του Πικιώνη. Οι μουσικοί εννοώ.





Όσο για το Σεφέρη και τους άλλους, εκπροσωπούσαν τον ελληνικό χώρο μια πολύ κρίσιμη εποχή. Η Ελλάς είχε χάσει τον πόλεμο. Ο τόπος μας είχε ανάγκη να σκύψει στον εαυτό του. Όταν λέω είχε χάσει τον πόλεμο, θέλω να τονίσω ότι η Ελλάς είχε νικήσει κατ’ επιφάνειαν, αλλά είχε χάσει κατ’ ουσίαν. Δηλαδή, ονειρεύτηκε μια διαφορετική μετέπειτα τοποθέτηση των πραγμάτων και η πραγματικότητα την απογοήτευσε. Την απογοήτευσε ακόμα και στα πρόσωπα που την κυβερνούσαν. Ηχούσε το γκονγκ στο ραδιόφωνο και ακουγόταν μια φωνή που μιλούσε για τους από 3.000 ετών Έλληνες!

Ήρθαν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν πάρα πολύ σημαντικοί, και σκύψανε στον κορμό του τόπου και ανακαλύψανε το στοιχείο εκείνο το χαρακτηριστικό που έδινε ταυτότητα στον τόπο, έξω απ’ αυτές τις αυθαίρετες συνδέσεις με το παρελθόν. Η ταυτότητα του τόπου, δηλαδή, δεν ήταν το ότι ήμασταν οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, που είναι μια εντελώς αφελής και ηλίθια άποψη. Ήταν κάτι άλλο. Και το ‘φεραν στην επιφάνεια αυτοί οι άνθρωποι.

Έτσι ανακαλύψαμε το Αιγαίο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη, τον Καραγκιόζη –ό,τι θα μας έδινε μια ταυτότητα αληθινή. Αγνοώντας τα μεγαλεία, αυτά τα αυθαίρετα και αφελή μεγαλεία του επισήμου κράτους. Και αυτά τα στοιχεία, τα αληθινά, δημιουργούσαν τη νεότερη Ελλάδα. Μέσα σ’ αυτή την υπόθεση της ανευρέσεως της ταυτότητάς μας, ένας Βενιαμίν, ένας μαθητής υπήρξα και του λόγου μου. Το αποτέλεσμα της δουλειάς μου είναι ακριβώς αυτό».

Ο Μάνος Χατζιδάκις μιλάει για τη φιλία του με τον Νίκο Γκάτσο –από μια συνομιλία με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο, περιοδικό Η ΛΕΞΗ (1986)

«Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή. 

Και να σας πω μεταξύ των σπουδαίων μαθημάτων ένα παράδειγμα: όταν σε ηλικία εικοσιπέντε ετών έγραψα για την Μαρίκα Κοτοπούλη μουσική για την “Ορέστεια”, είχα κάνει και δυο θαυμάσια μέρη για τις “Χοηφόρες”, λόγω των οποίων απολάμβανα μεγάλο θρίαμβο εις τον κύκλο των ειδικών. Είχε επισημανθεί η σημασία τους, η δε Μαρίκα με λάτρευε εν ονόματι των δύο αυτών μεγάλων στιγμών. Όταν λοιπόν ήρθε και τ’ άκουσε ο Γκάτσος, γύρισε και μου έκανε ένα αυστηρότατο μάθημα: ότι αυτά είναι θαυμάσια, αλλά για τον Ευριπίδη κι όχι για τον Αισχύλο. Μου δίδαξε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ιερατικό στοιχείο του Αισχύλου –το οποίο αγνοούσα– και στο ύφος του Ευριπίδη, του πιο “σύγχρονου” από τους τρεις τραγικούς. Τότε μάλιστα, για να είμαι ειλικρινής, όπως κάθε μαθητής έτσι κι εγώ, λιγάκι θύμωσα, διότι δεν ασπάστηκε τη “μεγαλοφυΐα” μου· αλλά βέβαια αυτό μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ και να δω πόσο πράγματι είχε δίκιο και πόσο η δουλειά που είχα κάνει στηριζόταν σε άγνοια του αισχυλικού πνεύματος. 

Καταλαβαίνετε, ο Γκάτσος ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος. Μην κοιτάτε τώρα που γίναμε… συνομήλικοι πια –γιατί από μια ηλικία και πέρα, από τα πενήντα και πάνω, οι άνθρωποι γίνονται συνομήλικοι. Αλλά τον καιρό που εγώ ήμουν εικοσάρης-εικοσιπεντάρης, αυτός ήταν μεγάλος και μ’ έβλεπε σα νεαρό. 

Την εποχή εκείνη στο “Εθνικό Θέατρο” ήταν διευθυντής ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο οποίος θαύμαζε πολύ το ταλέντο μου και μ’ άφηνε να κάνω ό,τι μου κάπνιζε. Στο “Όνειρο θερινής νύχτας” μάλιστα, εκτός από τη μουσική ήθελα να κάνω και τη χορογραφία. Ο Θεοτοκάς μου έδωσε να την κάνω. Με μάγεψε το ότι είδα στις αφίσες του “Εθνικού” όχι το: “Μουσική Μάνου Χατζιδάκι” –που το είχα συνηθίσει– αλλά: “Χορογραφίες Μάνου Χατζιδάκι”. Λοιπόν έγινε η πρεμιέρα, όλος ο κόσμος με κοίταζε σαν ένα παιδί θαύμα, σαν τον Σγούρο της εποχής, με συγχαίρανε, έρχεται και ο Γκάτσος πολύ αυστηρός και μου παρατηρεί μπροστά σε όλους: “Ελπίζω να σταματήσεις να κάνεις αυτές τις ανοησίες”. Ο Θεοτοκάς του λέει: “Μα, Νίκο, πώς μιλάς έτσι στον Μάνο;”. “Ξέρω, ξέρω”, λέει αυτός, μας χαιρέτησε κι έφυγε. Εγώ έμεινα αποσβολωμένος. Ενώ ζούσα έναν θρίαμβο, ξαφνικά έρχεται εκείνος και μου δίνει μια τεράστια ψυχρολουσία. Μια βδομάδα έκανα να μιλήσω μαζί του. Αλλά τελικά κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Είχα μεθύσει από την επιτυχία μου σε όλα τα επίπεδα, και έκανα ανοησίες. 

Αυτά είναι χαρακτηριστικά ανεκδοτολογικά δείγματα. Είχα την ευκαιρία να μιλήσω πολλές φορές μαζί του για χιλιάδες θέματα και να μου μάθει να σκέπτομαι ακριβά κι όχι εύκολα. Διότι έπρεπε ν’ ανταποκριθώ στη σκέψη του. Ο Γκάτσος γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα σου αφήνει να καταλάβεις όταν είσαι σε μια κατευθείαν συνομιλία μαζί του. Αυτό είναι ίδιον των σοφών ανθρώπων: δεν σου κάνουνε επίδειξη γνώσεων, σου λένε τ’ απαραίτητα και σε σένα εναπόκειται ν’ αντιληφθείς ότι αυτά τ’ απαραίτητα εμπεριέχουν βαθύτατη γνώση και δεν είναι απλώς μια στοιχειώδης έκφραση τυχαίων απόψεων».

Συνέντευξη στον Κώστα Ρεσβάνη –περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (Οκτώβριος 1973)

Έχω αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Απέκτησα μεγαλύτερο αυτοέλεγχο, δεν είμαι πια ο ίδιος. Τώρα ξέρω τι λέω, ενώ παλαιότερα είπα πράγματα που δεν ήθελα...

Προσχωρήσατε στην Λυρική Σκηνή απ' ό,τι συζητείται. Τι θα προκύψη από την νέα στροφή που πήρατε;

Ο Θεός βοηθός... αλλά τι λέτε 'προσχώρησα'; Δεν είναι η πρώτη φορά που θα διευθύνω λυρικό θέατρο. Τον Φεβρουάριο βρέθηκα στο πόντιουμ για την Τραβιάτα...

Ωστόσο, από σας περίμενε κάτι άλλο ο κόσμος. Ίσως νέες φόρμες, χλωρές ιδέες, όχι Λυρική...

Αγαπητέ μου, εγώ, παρ' όλη την κατακραυγή, θα συνεχίσω. Περιφρονώ τον πολύ λαό... Ο λαός αυτός που λέτε μ' έμαθε από τα τραγουδάκια μου. Δεν έσκυψε να δη όλο μου το έργο. Έγινα συμπτωματικά γνωστός μ' αυτά τα τραγουδάκια κι' από τον καιρό των Παιδιών του Πειραιά απόκτησα την δημοτικότητα τύπου Βουγιουκλάκη...

Ανάμεσα σ' αυτό τον 'λαό', κύριε Χατζιδάκι, υπάρχουν άνθρωποι που δάκρυσαν ακούγοντας τα τραγουδάκια σας...

Έπρεπε να πάνε στον γιατρό, στον οφθαλμίατρο ειδικώτερα. Κάτι θα είχαν τα μάτια τους...

Δακρύζουν ακόμη, ίσως, κι ας μην το δεχόσαστε...

Να πάνε στον γιατρό. Εγώ, πάντως, υπήρξα πριν από τα τραγουδάκια μου και υπάρχω μετά από αυτά.

Διαβάζω πως θα αναλάβετε την διεύθυνση μπουάτ στην Πλάκα. Ο Μίκης Θεοδωράκης έρχεται στην Ελλάδα. Αλλάζουν τα χρώματα σ' αυτόν τον τόπο. Οι νέοι ίσως περιμένουν κι εσάς για τις νέες προοπτικές που μπορεί να ανοιχτούν...

Σιχαίνομαι τις μπουάτ, σιχαίνομαι και την σημερινή Πλάκα. Όσα γράφτηκαν για την επιστροφή μου στην Πλάκα είναι ψέματα. Εγώ δεν είπα τίποτε. Όταν ήμουν νέος, η Πλάκα ήταν από τα πιο όμορφα κομμάτια της Αθήνας. Τώρα μόνο με τη συνοδεία της Αμέσου Δράσεως μπορείς να περάσης. Οι νέοι να μην περιμένουν τίποτε. Δεν ανοίγεται καμία προοπτική. Ο μύθος της νέας γενιάς... Τι θα πη 'νέα γενιά'; Μετράτε αριθμούς, ηλικίες...

Μετράω φωνές, κύριε Χατζιδάκι. Από τ' αμφιθέατρα, έως τα εργοστάσια...

Κι' εγώ νέος είμαι. Και μάλιστα πιο νέος από τους νέους που πιστεύουν σαν βλάκες ότι πονάνε για τα κοινά. Φασαρία μόνο κάνουν...  

Οι νέοι βάζουν το κεφάλι τους στην φωτιά και το ξέρετε. Γιατί το παραβλέπετε;

Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Πάρτε το είδηση, εμένα δεν με αγγίζει ο μύθος της 'νέας γενιάς'. Και στο τέλος, να σας πω κάτι; Εγώ δεν απευθύνομαι σε 'γενιές'. Γράφω μουσική και μ' αυτήν μιλάω σε ανθρώπους που έχουν ευαισθησία. Τον μύθο της νέας γενιάς τον έκαναν παράθυρο για να μπουν μέσα της αυτοί που θέλουν να την εκμεταλλευθούν... Υπάρχουν, αγαπητέ μου, σ' αυτή την νέα γενιά και παιδιά ευαίσθητα. Αλλά αυτά ακριβώς δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της γενιάς τους! Κι εγώ σαν νέος υπήρξα ανήσυχος, όχι, όμως, βλαξ... Θωρακίζονται πίσω από την ετικέτα 'νέα γενιά', συσσωρεύουν άχρηστες γνώσεις, μια που η πληροφόρηση είναι εύκολη σήμερα και ενώ στην ηλικία είναι νέοι, έχουν ήδη προσχωρήσει στην παλαιά γενιά. Δεν θα είμαι αρεστός μ' αυτά που λέω. Έχω, όμως, παράδειγμα τον εαυτό μου, που σαν νέος βρήκε την ομορφιά σε ανθρώπους πιο ηλικιωμένους. Πλησίασα τον Σεφέρη, τον Γκίκα, τον Πικιώνη, τον Τσαρούχη, τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Μόραλη. Όλοι αυτοί, φίλοι μου και δάσκαλοι, με δίδαξαν να μην κολακεύω ούτε γενιές, ούτε ανθρώπους...

Νομίζω πως οι νέοι σήμερα δεν έχουν ανάγκη από κολακείες, κύριε Χατζιδάκι. Απλά και μόνο βλέπουν, ακούνε, κρίνουν, δρουν, γνωρίζουν το ειδικό βάρος τους. Και ποιοι νομίζετε ότι αγάπησαν τα τραγούδια σας;

Δεν μ' ενδιαφέρει... Εγώ δεν κάνω τέχνη για τον λαό. Απευθύνομαι σε ορισμένες ομάδες ανθρώπων μόνο. Αν έχω ενδιαφέρον, ας με ανακαλύψουν. Όταν διάβαζα Σεφέρη, δεν ρώτησα τι ηλικία έχει...

Είπατε πως απευθυνόσαστε σε 'ομάδες ανθρώπων'. Τονίσατε ότι έντεχνα καλλιεργείται ο 'μύθος της νέας γενιάς'. Αν αυτό ήταν... πλάγια πρόταση προς την κατεύθυνση Θεοδωράκη...

Μου υποσχεθήκατε να μη μιλήσουμε γι' αυτά. Μου φανήκατε συμπαθητικός από χθες (ο Ρεσβάνης λέει πως είχε συναντήσει τον Χατζιδάκι τυχαίως την προηγούμενη νύχτα καθώς αγόραζε πέντε-έξη κουτιά τσιγάρα από περίπτερο στο Παγκράτι). Ήθελα να σας μιλήσω αλλά τι τον θέλετε τον Μίκη... Όχι, δεν κάνω υπαινιγμό για τον Θεοδωράκη. Είναι κι εκείνος εξ ίσου ικανός να αιτιολογήση τις απόψεις του. Εξάλλου, ποτέ δεν είχαμε κάτι κοινό με τον Μίκη, εκτός απ' το ότι γράφουμε κι' οι δυο μουσική...

Μιλήστε μου, τότε, για τον μουσικό Θεοδωράκη...

Έχω γνώμη αλλά δεν απαντώ.

Να μου πήτε αν σας αρέσει η νέα του μουσική...

Δεν απαντώ.

Σημαίνει άρνηση του έργου του αυτό το 'δεν απαντώ';

Δεν απαντώ.

Πάντως, δεν σημαίνει παραδοχή...

Δεν απαντώ. Μα τι πάθατε με τον Μίκη. Όταν έλθη, θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε από κοντά. Η αλληλογραφία δεν είναι στο αίμα μου. Και σας το ξαναλέω. Δεν έχουμε τίποτα κοινό, ούτε για συμφωνία, ούτε για σύγκρουση... Γιατί πάντα μαζί ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης; Σταματάω τώρα εγώ αυτή την σύζευξη. Είμαστε φίλοι με τον Μίκη και συνομήλικοι. Τίποτε άλλο. Εξάλλου, εκείνον τον ακούνε μέσα σ' ένα κομφούζιο πολιτικής και μουσικής. Εμένα, όμως, όχι.

Η επιτυχία της πρόσφατης συναυλίας του Ξαρχάκου θα πρέπει να σας προβλημάτισε γύρω από το τι θέλει ο κόσμος σήμερα...

Μπράβο στον Ξαρχάκο. Όμως, εγώ σκέπτομαι πως το μεγάλο κοινό δεν το ελέγχεις, σε ελέγχει. Σας μίλησα για ένα μίνιμουμ ευαισθησίας που πρέπει να έχη ο δέκτης.

Κι εγώ σκέφτηκα, κύριε Χατζιδάκι, πως για όλους τους δέκτες δεν υπάρχει το ίδιο περιβάλλον και οι ίδιες ευκαιρίες για την ευαισθητοποίηση, που θα πη πως ο κοινωνικός περίγυρος δεν έχει την ίδια σύσταση. Και μόνο οι δέκτες δεν φταίνε γι' αυτό...

Κοινωνικό περιβάλλον... Άλλος μύθος. Όπως γεννιέσαι να 'σαι πομπός, έτσι γεννιέσαι να 'σαι δέκτης. Οι άνθρωποι έρχονται στον κόσμο μ' έναν κάποιο βαθμό δεκτικότητος...

... που βελτιώνουν ή εξαφανίζουν οι διαφορετικές συνθήκες ζωής.

Όχι. Ή την έχεις την ευαισθησία, ή δεν την έχεις. Είδα σε επαρχίες παιδιά συγκροτημένα, ευαίσθητα, και είδα στην Αθήνα παρέα δέκα νέων, που επί ώρες μιλούσαν με σαράντα λέξεις. Μετρούσα με ηδονή: σαράντα λέξεις...

Κι' εγώ άκουσα συζήτηση φοιτητών να μιλούν στα είκοσί τους χρόνια, νύχτες ολόκληρες, με χιλιάδες λέξεις για χίλια προβλήματα...

Εάν η σκέψη γίνει αποθήκη γνώσεων, θεωρώ θετικότερο στοιχείο την παρέα με τις σαράντα λέξεις.  

Οι φοιτητές που σας έλεγα, κύριε Χατζιδάκι, δεν μένουν μόνο στα λόγια. Παίζουν –και χάνουν συχνά– την καριέρα τους, την ζωή τους. Νομίζω πως πρόσφατα θα πληροφορηθήκατε κι εσείς γι' αυτό...

Είμαι εναντίον του 'προετοιμασμένου ηρωισμού'. Οι ακούσιοι ήρωες είναι ιδανικές περιπτώσεις. Ο 'προετοιμασμένος ήρωας' είναι ο μελλοντικός δυνάστης...

Δηλαδή κύριε Χατζιδάκι 'αλίμονο στις χώρες που έχουν ανάγκη από ήρωες';

Μην με ειρωνεύεσθε. Κατάλαβα την λεπτή σας ειρωνεία, αλλά εγώ μιλάω γενικότερα. Σέβομαι τις ταλαιπωρίες των συγχρόνων ηρώων, αλλά δεν πείθομαι για την σημασία τους.

Νομίζω πως εσείς, κύριε Χατζιδάκι, δεν έχετε ταλαιπωρηθή από καμία κυβέρνηση ή κατάσταση. Θα μπορούσαν να σας πουν... μόνιμο κατεστημένο. Αυτό σημαίνει πως δεν κεντρίζετε τους κρατούντες...

Είμαι με ό,τι θετικό επιδιώκει μια κυβέρνηση και εναντίον κάθε αρνητικού. Άλλοι συμμαχούν με άλλου είδους κατεστημένα, που αλίμονό μας αν έλθουν. Υπήρξα προσωπικός φίλος του Καραμανλή, όχι φίλος της ΕΡΕ. Δεν είμαι α-πολιτικός. Απλώς δεν είμαι 'πολιτικός' με την έννοια πως δεν οχυρώνομαι πίσω από σχήματα για να υπάρξω σαν καλλιτέχνης. Ασχολούμαι με τα προβλήματα του καιρού μου, δεν είμαι πολιτικός της μόδας. Μένω στο επίπεδό μου, δηλαδή είμαι άνθρωπος που δεν πράττω εύκολα. Η πολιτικότητά μου δεν περιέχει συνθήματα. Ξέρω πως έρχομαι σε σύγκρουση με το πολιτικό αίσθημα των πολλών... (Ο Ρεσβάνης λέει πως ο Χατζιδάκις ξαφνικά μίλησε μόνος του, σαν να θυμήθηκε την απουσία του από την Ελλάδα) Δεν ήλθα πιο νωρίς στην Ελλάδα για φορολογικούς λόγους. Έφυγα πριν από την 21η Απριλίου 1967 και έμεινα έξω για τους λόγους που σας είπα. Και ποτέ δεν φώναξα πως 'θα έλθω κι ας με συλλάβουν...'. Κάποιος το φώναξε, ενώ ήξερε πως δεν υπήρχε κίνδυνος να συλληφθή. Και είπε ακόμη: 'Η Ελλάδα δεν είναι του Παπαδόπουλου...'. Λοιπόν; Η Ελλάδα ήταν του Παπαδόπουλου πριν έξη χρόνια και τώρα δεν είναι; Αυτά δεν είναι τίμια πράγματα. Δεν μ' ενδιαφέρει ούτε ο Παπαδόπουλος, ούτε κανείς άλλος, φτάνει να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου.

Εσάς κύριε Χατζιδάκι, όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και η λογοκρισία σάς άφησε ανέγγιχτο...

Η λογοκρισία είναι ηλίθιος θεσμός. Όμως, δεν θίγει την ουσιαστική Τέχνη. Εμένα δεν με θίγει γιατί δεν εφάπτεται με το έργο μου, γιατί δεν μιλώ με συνθήματα. Ίσως, εξάλλου, δεν ξέρετε πως έχω διαμαρτυρηθή και παλαιότερα και πρόσφατα για το θέμα της λογοκρισίας. Επί Καραμανλή μου είχαν απαγορεύσει το τραγούδι μου 'Ήταν που λέτε μια φορά, όπου ήταν ένας βασιλιάς, καλό ανθρωπάκι...'. Γιατί ζητάτε από τη σημερινή κυβέρνηση να καταργήση κάτι που το βρήκε έτοιμο και δεν το κατασκεύασε; Δεν υπερασπίζομαι την σημερινή κατάσταση, αλλά εγώ τουλάχιστον σ' αυτόν τον τόπο κυκλοφορώ και μιλώ ελεύθερα, γιατί την ελευθερία μου δεν την εξαρτώ από πολιτικά σχήματα. Είμαι εσωτερικά ελεύθερος. Άλλωστε (ο Ρεσβάνης λέει πως χαμογέλασε ο Χατζιδάκις), εδώ δεν έχουμε τα αφόρητα καθεστώτα της Χιλής ή της Σοβιετικής Ενώσεως...

Θυμήθηκα μια φράση του Ηλία Πετρόπουλου, που γράφτηκε σε βιβλίο απαγορευμένο: 'Δια του αμοραλισμού κατέκτησα την ελευθερία μου'...

Ας συζητήσουμε για σοβαρά πράγματα και πρόσωπα... Όσο για το περιεχόμενο της φράσεως: Εγώ είμαι ηθικό ον, με διέπουν αρχές τις οποίες ή τις έχω βάλει εγώ ή υπάρχουν σαν νόμοι.

Κάτι καινούργιο, ίσως, αυτό το 'Μεθυσμένο Κορίτσι';

Όχι εντελώς καινούργιο. Τραγούδια θα είναι, δεμένα με μύθο. Ένας οδοιπόρος βρίσκει μια μέρα ένα μεθυσμένο κορίτσι. Θέλει να το προστατεύση αλλά το κορίτσι τού επιτίθεται και του κόβει το κεφάλι. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει πως το –ακέφαλο πλέον– σώμα είναι του Αλκιβιάδη. Δεν ξέρει τώρα τι να κρατήση. Το κεφάλι του οδοιπόρου ή το σώμα του Αλκιβιάδη; Ο μύθος είναι διδαχτικός, περιέχει πάθος, βία και νοθεία... Η επιφάνεια των τραγουδιών μου είναι τόσο απλή, όσο το σώμα του Αλκιβιάδη. Για τον οδοιπόρο επηρεάστηκα από τον Μαξιμίλιαν Σελ, που γνώρισα πρόσφατα στην Γερμανία. Για το 'μεθυσμένο κορίτσι' από τον Φελλίνι της Roma και για τον Αλκιβιάδη από το περίπτερο που αγοράζω τσιγάρα...

Μάνος Χατζιδάκις

«Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το ντενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειες ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή πλήξη σας, ή την ερωτική σας ανεπάρκεια. Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας».




Από συνέντευξη στην Αλίκη Βουγιουκλάκη στο ραδιόφωνο του ΑΝΤ1 (1988)

Μάνο, το 2000, που δεν είναι πια τόσο μακριά, εσύ πως φαντάζεσαι τον κόσμο;

«Με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Θα ήθελα να ζω όλα τα χρόνια που θα έρθουν αργότερα. Ειδικά μου αρέσουν πάρα πολύ οι ανακαλύψεις. Ό,τι μηχάνημα βγαίνει με ενδιαφέρει. Και είπα, στο τέλος, όταν θα έχω φύγει από αυτόν τον κόσμο, στον κλασικό πια τάφο μου, να μην μου φέρνουν ούτε καντήλια, ούτε να μου βάζουν εικονίσματα, αλλά να μου φέρνουν τα τελευταία προσπέκτους από τα μηχανήματα που βγαίνουν ώστε να πληροφορούμαι
».

Γιώργος Χατζιδάκις-Θεοφανόπουλος

«Να, ήμασταν στην Κρήτη, όταν, πηγαίνοντας σε ένα χωριό στα βουνά, ο Μάνος εντόπισε τον φούρνο και ρώτησε τη φουρνάρισσα πώς φτιάχνει τόσο μυρωδάτο ψωμί. Εκείνη του απάντησε ότι το έκανε ο άντρας της. Φώναξέ τον, της ζήτησε. 'Πώς φτιάχνεις τόσο υπέροχο ψωμί;' ρώτησε κι εκείνον. 'Τι να σας πω, εγώ κάθε βράδυ ονειρεύομαι πως φτιάχνω το πιο νόστιμο ψωμί του κόσμου', απάντησε ο φούρναρης. 'Αυτό ακριβώς κάνω κι εγώ με τη μουσική, μας είπε τότε ο Χατζιδάκις».
σταμάτησε σε μια πλατεία η μυρωδιά φρεσκοψημένου ψωμιού.

Μια άγνωστη συνέντευξη που παραχώρησε ο Χατζιδάκις στον Κύπριο δημοσιογράφο και ποιητή Χρήστο Μαυρή, μεγάλο μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1984 στο κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό Η ΑΜΑΞΑ

Τελευταία δώσατε συναυλίες στην Κύπρο. Πώς είδατε το φιλόμουσο κοινό της; Ποιες εντυπώσεις αποκομίσατε από εκεί;

Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχει φιλόμουσο κοινό στην Κύπρο. Και ότι αν τυχόν συγκεντρώθηκε κάποιος κόσμος για να ακούσει τις συναυλίες μου, ήταν μόνο και μόνο γιατί ήξερε τ' όνομά μου. Αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε μία προπαρασκευή ν' ακούσουν αυτό που έκανα και, γενικά, βρήκα ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει καμία προετοιμασία από μέρους του κράτους στο να δημιουργηθεί ένα κοινό που ν' ακούει μουσική. Και παρ' όλο που έχετε βγάλει εξαίσιους πιανίστες και όλοι υπάρχουν στο εξωτερικό...

Μιλάτε για τον Κατσαρή;

Όχι τον Κατσαρή! Ο Κατσαρής είναι η βεντέτα. Υπάρχουν άλλοι οι οποίοι είναι πιο αξιόλογοι. Είναι ο Μαρτίνος Τυρίμος, ο Χριστόδουλος Γεωργιάδης, η Μουζάλα, ο Οικονόμου, πολλά αξιόλογα παιδιά, που έχουν διαπρέψει στο πιάνο. Αλλά δεν είδα ένα κλίμα μουσικής που να γεννάει στην Κύπρο τη διάθεση ενός κοινού ν' ακούσει μουσική και, προπάντων, δεν είδα νέους. Πουθενά δεν είδα νέους ανθρώπους!

Δηλαδή, το κοινό που είχε έλθει στις συναυλίες σας δεν είχε καταλάβει το νόημά τους;

Το κοινό που έφτασε στις συναυλίες μου ήταν κόσμος ο οποίος, ως επί το πλείστον, εκτός από εξαιρέσεις, ήλθε να δει τ' όνομά μου, ν' ακούσει μια μουσική που ίσως δεν τη φανταζόταν. Αλλά δεν είδα ένα νέο κοινό που να προβληματιστεί, να συνομιλήσει μαζί μου. Δεν υπήρχαν νέοι. Πού είναι οι νέοι στην Κύπρο; Είναι στον στρατό όλοι;

Ναι, είναι και αυτό. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι δεν έχουμε πανεπιστήμια εκεί. Τους χειμερινούς μήνες και καθ' όλη τη σχολική περίοδο όλοι αυτοί απουσιάζουν στο εξωτερικό.

Πάντως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό. Η Κύπρος μού έκανε την εντύπωση μιας χώρας χωρίς νέους. Και μια χώρα χωρίς νέους είναι χώρα χωρίς ουσία. Διότι δεν υπάρχουν οι αντιδράσεις, οι αντιθέσεις, οι συζητήσεις, το ενδιαφέρον. Υπάρχει μία αστική τάξη η οποία ενδιαφέρεται να περάσει καλά, και δεν νομίζω ότι είχα με αυτή να πω τίποτα, με αυτή την αστική τάξη. Εγώ το περισσότερο ήθελα να συνομιλήσω με νέους ανθρώπους πάσης ηλικίας. Αλλά έλειψαν μεγαλοπρεπώς!

Γενικά είστε απογοητευμένος από αυτή την επίσκεψή σας;

Δεν θα 'λεγα απογοητευμένος. Θα έλεγα ότι ακριβώς η Κύπρος μού έκαμε την εντύπωση μιας χώρας η οποία γεροντοκρατείται. Όχι ακριβώς γεροντοκρατείται. Υπάρχουν μόνον η μέση ηλικία και πάνω. Δεν υπάρχει ζωντανό υλικό. Δεν είδα πουθενά ζωντανό υλικό! Είδα πολλές καφετέριες, πολλές ντισκοτέκ...

Και κάποια ευμάρεια.

Η ευμάρεια μου θυμίζει ελληνική επαρχία.



Η εποχή μας, από πνευματικής απόψεως, βλέπετε να παρουσιάζει δυσκολίες; Εννοώ θα ξαναβγεί ένας Σκαλκώτας, ένας Μανώλης Καλομοίρης, ένας Γιάννης Παπαϊωάννου, ένας Τσιτσάνης ή ένας Βιβάλντι, ένας Μότσαρτ, ένας Μάλερ;

Κάθε εποχή έχει τους εκπροσώπους της. Τα ονόματα που αναφέρατε δεν είναι τα μοναδικά, διότι έχουμε και άλλες εποχές που έφεραν άλλες προσωπικότητες. Η εποχή μας έχει προσωπικότητες. Σήμερα η τέχνη γενικά περνάει μια κρίση. Δηλαδή η τέχνη του Σκαλκώτα, του Καλομοίρη, για να πάρω τους δικούς μας, περνάει μια κρίση, διότι ο καθένας πρέπει να ξανατοποθετηθεί στην έννοια 'μουσική' και γενικά στην έννοια τέχνη. Αυτό που υπήρξε επί τετρακόσια χρόνια, σήμερα παύει να υπάρχει όπως υπήρχε. Συνεπώς, η απουσία των αντίστοιχων προσώπων δεν σημαίνει ότι περνάμε μία κρίση στην τέχνη. Απλούστατα αλλάζουμε τοποθέτηση απέναντι στην τέχνη. Και με την άνοδο των μαζών αυτό είναι επόμενο να συμβεί.

Άρα είστε αισιόδοξος για την τέχνη.

Είμαι αισιόδοξος όχι ότι θα ξαναβγούν ο Βιβάλντι ή ο Καλομοίρης. Είμαι αισιόδοξος ότι δεν θα ξαναβγούν αυτά τα πρόσωπα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχετε μελοποιήσει Έλληνες ποιητές...

Όχι, δεν έχω μελοποιήσει πολλούς Έλληνες ποιητές.

Μπορώ εδώ να σας αναφέρω μια σειρά.

Έχω μελοποιήσει μόνο ποιήματα για τον «Μεγάλο Ερωτικό», όλα τ' άλλα τα έκανα με στίχους που γράφονταν ειδικά για τα έργα που έφτιαχνα. Είμαι από εκείνους που δεν έχουν μελοποιήσει κατά κανόνα Έλληνες ποιητές.

Έχετε μελοποιήσει όμως Ευριπίδη, Σαπφώ, Σολωμό, Καβάφη, Ελύτη, Γκάτσο, Σαραντάρη, Μυρτιώτισσα κ.ά.

Προσέξτε, όλα αυτά στον «Μεγάλο Ερωτικό». Δεν έχω μελοποιήσει ποιητές. Εμένα με ενδιέφερε πάντα το τραγούδι ως αποτέλεσμα από ζωντανή αιτία, που είναι ένας στίχος που γράφεται εκείνη την ώρα...

Ο στίχος παίζει σημασία στο τραγούδι;

Τεράστια! Και φυσικά γι' αυτό συνεργάστηκα μόνο με τον Γκάτσο και τον εαυτό μου. Αλλά σε ποιητές δεν έχω γράψει μουσική. Είμαι ο μόνος που δεν έχει γράψει, παρ' όλο που είμαι μέσα στην ποίηση, διότι ξέρω ότι αυτό είναι μία πολύ δύσκολη ιστορία και δεν χρειάζεται εμένα για να υπάρξει η ποίηση. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» είναι μια άλλη ιστορία. Πήρα τα ποιήματα περί έρωτος και τα τοποθέτησα μέσα στον «Μεγάλο Ερωτικό».

Το ερωτικό στοιχείο τι ρόλο παίζει για σας στη δουλειά σας;

Στη δουλειά μου είναι αυτονόητο. Στη ζωή μου, σημαντικό. Από την ώρα που είμαι ένας ερωτικός άνθρωπος, μοιραία υπάρχει και στη δουλειά μου, αλλά φαντάζομαι ότι, πιστεύω μάλλον, κάθε καλή τέχνη περιέχει το ερωτικό στοιχείο έντονα. Όλες οι τέχνες, αυτές που γίνονται και δεν είναι ερωτικές, δεν είναι και καλές. Κάθε καλή τέχνη είναι ερωτική.

Γνωρίζω ότι διαβάζετε αρκετά, και συγκεκριμένα αρκετή λογοτεχνία. Την κυπριακή λογοτεχνία την έχετε υπόψη σας; Εννοώ να σας έχει σταματήσει κανένα αξιόλογο κυπριακό έργο.

Όχι, δεν έχω μεγάλη επαφή με την κυπριακή λογοτεχνία.

Θα επιθυμούσατε να έχετε;

Κοιτάξτε, διαβάζω βάσει των παρορμήσεών μου και των ανακαλύψεών μου που κάνω από τον έναν στον άλλο. Δεν έτυχε να μπλεχτώ μέσα σ' αυτό που λέγεται Κύπρος. Τελευταία, συμπτωματικά, γνώρισα υιό Κυπρίου ποιητή. Του Μηχανικού τον υιόν.

Τον Θουκυδίδη;

Ναι, τον Θουκυδίδη, ο οποίος είναι πολύ συμπαθητικό παιδί. Μου έδωσε το βιβλίο του πατέρα του. Δεν μπορώ να πω όμως ότι έχω γνώση αυτού που λέγεται κυπριακή λογοτεχνία και κυπριακή ποίηση. Δεν ανήκω σε αυτούς που διαβάζουν επαγγελματικά. Δεν είμαι επαγγελματίας μελετητής.

Γράφετε όμως ποίηση.

Ε, δεν θα 'λεγα ότι γράφω, με συμπληρώνει μερικές φορές.

Δηλαδή το θεωρείτε κάτι απαραίτητο στη ζωή σας αυτό;

Κοιτάξτε, το μόνο που θεωρώ απαραίτητο στη ζωή μου είναι ο έρωτας. Αυτό με αιτιολογεί ότι υπάρχω. Τίποτε άλλο. Ούτε η μουσική, ούτε η λογοτεχνία, ούτε η ποίηση μου είναι απαραίτητες.

Ούτε η μουσική;

Όχι, δεν μου είναι απαραίτητη. Αν μου πείτε ότι δεν θα γράψω μουσική δεν πρόκειται να πεθάνω, όπως λέει και ο Ρίλκε. Αλλά μου είναι απαραίτητη τη στιγμή που δεν ξέρω τίποτε άλλο να κάνω. Αν είχα πολλά χρήματα ίσως να μην έγραφα μουσική και θα 'ταν καλύτερα. Δηλαδή ξεκίνησα να κάνω μουσική διότι έπρεπε να κερδίζω τα προς το ζην.

Όχι για λόγους εκφράσεως;

Μετά έγινε αυτό. Στην αρχή, ξεκινά κανείς πολύ επιπόλαια, από άλλες παρορμήσεις: να γίνει γνωστός, να κερδίσει χρήματα, να κερδίσει φήμη... Εάν τυχόν καταφέρει να περάσει από αυτές τις εξετάσεις και παραμείνει αληθινός άνθρωπος, τότε αρχίζει και τον εκφράζει η εργασία του.

Θέλετε να πείτε ότι εσείς τυχαία ξεκινήσατε ως μουσικός;

Όχι τυχαία, αλλά τυχαία έγινα μουσικός. Δηλαδή τίποτε δεν προδίκαζε ότι θα γίνω μουσικός, ότι θα γίνω ενδιαφέρον πρόσωπο. Τίποτε απολύτως! Αντιθέτως, όταν ήμουν 16-17 ετών είχα όλες τις αντιθέσεις, του κόσμου τις αντιθέσεις, μέσα μου! Λοιπόν, επειδή έπαιζα πιάνο; Αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Ξέρω χιλιάδες παιδιά που παίζουν πιάνο! Αυτό δεν σημαίνει πως θα γίνουν κάτι σπουδαίο.

Εξάλλου, ξέρω ότι πρώτα σας τραβούσε περισσότερο το θέατρο, ή κάνω λάθος;

Μπα, ήταν ανησυχίες της εποχής και της εφηβείας και πήγαινα στο θέατρο, έκανα τραγούδι, έκανα χορό... όλα με ενδιέφεραν. Στην ουσία για να επιβάλω το Εγώ μου, όπως και κάθε νέος. Όλα αυτά τα κάνει κάποιος για να επιβάλει το Εγώ του.

Και μετά τα 30 αρχίζει και τ' απορρίπτει όλα.

Ε, φυσικά! Στο μεταξύ έμαθα να κάνω μόνο μουσική. Σήμερα δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Και πάλι, αν είχα πολλά χρήματα, θα σταματούσα. Δεν θα 'κανα ή θα 'κανα μονάχα για τον εαυτό μου. Δεν θα μ' ενδιέφερε να είμαι γνωστός.

Τις φωνές σας με ποια κριτήρια τις επιλέγετε;

Ποιες φωνές;

Τους τραγουδιστές που συνεργάζεστε μαζί τους. Τι προσόντα πρέπει να έχουν;

Ναι. Να τραγουδούν καλά και να μην έχουν τραγουδήσει ξανά, ως επί το πλείστον. Μοιάζω σαν αυτούς που κάνουν τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, που συλλέγουν ηθοποιούς για τον Χριστό. Πρέπει να μην είναι γνωστοί. Δεν μου αρέσουν οι γνωστοί τραγουδιστές. Εκτός αν έχουν μία πολύ έντονη προσωπικότητα, όπως είναι η Μαρία Φαραντούρη. Ύστερα, να είναι ερωτικοί. Δηλαδή να έχουν έλξη. Από τη φύση τους. Και η άλλη δουλειά είναι δικιά μου, το πώς θα τραγουδήσουν. Και δεν θέλω να τραγουδήσουν μετά από εμένα άλλη μουσική. Είμαι λίγο-πολύ, όπως σας είπα, σαν τους χολιγουντιανους πράκτορες που ζητάνε ηθοποιούς για τον ρόλο του Χριστού. Υπογράφουν οι ηθοποιοί που θα παίξουν τον ρόλο του Χριστού ότι για δέκα, δεκαπέντε χρόνια μετά δεν πρόκειται να παίξουν στο σινεμά. Διότι δεν νοείται να παίζεις τον ρόλο του Χριστού και μετά να εμφανίζεσαι Λατίνος εραστής ή γκάνγκστερ. Λοιπόν, το ίδιο κι εγώ. Δεν μου αρέσει να τραγουδάνε μετά από εμένα κατά τρόπο που δεν θα ήθελα.

Εδώ θα 'θελα να σας θυμίσω το έργο σας Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης...

Ευτύχιος Χατζηττοφής
 Α, εκεί είχαμε κάποιον Κύπριο!

 Τον Ευτύχιο Χατζηττοφή.

 Τον Χατζηττοφή! Αυτός ήταν πολύ σπουδαίο παιδί!

 Τι απέγινε;

 Αυτός δουλεύει στην Τράπεζα. Αυτός μ' αρέσει πάρα πολύ!  Είναι σοβαρότατο παιδί και τραγουδάει εξαίσια. Και  προπαντός τραγουδάει εξαίσια στο άλλο έργο μου, το  Χωρίον ο πόθος. Εκεί είναι σπουδαίος. Πιο σπουδαίος. Γιατί  στο Μεθυσμένο κορίτσι ήταν ακόμη λιγάκι ανώριμος. Αλλά στο Χωρίον ο πόθος είναι έκτακτος. Αυτός έφυγε και παντρεύτηκε και, προς τιμήν του, δεν έκανε μετά τραγούδι και πήγε να δουλέψει στην Τράπεζα. Είναι υπάλληλος της Τραπέζης και μένει κάπου στο Μενίδι. Όχι, στο Κρανίδι. Πολύ σπουδαίο παιδί. Αυτός μ' αρέσει.

Είχε γίνει τραγουδιστής μ' εκείνα τα τραγούδια που εσείς του είχατε εμπιστευτεί. Εγώ ήμουν τότε πολύ μικρός που τον είχα πρωτοδεί στην τηλεόραση, την κυπριακή τηλεόραση, αλλά μου έκανε τρομερή εντύπωση. Διερωτώμην πού είχε καταλήξει αυτός ο άνθρωπος;

Ναι, δυστυχώς, διότι εγώ, καταλάβετε, ορίζω ορισμένα όρια, αλλά δεν μπορώ να έχω την ευθύνη για τη συνέχειά τους. Όσοι είναι σοβαροί εξελίσσονται ή στην εργασία του τραγουδιού ή σε μια άλλη εργασία, όπως ο Ευτύχιος. Διότι σκέφτηκε, ύστερα από αυτή τη δουλειά που είχαμε κάμει, πού θα πήγαινε να δουλέψει; Με ποιες προϋποθέσεις; Για μένα είναι θετικό το ότι δεν έκανε τραγούδι. Λοιπόν, είναι πολύ δύσκολο να βρεις, όταν λέω ερωτική έλξη. Ακριβώς να, ο Ευτύχιος είχε την έλξη από μια παράδοση που περιείχε. Διότι ο Ευτύχιος μικρός τραγουδούσε στην εκκλησία. Και είχε αυτό το βυζαντινό στοιχείο μέσα του.

Τόσο με τους «Αγώνες τραγουδιού της Κέρκυρας» όσο και από τις φωνές που ξεχωρίζετε για ν' αποδώσουν τα τραγούδια σας αντιλαμβάνομαι ότι επιδιώκετε να δημιουργήσετε κάποια «σχολή» στο ελληνικό τραγούδι. Είναι πράγματι έτσι ή κάνω λάθος;

Κοιτάξτε, δεν θα έλεγα κάποια «σχολή» στο ελληνικό τραγούδι. Δεν μπορώ να κόψω ένα ρεύμα χυδαιολογίας που υπάρχει γύρω μας. Και σε τελευταία ανάλυση, τι να κόψω; Μήπως εγώ έχω το δίκιο; Εγώ προσπαθώ να περιφρουρήσω το κλίμα μου και να το επιβάλω.

Στον δικό σας χώρο;

Στον δικό μου χώρο. Μοιραία, όταν λαμβάνω μέρος σ' έναν αγώνα τραγουδιού, θα επιβάλω το γούστο μου. Δεν μπορώ να το δω έξω απ' αυτά που πιστεύω. Όταν επιλέγω κάποιον για να τραγουδήσει, θα τον δω με βάση τα κριτήρια που εγώ διαθέτω, αναγκαστικά. Αυτό δεν πάει να πει πως πάω να επιβάλω μια κατάσταση γύρω μου. Περιφρουρώ την κατάστασή μου.

Οι γνώμες των άλλων δεν σας απασχολούν;

Όχι, ως συνήθως.

Πολύ συχνά, τον τελευταίο καιρό, ακούγεται ότι υπάρχει κρίση στο ελληνικό τραγούδι. Εσείς τι πιστεύετε; Συχνά δηλώνετε ότι «οφείλουμε να ξαναβρούμε ένα καινούριο τραγούδι». Πώς εννοείτε αυτό το καινούριο τραγούδι;

Εγώ, να σας πω, δεν έχω πρόβλημα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κρίση. Η κρίση είναι φτιαχτή. Όταν υπάρχει ένα καλός συνθέτης, εξακολουθεί και γράφει. Κι ένας καλός καινούριος συνθέτης αποκαλύπτεται και γράφει. Λοιπόν, αν αυτός ο καλός συνθέτης είναι τόσο πολύ καλός όσο ήταν και ο προηγούμενος, δεν είναι πρόβλημα. Αυτά είναι αστεία. Είναι προβλήματα αυτά; Σε όλες τις εποχές υπάρχουν καλοί ή μέτριοι συνθέτες που γράφουν τραγούδια. Άλλα τραγούδια είναι για να μας διασκεδάζουν, άλλα τραγούδια για να μας διαπαιδαγωγούν. Να μας δημιουργούν κάτι παραπάνω. Η εποχή μας, ο χώρος μας, διαθέτουν αρκετά πρόσωπα που γράφουν καλά τραγούδια. Δεν είναι ανάγκη να φωνάζουμε: Υπάρχει κρίση, υπάρχει κρίση. Ποια είναι η κρίση; Εγώ δεν καταλαβαίνω. Δηλαδή, αν υπάρχουν του κόσμου τα κέντρα σήμερα, και θέλουν τραγούδια, αυτό δεν είναι πρόβλημα. Αυτό είναι πρόβλημα των εμπορικών κυκλωμάτων.

Τόσο από τη μακροχρόνια πείρα σας στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας όσο και από τις συνεργασίες σας με τους νέους, μήπως έχετε ξεχωρίσει αξιόλογα ταλέντα, ικανά να συνεχίσουν προοδευτικά τον δρόμο που χαράξατε εσείς στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι;

Δεν μπορώ να σας πω. Πάντα θα υπάρχουν πρόσωπα, αλλά για να φτάσουν στο σημείο να έχουν μια βαρύτητα είναι θέμα της ιστορίας τους. Πώς θα εξελιχθούν; Δεν μπορώ να προδικάσω κανέναν. Υπάρχουν πολλά πρόσωπα με ταλέντο, αλλά αυτό δεν λέει τίποτα. Σε τελευταία ανάλυση δεν είναι απαραίτητο να βρεθεί ένα πρόσωπο του δικού μου βάρους, ή του Μίκη Θεοδωράκη, για να υπάρξει. Μπορεί να είναι διαφορετικός και μπορεί να είναι λιγότερου βάρους. Και θα έχει σημασία για τον τόπο και για το τραγούδι.

Σημασία έχει το τραγούδι ν' ανεβαίνει ποιοτικά και όχι να το οπισθοδρομούν. Δεν είναι έτσι;

Το τραγούδι θα πηγαίνει και θα βρει την πορεία του. Άμα βρεθεί ένα πρόσωπο σημαντικό, θα κάνει σπουδαίο τραγούδι. Άμα βρεθούν μέτρια πρόσωπα, θα κάνουν μέτρια τραγούδια. Θα προχωρούν τα πράγματα έτσι, νομίζω.

Για να επιστρέψω ακόμη λίγο στην προηγούμενη ερώτηση. Οι πολυεθνικές και οι εθνικές εταιρείες δίσκων συμβάλλουν στην κρίση;

Όχι ακριβώς. Αυτές έχουν ενδιαφέροντα διαφορετικά. Έχουν οικονομικά ενδιαφέροντα. Θέλουν να ελέγχουν όλη αυτή την ιστορία του τραγουδιού και να την κατευθύνουν κατά κάποιον τρόπο βάσει εμπορικών κριτηρίων. Εκεί αντιδράμε εμείς, και γι' αυτό κάναμε αυτή τη νέα κίνηση, η οποία ήταν μια αντίδραση σε δύο νόμους που προωθούσαν οι εταιρείες με τους εκπροσώπους τους, μέσα από δικά μας σωματεία, όπως ήταν η ΕΜΣΕ προηγουμένως, που, εν ονόματί μας, έκαναν όλη αυτή την ιστορία. Γι' αυτό αντιδράσαμε και χωρίσαμε.

Να σας κάνω μία ερώτηση πολιτικού περιεχομένου;

Ναι, να την ακούσω.

Είχατε πει κάποτε πως δεν υπάρχει μια «υπεύθυνη κρατική μουσική πολιτική». Η παλιά συνεργάτιδά σας και νυν υπουργός Πολιτισμού κυρία Μελίνα Μερκούρη, ως αρμόδιο πρόσωπο σήμερα, πώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό;

Ερασιτεχνικά. Δεν το ξέρει. Δεν μπορεί να το ξέρει.

Δεν μπορεί να το λύσει;

Βεβαίως δεν μπορεί να το λύσει. Είναι χωμένη κάτω απ' τις πιέσεις των διαφόρων συλλόγων, των σωματείων, των συνδικάτων. Και φυσικά δεν υπήρχε στη Νέα Δημοκρατία και εξίσου δεν υπάρχει και στο ΠΑΣΟΚ. Ποια είναι; Η λαϊκίστικη αυτή πολιτική, αυτή των διαφόρων ας πούμε επιδοτήσεων για να γίνουν συναυλίες; Αυτή είναι υπεύθυνη μουσική πολιτική; Είναι εξίσου απαράδεκτη κι' αυτή. Επιπλέον, είναι πιεσμένη κάτω απ' τα συνδικάτα, τα οποία για διάφορους λόγους καθορίζουν την πολιτική στους άσχετους από το πρέπει στους διάφορους τομείς.

Δηλαδή αυτή η «μουσική πολιτική» θα παραμείνει άλυτη;

Ναι, ή, μάλλον, θα περιέλθει πάλι στα χέρια των ανίκανων και των ατάλαντων.

Κατά τη γνώμη σας, ποιοι μπορούν να τη λύσουν;

Υπήρξε μια περίοδος που είχαμε ανακατευτεί αρκετοί άνθρωποι με ταλέντο και θα μπορούσε να δοθεί μια λύση...

Μιλάτε για το Τρίτο Πρόγραμμα;

Όχι μονάχα για το Τρίτο. Ήταν η περίοδος που πρωθυπουργός ήταν ο Καραμανλής και ο οποίος λίγο-πολύ είχε πειστεί για ορισμένες βασικές κατευθυντήριες γραμμές, αλλά, δυστυχώς, η αντίδραση των διαφόρων συνδικάτων και συμφερόντων μάς έκαμε να μην καταφέρουμε τίποτε. Από εδώ και πέρα δεν έγινε τίποτε και ούτε θα γίνει.

Τον τελευταίο καιρό βλέπω με χαρά ότι όλο και περισσότερο βγάζετε δίσκους, παραδείγματος χάριν «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς», «Ο Μπολιβάρ» και μερικές επαναλήψεις...

Δεν βγάζω δίσκους. Γι' αυτές τις επαναλήψεις δεν είμαι υπεύθυνος εγώ. Οι επαναλήψεις της «EMIAL» είναι έργο της «EMIAL».

Αυτά που έχει κάνει διασκευή η Λένα Πλάτωνος;

Και αυτό είναι έργο της Πλάτωνος. Τα Τριάντα νυχτερινά, όπου παίζω πιάνο, είναι έργο της «ΜΙΝΩΣ». Εγώ δεν έχω ευθύνη. Εγώ έχω ευθύνη μόνο για τις Μπαλάντες της οδού Αθηνάς.

Αν παραποιήσουν όμως το έργο σας;

Δεν θα το άφηνα.

Άρα, έχετε κάποια εποπτεία;

Ούτε εποπτεία. Εκ των υστέρων λέω να γίνει ή να μη γίνει.

Εγώ νόμιζα ότι αυτό είναι λόγω έμπνευσης. Η έμπνευση για σας τι ρόλο παίζει; Πώς την αισθάνεστε;

Είναι μια υπεύθυνη υπόθεση, η οποία με οδηγεί σε ορισμένη εργασία και δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις διασκευαστικές εργασίες, που είναι η επανάληψη των παλιών μου τραγουδιών.

Τα παλιά σας τραγούδια τ' απορρίπτετε;

Όχι, καθόλου, αλλά δεν μπορώ να στέκομαι. Σκεφτείτε, όλος ο κόσμος στέκεται στην παραγωγή τριών ετών, εγώ, εν τω μεταξύ, εξακολουθώ και ζω. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το τι έγινε. Δεν απορρίπτω τίποτε, αλλά δεν μπορώ εγώ να γίνω μία βιομηχανική μονάδα που να επαναλαμβάνει ό,τι διασκεδάζει τον κόσμο.

Οι σχέσεις σας με τους δημοσιογράφους λένε ότι δεν είναι καλές. Εγώ προσωπικά είμαι έτοιμος να τους διαψεύσω κατηγορηματικά. Εσείς τι λέτε;

Κοιτάξτε, αναλόγως. Αν τυχόν οι δημοσιογράφοι έρχονται και έχουν μία ενοχλητική παρουσία, σώνει και καλά να καλύψουν ένα γεγονός, παρά τη θέλησή μου, θα βρουν τη θέλησή μου, η οποία εκείνη την ώρα δεν μπορεί ν' ανταποκριθεί. Εάν τυχόν έχουν τη διάθεση ν' αποσπάσουν κάτι από μένα, βεβαίως να το αποσπάσουν. Σέβομαι την ιδεολογία τους αλλά όταν αυτό πάει να γίνει με προκαθορισμένες θέσεις τότε με ενοχλεί και αντιδρώ.

Με τους νέους πώς διαγράφονται οι σχέσεις σας;

Με τους νέους στην ηλικία;

Και τους βιολογικά νέους και αυτούς που αισθάνονται νέοι στην ψυχή.

Μα, με αυτούς συνομιλώ! Αυτούς που αισθάνονται νέοι στην ψυχή.

Δηλαδή κάποιος μπορεί να είναι στην ηλικία των 70 χρόνων και να αισθάνεται νέος; Που έχουν το συναίσθημα;

Α, ναι, και υπάρχουν και από δυο-τρεις τέτοιοι φίλοι μου. Οι νέοι στην ηλικία, οι περισσότεροι, μου είναι αδιάφοροι. Μπορεί να είναι ελκυστικοί. Μπορεί να είναι ερωτικοί αλλά δεν μπορεί να είναι και ενδιαφέροντες. Εάν τώρα τύχει να είναι και ενδιαφέροντες, με γεια τους με χαρά τους.

Πιστεύετε ότι σας αγαπάνε οι νέοι;

Όχι, δεν μου χρειάζεται. Δεν με ενδιαφέρει να με αγαπάει κανείς. Το ν' αγαπάει κάποιος έναν άνθρωπο είναι μια δύσκολη ιστορία. Πρέπει να είμαι μέσα στα ενδιαφέροντά του και να με ανακαλύψει. Χωρίς να με ανακαλύψει δεν θέλω να με αγαπάει. Γιατί να με αγαπάει, σε τελευταία ανάλυση, ένας νέος άνθρωπος; Δεν τον κολακεύω. Αντιθέτως, του δημιουργώ προβλήματα. Πρέπει να είμαι μέσα στα αιτήματά του για να μπορεί να με ανακαλύψει και να με αγαπήσει. Πιστεύω ότι εκείνοι που με αγαπούν πρέπει να είναι οι άνθρωποι που ζούνε μαζί μου, εκατό τοις εκατό! Οι άλλοι πρέπει να με ανακαλύψουν. Αν δεν με ανακαλύψουν, δεν θέλω να με ξέρουν. Κι εκεί είναι το περίεργο. Ότι το όνομά μου το ξέρει πάρα πολύς κόσμος που δεν χρειάζεται να με ξέρει, ενώ αποτείνομαι σ' εκείνους που με ανακαλύπτουν και για τον άλφα ή βήτα λόγο έχουν να πούνε κάποια κουβέντα μαζί μου.

Από την ομιλία του στη δημόσια συζήτηση του Κέντρου Πολιτικής Ερεύνης κι Επιμορφώσεως -από το περιοδικό Προσανατολισμοί 73/1984

Στη φωτογραφία οι ομιλητές από αριστερά: Θεοδόσιος Τάσσιος,
Μάνος Χατζιδάκις, Φαίδων Στράτος, Μάριος Πλωρίτης,
Δημήτρης Μυταράς και Τάσος Αθανασιάδης. Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη.

Τέχνη και Ελευθερία

«Είμαι καλλιτέχνης, τολμώ να ανασύρω τη λέξη από τη χρόνια ανυποληψία στον τόπο μας και να την περιβληθώ εκ νέου μια και όλες οι άλλες που κατά καιρούς οικειοποιήθηκα έγιναν το ίδιο ανυπόληπτες μ’ αυτήν. Και η λέξη καλλιτέχνης στα ελληνικά είναι συνώνυμη με την κακοφημία, τον ράθυμο παρασιτισμό ή ακόμη και με την πορνεία, να μην γελιόμαστε. Για τις επίσημες αρχές η λέξη καλλιτέχνης είναι πάντα ύποπτη: ηθικά και εθνικά μαζί. Είναι προτιμότερη η κακοφημία με την χρήση της λέξης παρά η ανυποληψία με την απόκρυψη ή αποφυγή της. Και με όλα αυτά διαπιστώνουμε ήδη την έμφυτη τάση του καλλιτέχνη να είναι ελεύθερος από τους μηχανισμούς των συστημάτων είτε το σύστημα υπηρετεί ένα έθνος ή ένα κόμμα.

Σήμερα, μετά από τα επιτυχή αποτελέσματα που πέτυχαν απολυταρχικά καθεστώτα, οικειοποιήθηκαν τις μεθόδους των όλες οι κυβερνήσεις και φτιάξαν τα περίφημα υπουργεία Πολιτισμού. Έτσι κράτος και κόμματα επεμβαίνουν προστατευτικά χωρίς προσχήματα, δηλητηριάζοντας τις πηγές με το να τις κάνουν δικές τους.

Η τέχνη στα σοσιαλιστικά κράτη είναι δύσκολη όχι γιατί το κράτος έχει σαφείς απόψεις περί τέχνης, αλλά γιατί γνωρίζει να αποφεύγει και να καταδιώκει. Ενώ στα καπιταλιστικά κράτη, σκοταδιστικών περιόδων, όπως π.χ. εμείς με τον εμφύλιο, έχουμε να κάνουμε με μια αντιπάθεια του κράτους, των κρατικών φορέων απέναντι στις τέχνες που από την φύση τους προκαλούν υποψίες για ανηθικότητα και αντεθνικότητα. Ειδικά στην Ελλάδα σήμερα επικρατεί σύγχυση και ως προς την αξία και ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της τέχνης.

Η τέχνη μισεί τον εναγκαλισμό και τον σοσιαλιστικό προστατευτισμό, όσο και την καταδίωξη και την λογοκρισία. Δεν ευνοεί την ήσυχη και εντάξει συνύπαρξη των κοινωνικών ομάδων. Πρόβλημα ενός ελεύθερου κράτους είναι η τοποθέτησή του απέναντί της και όχι της τέχνης να συμβιβαστεί με το οποιοδήποτε «ελεύθερο» κράτος. Η τέχνη υπηρετεί μόνον την αλήθεια της που περιέχει τις ανθρώπινες αντιθέσεις χωρίς ηθικούς φραγμούς, την ενόραση για έναν κόσμο μη υπαρκτό στα μάτια των πολλών και που αποτελεί επανασύνθεση του κόσμου που ζούσε σε φανταστικές διαστάσεις και σε μελλοντικές προδιαγραφές. Ανάλυση και επανασύνθεση των αισθημάτων και ανθρώπινων σχέσεων· αγωνία και πάθος κρυμμένο μέσα μας βαθιά εκεί που κρύβεται ο θεός».

Συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση (1981)

Κατ’ αρχήν, πώς να σ’ αποκαλώ, Μάνο ή κύριο Χατζιδάκι; Με συγχωρείς, αλλά είμαι καινούριος στο δημοσιογραφικό χώρο και θέλω να ξέρω.

Καλά κάνεις και ρωτάς. Άσχετα αν εσύ μπορείς να μ’ αποκαλείς Μάνο, μια και σε γνωρίζω καλά κι εκτιμώ τη φιλία σου. Διότι δυστυχώς ο ενικός στην ελληνική δημοσιογραφία είναι κεκτημένο δικαίωμα, αποκλειστικό του εκάστοτε δημοσιογράφου, ερήμην της θελήσεως του συγκεκριμένου προσώπου με το οποίον, ατυχώς ή ευτυχώς, έρχεται σ’ επαφή δημοσιογραφική ο δημοσιογράφος. Κι όμως, το μικρό μας όνομα ανήκει στην οικογένειά μας και στους στενούς μας φίλους, κι όχι, π.χ., στους οδηγούς ταξί οι οποίοι τυχαίνουν να μας αναγνωρίζουν μεταφέροντάς μας, μεταφέροντας και τον τρόπο και το ύφος των δημοσιογράφων –κάνοντάς με να αισθάνομαι τότε σα να ζω στην Ουγκάντα ή στο Μπαγκλαντές.

Κύριε Χατζιδάκι, κι ο Μιλτιάδης Καρύδης θλίβεται για κάτι άλλο που δεν πάει καλά στον τόπο μας: για το κατάντημα της συμφωνικής μουσικής, λέει. Μήπως όμως αυτός εννοεί εσάς σαν υπεύθυνο;

Και βέβαια εμένα εννοεί. Χωρίς όμως να θέλει να μάθει τι εννοούμε κι εμείς λέγοντας συμφωνική μουσική και κατά πόσο είμαστε το ίδιο αρνητικά τοποθετημένοι απέναντί της μ’ εκείνον. Γιατί ο κ. Καρύδης κάνει τη λαμπρή καριέρα που συνηθίζουν πολλοί Έλληνες τα τελευταία είκοσι χρόνια. Διαμένων εις το εξωτερικόν, είναι, σύμφωνα με την αφελή επαρχιακή δημοσιογραφία, και Έλλην διαπρέπων εις το εξωτερικόν. Δηλαδή, το πώς και πού είναι θέμα ερμηνείας του περί την τέχνην ειδικού δημοσιογράφου κάποιας εφημερίδας. Ευτυχώς που ο Μητρόπουλος, η Μπαχάουερ και η Κάλλας σταδιοδρομήσανε εις άλλας εποχάς κι όχι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εγχωρίων περί την τέχνην δημοσιογραφούντων. Γιατί ο κ. Καρύδης, διαπρέπων εις το εξωτερικόν, συνεχώς έρχεται στη χώρα μας για να μας θυμίσει ότι διαπρέπει κι ότι θλίβεται για τα χάλια μας, μια και δεν έγινε αυτός Γενικός Διευθυντής της Κρατικής αν και διαπρέπει εις το εξωτερικόν. Φυσικά, αδιαφορεί κατά βάθος και κατά πλάτος για τα τεράστια προβλήματα που έχει ο τόπος στα μουσικά θέματα, αφού έτσι κι αλλιώς ο ίδιος ενδιαφέρεται μόνο για την προσωπική του διάκριση και προκοπή εις το εξωτερικόν, μέσω ακόμη και μιας Κρατικής Ορχήστρας προς χρήσιν γενικών δοκιμών των προγραμμάτων που θα διευθύνει εκείνος εις το εξωτερικόν. Τον καταλαβαίνω απολύτως, συμμερίζομαι την θλίψιν του, αλλά όχι τόσο ώστε να νοιώθω ενοχή για το ότι ο κ. Καρύδης, κάθε φορά που έρχεται στην Ελλάδα, θλίβεται. Στο κάτω-κάτω, δεν διαθέτω την ευαισθησία μερικών δημοσιογράφων αθηναϊκών εφημερίδων ώστε να θεωρώ τον κ. Καρύδη διαπρέποντα εις το εξωτερικόν κι επιπλέον την θλίψιν του εθνικόν πένθος.

Και οι σχέσεις σας με τους μουσικούς; Αυτοί εξακολουθούν να σας αρνούνται και μουσική μόρφωση και ήθος και καταλληλότητα.


Ναι, πράγματι, μου τ’ αρνούνται όλα αυτά. Θα’ ταν δυστύχημα εάν οι άνθρωποι αυτοί, οι υβριστές, ήσαν αφ’ ενός το σύνολο των μουσικών και αφ’ ετέρου διέθεταν έστω και το ελάχιστο ανάστημα ώστε να μπορούν να επιβάλουν στην κοινή γνώμη τις αυθαίρετες και υπόπτων προθέσεων κρίσεις τους. Όμως κανένας δεν αισθάνεται μειωμένος όταν υβρίζεται από ανεύθυνους, αν θέλετε, οδοκαθαριστές. (Ας με συγχωρήσουν οι οδοκαθαριστές: ουδέποτε τους άκουσα να λένε πράγματα άσχημα και ουδέποτε τους συνέλαβα να πράττουν άδικα ή να λασπολογούν, παρόλο που πολλές φορές τους είδα χειμώνα καιρό να χώνονται στις λάσπες για να καθαρίσουν τους δρόμους μας. Πράγμα που δε συμβαίνει με τους εν λόγω, περιορισμένους μεν, αλλά ελάχιστα εργαζομένους και πλουσιοπάροχα αμειβομένους εξαθλιωμένους «μουσικούς» και αρνητές μου.)

Αυτό δε σας εμποδίζει να’ χετε μια πλούσια δραστηριότητα στο εσωτερικό.


Η δραστηριότητά μου, βλέπετε, δεν καθορίζεται και δεν εξαρτιέται από τις απόψεις του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου περί ήθους, περί μουσικής μορφώσεως και περί καταλληλότητας –απόψεις που μας προσέφεραν μέχρι τώρα από μέρους τους λαμπρές ευκαιρίες για κινητοποιήσεις, απεργίες, «αγώνες», χωρίς ίχνος συνδικαλιστικών αιτημάτων ή διεκδικήσεων, αλλά μόνον την επιβολήν «πολιτιστικών» απόψεων, με πρώτο και κύριο, ή και μοναδικό, αίτημα, την απομάκρυνσή μου από τη Γενική Διεύθυνση της Κρατικής και -αν ήταν δυνατό- κι απ’ την Ελλάδα. Μια και, μη έχοντας προσωπικές φιλοδοξίες ώστε να γίνω όργανο ή να συμβιβαστώ με κλίκες και συλλόγους, ήμουν πλέον εμπόδιο στη διατήρηση απ’ την πλευρά τους των κακώς κεκτημένων συμφερόντων, των συμφερόντων τετρακοσίων πενήντα ωδείων και μιας πλειοψηφίας των κακών και μετρίων μουσικών. Γιατί εγώ επεδίωξα την αξιοκρατία, τον έλεγχο στη μουσική εκπαίδευση από υπεύθυνα πρόσωπα και το τέλος της ασύστολης κερδοσκοπίας από μέρος ανικάνων φυγοπόνων και ουδεμία σχέση εχόντων με τη μουσική «μουσικών».

Η μουσική στη χώρα μας υπήρξε ξέφραγο αμπέλι, όπως ίσως γνωρίζετε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αφού δεν υπήρξε ποτέ μια υπεύθυνη κρατική μουσική πολιτική και συγχρόνως λείψανε οι μεγάλες φυσιογνωμίες και στο δημιουργικό και στο μουσικο-εκπαιδευτικό χώρο. Στο μεταξύ βρήκαν την ευκαιρία έξυπνοι μαγαζάτορες ν’ ανοίξουν μικρομάγαζα και να κάνουν ανεξέλεγκτα χρυσές δουλειές, όπως λένε. Όταν με φέρανε οι μουσικοί στη Γενική Διεύθυνση, με φέρανε σχεδόν στο σύνολό τους. Δε με επέβαλε κανείς και λένε ψέματα όταν λένε το αντίθετο. Γνώριζαν όλοι τους σχεδόν καλά το ποιος είμαι, το ήθος μου, την παιδεία μου και τον χαρακτήρα μου. Δεν γνώριζαν μόνο ότι είχα προθέσεις αλλαγών, ουσιαστικών αλλαγών, κι ότι θα ’ρχόμουν εν ανάγκη σ’ αντίθεση και με θεούς και με δαιμόνους αν το απαιτούσαν οι αλλαγές που επιθυμούσα να προκαλέσω. Εκεί ακριβώς πέσανε έξω. Και άρχισε ο «αγώνας» τους, που βασίστηκε στην ελλιπή πληροφόρηση του μεγάλου κοινού και στο ειδικόν του θέματος. Ένας «αγώνας» που επιφέρει τη φθορά των μουσικών μας πραγμάτων, για την οποία φθορά τόση θλίψη αισθάνεται οσάκις μας επισκέπτεται ο κ. Καρύδης.

Και πώς βλέπετε να καταλήγει η όλη υπόθεση;

Προς το παρόν μία ομάς απιθάνων που φέρουν ετσιθελικά και με όχι καθαρές διαδικασίες τον τίτλο του μουσικού, του συνδικαλιστή, του προέδρου σωματείου, αποφασίσαν χωριστά ο καθένας να μου κάνουν δίκες, μια και η ποινική δικονομία μας δεν τιμωρεί όποιον θέλει να ενοχλήσει. Εγώ πάλι αποφάσισα, αμυνόμενος ψυχικά αλλά και σωματικά, να μην παρίσταμαι παρά μόνο στις εφέσεις, στις οποίες φυσικά αθωώνομαι γιατί δεν έχω διαπράξει κανένα αδίκημα.

Παραδείγματος χάρη, ο Π.Μ.Σ. μου έκανε μήνυση διότι «έκλεισα την Κρατική αυθαίρετα» πρόπερσι και «εζημίωσα το κράτος και τη μουσική». Έτσι ισχυρίστηκε ο Πανελλήνιος Σύλλογος. Η αλήθεια: ο Σύλλογος δημιουργούσε συνεχώς στάσεις εργασίας και η εκτέλεση των προγραμμάτων ήταν πρακτικά αδύνατος. Εγώ, ως Γενικός Διευθυντής, είμαι δημόσιος υπάλληλος και ανήκω στο Υπουργείο Πολιτισμού. Εισηγήθηκα στο Υπουργείο και σταμάτησαν οι εργασίες της Κρατικής. Παραπέμπομαι σε δίκη, παρότι αν είχα κάνει κάτι αυθαίρετα θα είχα αυτομάτως υποστεί τιμωρίαν από το Υπουργείο Πολιτισμού, ως υπάλληλός του. Γίνεται η δίκη ερήμην μου –τότε ήμουν στο εξωτερικό-, καταδικάζομαι στην εφέσιμη ποινή των τεσσάρων μηνών, και διαβάζω μεγαλόπρεπα σ’ όλο τον Τύπο ότι καταδικάστηκα. Όταν θα αθωωθώ θα περάσει δυστυχώς απαρατήρητο. 

Κανένας όμως δε σκέφτεται να ρωτήσει: μα γιατί καταδικάστηκα για κάτι όταν το ίδιο το Υπουργείο δεν το θεώρησε αδίκημα, αφού συνήργησε μαζί μου στο να κλείσει η Κρατική, μια και δεν λειτουργούσε ομαλώς; Αλλά, βλέπετε, και σ’ αυτή τη δίκη, όπως και στις άλλες, κατά την πρώτη φάση θριαμβολογούν με την οποία εφέσιμη καταδίκη μου οι προκαλούντες αυτή την θλιβερή ανωμαλία και το αναγνωστικό κοινό μένει με την εντύπωση ότι καταδικάστηκα και συνεπώς οι «μουσικοί» έχουν πάντα δίκιο. Όλα λοιπόν θα τα υποστώ. Και φαντάζομαι ότι κάποτε θα βαρεθούν, ή …ότι θ’ αλλάξει το καθεστώς των μηνύσεων κι ο μηνυτής θα υποχρεώνεται σε περιπτώσεις αθωώσεων να πληρώνει αναγκαστικώς αποζημίωση. Ή, τέλος, αισιοδοξώ ότι σε κάποια εθνική επέτειο θα χαριστούν όλες οι ποινικές διώξεις για να μείνω άσπιλος περιμένοντας τις καινούριες.

Απ’ την πλευρά σας δεν θλίβεστε όταν σας γράφουν όσα σας γράφουν, ιδιαίτερα για τις δραστηριότητές σας στο εξωτερικό;



Δεν ανήκω στην κατηγορία των Ελλήνων που διαφημίζουν τις δραστηριότητές τους. Οι δραστηριότητές μου γίνονται με πολύ σοβαρές προϋποθέσεις και όχι με την επιδοκιμασία των καλλιτεχνικών στηλών ή των πανελληνίων συλλόγων. Αρκεί που οι διαπρέποντες εις το εξωτερικόν αισθάνονται θλίψιν για τα συμβαίνοντα στον τόπο, ενώ εγώ δεν αισθάνομαι καμιά θλίψη για όσα «διαπράττω» στο εξωτερικό. Επιπλέον, δεν έχω διάθεση να αντικρούω αθλιότητες που με τόση απλοχεριά φιλοξενούνται από ορισμένη μερίδα του Τύπου.

Ένα σχόλιο απογευματινής κυβερνητικής εφημερίδας αναφέρεται στην πολυ-διατυμπανιζόμενη από σας δεξιά σας τοποθέτηση. Πώς το αντιμετωπίζετε το σχόλιο αυτό;

Για να μην επεκταθώ, θ’ αποσαφηνίσω μόνο πως δεν ανήκω στην καιροσκοπική δεξιά των υπευθύνων του δημοσιεύματος. Κι αν η δεξιά παράταξη περιείχε μόνο τους κυρίους αυτούς ή μόνο σαν αυτούς, θα έφτανα ως τον κλασσικό αναρχισμό προκειμένου να μην συνυπάρχω μαζί τους. Αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς, όπως σε κάθε παράταξη, και στη δικιά μου περιέχονται θετικά κι αρνητικά στοιχεία. Συνεπώς δεν είναι μόνο θέμα διαφορετικής γλώσσας αλλά κι επιπέδου και περιεχομένου. Γι’ αυτό μου προκαλεί αηδία η αντιμετώπιση «συνιδεολόγων» που συντάσσουν σχόλια σαν αυτό στο οποίο αναφέρεστε. Αλλά να ήταν μόνο αυτά...

Αν δεν απατώμαι, με τον κ. Λάμψα είχατε έρθει σε αντίθεση τον καιρό που ήταν Γενικός Διευθυντής της Ε.Ρ.Τ.


Όχι σε αντίθεση απλώς αλλά σε πλήρη διάσταση. Με τον κ. Χόνδρο ήρθα σε αντίθεση και, ευτυχώς πριν αρρωστήσει, μπορέσαμε και ξαναποκαταστήσαμε τη σχέση που είχαμε στην αρχή. Τον φιλοξένησα στο Ηράκλειο, φάγαμε μαζί και ξαναμιλήσαμε όπως παλιότερα. Με τον Ιωάννη Λάμψα δε μπορούσε να είναι το ίδιο. Ποτέ μου δεν είχα εκτιμήσει την παρουσία του στην Ε.Ρ.Τ. σαν θετική, και δε θα ξεχάσω ποτέ, όταν έφυγε σχεδόν δια της βίας πιεζόμενος απ’ την κυβέρνηση, που ’κανε εκείνη την κατάπτυστη κυριολεκτικά δήλωση «ανεξαρτησίας», ότι δήθεν διαλέγει την ελευθερίαν σαν άλλος Σολτζενίτσιν και «αποχωρεί διότι δεν ήταν ελεύθερος να ενεργεί κατά βούλησιν». Και το πιο σημαντικό: αυτός υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος για το νέο οργανισμό της Ε.Ρ.Τ., που συνετέθη με το πιο οπισθοδρομικό, αντιδραστικό και δημοσιοϋπαλληλικό πνεύμα. Τόσο που σήμερα να μη μπορεί να λειτουργήσει πλέον κατ’ ουδένα τρόπο με όσες καλές προθέσεις ή προϋποθέσεις κι αν υπάρξουν. Όχι, με τον κ. Λάμψα δεν έχουμε τίποτα κοινό, εκ γενετής, και φυσικά ούτε και κοινή ιδεολογία.

Πώς συμβαίνει εσείς, ο αναθεωρητής στην τέχνη και στη ζωή σας, να είσαστε εντεταγμένος στην παραδοσιακή δεξιά;

Διότι, πρώτον, έχω αστική συνείδηση. Είμαι όντως αναθεωρητής και η αστική παράταξη είναι η μόνη που το ανέχεται αυτό. Διότι δε βρήκα μια άλλη πολιτική παράταξη που να εκπροσωπεί αληθινά τη φιλελεύθερη ιδεολογία μου, συνεπώς δε χρειάζομαι πολιτική μετακίνηση. Και τέλος, δε θέλω να καρπωθώ πολιτικά οφέλη απ’ οποιαδήποτε πλευρά. Η λεγόμενη δεξιά δεν αμείβει αυτούς που δεν την υπηρετούν στενά, αλλά είναι και η μόνη που ανέχεται ακόμη τον διάλογο και την αντίθεση, ενώ όλες οι άλλες παρατάξεις, με κορύφωμα την άκρως άκρα αριστερά, περιέχουν μια χομεϊνική διάθεση σωτηρίας ψυχών και ανθρώπων που με τρομάζει βαθιά και μ’ ενοχλεί συγχρόνως. Το γεγονός της εντάξεώς μου στην παραδοσιακή δεξιά δε σημαίνει βέβαια πως μπορεί να με κάνει ν’ ανέχομαι και όλα τα θλιβερά της παράσιτα και τρωκτικά. Το έχω αποδείξει άλλωστε.

Η τοποθέτησή σας αυτή δε σας φέρνει σ’ αντίθεση με τους νέους;



Ποιους νέους; Τους βιολογικά μόνο νέους δε φιλοδοξώ να τους έχω συνομιλητές.Πολλοί από αυτούς -οι περισσότεροι- θα είναι οι μελλοντικοί μας δυνάστες, είτε υπό τη μορφή του επιλοχία στη στρατιωτική εκπαίδευση, είτε του φοροεισπράκτορα, είτε του αστυνόμου, είτε του ταξιτζή, είτε του βασανιστή, είτε του κερδοσκόπου ταβερνιάρη, είτε του υπαλλήλου τραπέζης, είτε του κλητήρα υπουργείου, είτε του θυρωρού τέλος πάντων στην πολυκατοικία όπου θα διαμένουμε. Χώρια που στον καιρό μας οι νεολαίες έχουν διαβρωθεί απ’ την κομματική ομαδοποίηση των πολιτικών παρατάξεων, που τους αφαιρούν τη φυσική ευαισθησία της ηλικίας και τους καθιστούν έτοιμους προς βρώσιν και εκμετάλλευσιν. Μ’ αυτούς τι τάχα έχω να πω; Και τι μπορεί να πει ο οποιοσδήποτε; Οι άλλοι νέοι, οι επιλέγοντες, οι νέοι κάθε ηλικίας, οι νέοι που προορίζονται να κουβαλήσουν την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς τους, με καταλαβαίνουν και συνομιλούν μαζί μου θαυμάσια. Ακόμη και όταν διαφωνούν. Γι’ αυτούς τους νέους ενδιαφέρομαι. Γι’ αυτούς που μ’ επιλέγουν κι επιλέγω. Και που δεν έχουν ηλικία.

Μια και μιλάμε για νέους, πώς αντιμετωπίζετε τους αθλητές;

Σαν αθλητές. Θαυμάζω όταν οι επιδόσεις καταλήγουν στα υπερβολικά ύψη. Με πλήττουν οι διαδικασίες για την κατάκτηση της νίκης. Δεν κατανοώ την τάση για μια αθλητική νίκη κάτω από τη σημαία του έθνους. Με προβληματίζει η τάση των κρατών για την τερατοποίηση των νέων για ρεκόρ. Κάθε τι που απομακρύνει το νέο από τη σκέψη με φοβίζει και δε με βρίσκει ενθουσιώδη υποστηρικτή. Γενικά, ο αθλητισμός κι εγώ είμαστε μακρινοί συγγενείς. Τόσο μακρινοί που δε γνωρίζει ο ένας τον άλλον.

Για τη μουσική, με την οποία μάλλον είστε πολύ στενοί συγγενείς, τι θα ’χατε να πείτε;


Ποια μουσική; Αυτήν που οι άλλοι εννοούνε μουσική ή τη μουσική που μας περιέχει;

Ασφαλώς θα προτιμούσατε να μας μιλήσετε για κείνη που μας περιέχει και που -κατά τα φαινόμενα- δε γνωρίζουμε.

Κάνετε λάθος. Θα σας μιλούσα για την άλλη -αλλά γι’ αυτή μιλούν όλοι, γνωρίζοντες και μη. Όταν λέω η μουσική που μας περιέχει, εννοώ συγχρόνως και μια καινούρια σχέση μας με τη μουσική. Κι αυτή είναι που μ’ ενδιαφέρει, η σχέση, κι όχι η μουσική αυτή καθ’ εαυτή. Διότι το όλον οικοδόμημα της μουσικής, αυτό που χτίστηκε στα τετρακόσια τελευταία χρόνια της Ευρώπης μετά την Αναγέννηση, σήμερα αρχίζει να κλονίζεται και να φαντάζει άστοχο, άχρηστο κι ανώφελο, μ’ όλα τ’ αριστουργήματα που περιέχει. Κι είναι ενδεικτικό ότι ολοένα την υπεράσπιση της μουσικής αυτής την αναλαμβάνουν οι εξαθλιωμένοι παρίες του μουσικού κόσμου, οι σύλλογοι κι οι οργανισμοί, καθώς κι οι γηραιές κυρίες, κι όχι οι αληθινοί δημιουργοί και υπεύθυνοι του καιρού μας και του μελλούμενου καιρού. Τα χρόνια της σκεπτόμενης μουσικής περάσανε ανεπιστρεπτί, όπως περάσανε οι καιροί των συμφωνικών συναυλιών, των φράκων και των πολυελαίων. Πρέπει να γίνει αντιληπτό: Οφείλουμε να ξαναβρούμε ένα καινούριο τραγούδι.

Οι αγώνες λαϊκής μουσικής στην Κέρκυρα έχουν σχέση μ’ αυτές τις απόψεις σας;


Και βέβαια έχουν, και μεγάλη μάλιστα. Και λυπάμαι που η Θεσσαλονίκη εννοεί να συνεχίζει το ανυπόληπτο, μονότονο και θλιβερού περιεχομένου Φεστιβάλ Τραγουδιού που μόνο μουσική ρύπανση προσφέρει στον ελλαδικό χώρο. Απ’ το ’72 που επέστρεψα στην Ελλάδα μίλησα με τους τότε υπεύθυνους της Διεθνούς Εκθέσεως, τονίζοντας τη σημασία που είχε το ν’ αναθεωρηθεί ο θεσμός και ν’ αποκτήσει ένα σωστό βάθρο. Βρήκαν τις απόψεις μου «ενδιαφέρουσες», τις κατέγραψαν σε κασέτα και τις τοποθέτησαν στο αρχείο της Εκθέσεως. Με τον μακαρίτη μάλιστα Βελλίδη ήρθα σ’ αντίθεση μια κι αρνήθηκα σαν υπεύθυνος τότε του ραδιοφώνου να μεταδοθεί το αίσχος του Φεστιβάλ ραδιοφωνικά. Ο Βελλίδης τότε παρεξετράπη σε προσωπική επίθεση εναντίον μου προσπαθώντας να υπερασπιστεί τη μουσική αθλιότητα αυτού του θεσμού. Προ έτους, ο νυν διευθυντής της Εκθέσεως, φίλος μου κ. Μπούρος, ήρθε –καθώς εφάνη τότε- σε πλήρη σύμπτωση με τις απόψεις μου για το τραγούδι και θέλησε να μου το αναθέσει. Οι σύμβουλοι όμως της Εκθέσεως είπαν: «Δε θέλουμε να παραχωρήσουμε την πνευματική μας ιδιοκτησία» κι εννοούσαν βέβαια πνευματική τους ιδιοκτησία την εξαθλίωση, την ανοησία και τη χυδαιότητα του επί είκοσι χρόνια μολύνοντος την ατμόσφαιρα Φεστιβάλ Τραγουδιού. Έτσι αποφάσισα κι εγώ με τους συνεργάτες μου στο Τρίτο να πάμε στην Κέρκυρα επιτέλους και ν’ αφήσουμε τη Θεσσαλονίκη στη μεσοαστική κωφάλαλη τραγουδιστική αντίληψη του Φεστιβάλ της. Δεν είναι δυνατό να κατηγορηθώ σαν ανυπόμονος. Εννέα χρόνια περίμενα για ν’ αναγκαστώ τέλος να καταφύγω στην Κέρκυρα, εγώ που τόσο αγάπησα τη Θεσσαλονίκη της Ροτόντας, του Πεντζίκη, της Καρέλλη, του Χριστιανόπουλου και του Σαββόπουλου. Ας όψεται η αφελής αντίληψη περί «πνευματικής ιδιοκτησίας» των κ.κ. συμβούλων της Εκθέσεως και οι σκοτεινές δυνάμεις των συλλόγων και των σωματείων που για μια ακόμη φορά ετοιμάζονται να μιάνουν την όμορφη Θεσσαλονίκη.

Εσείς στην Κέρκυρα πώς θα «τελέσετε» τους αγώνες;


Χωρίς ορχήστρες αντι-συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων, χωρίς τραγουδιστές σωματείων, χωρίς μαέστρους πανελληνίων συλλόγων και χωρίς ενορχηστρωτές των γνωστών ωδείων. Η επιλογή άλλωστε θα γίνει με βάση τα τραγούδια των νέων ανθρώπων κι όχι των επιδόξων να σταδιοδρομήσουν στις πολυεθνικές ή εθνικές εταιρείες δίσκων. Οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας θέλουν να γελοιοποιήσουν τον αρτηριοσκληρωτικό θεσμό της Θεσσαλονίκης και ν’ αποδείξουν γι’ άλλη μια φορά πως το αληθινό τραγούδι δε φυτρώνει στην ασκήμια, στο εμπόριο και στην ατμόσφαιρα συνοικιακών καλλιστείων. Το αληθινό τραγούδι δεν έχει σχέση με την τραγική ελεεινότητα των καλλιτεχνικών σελίδων μερικών μεσημβρινών και βραδινών εφημερίδων.

Και οι Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας θα μεταδοθούν από την ΕΡΤ;


Ναι, και είναι επόμενο, μια και το Τρίτο Πρόγραμμα ανήκει στην ΕΡΤ. Γι’ αυτό άλλωστε κι αποφασίστηκε το αποκαλούμενο «Φεστιβάλ» Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης να μεταδοθεί από την ΥΕΝΕΔ...

Δε σας αρέσει ιδιαίτερα η λέξη «φεστιβάλ».

Όχι, καθόλου. Όσο δε μ’ αρέσει κι η λέξη «χωροταξία».

Πώς σας ήρθε;

Θυμήθηκα ένα λαμπρό υπουργό που ασχημονεί «δια της λέξεως» και «με την λέξιν». Ο οποίος ελπίζω να μην ψηφιστεί και να επιστρέψει στα ειρηνικά έργα του πατέρα του και στις ασφάλειες.

Η χωροταξία έχει σχέση με τον έρωτα;

Καθόλου και καμία. Πώς σας ήρθε;

Τώρα που λέγατε για τον υπουργό Χωροταξίας…

Θεέ μου, ο υπουργός αυτός σας υποβάλλει την έννοια του έρωτα; Ποιος θα το ’λεγε, ένας νέος άνθρωπος σαν κι εσάς να ’χετε τόσο κουρασμένη αντίληψη έρωτος.

Εδώ έγινε μια μικρή παρεξήγηση: μίλησα για τον έρωτα και τη χωροταξία, ερήμην του υπουργού.

Αυτό μάλιστα. Μ’ ενθουσιάζει! Ερήμην του υπουργού… Γιατί η σύγχρονη αντίληψη περί έρωτος, εξακολουθητικά μονοδιάστατη, δημιουργεί μια αίσθηση χώρου ασφυκτικού μες στον οποίο ο νέος άνθρωπος, μοντέλο των γειτόνων του κι ενός κόσμου αντιδραστικού, προσπαθεί μάταια να επιβεβαιώσει τον από τη γέννησή του τραυματισμένο ανδρισμό του. Ποιος να του πει πως ο ανδρισμός είναι έννοια πνευματική και περιεχόμενο που κατακτιέται έξω από επιθυμίες και ανάγκες των συγκατοίκων του στις πολυκατοικίες;

Πώς βλέπετε λοιπόν εσείς τον σύγχρονο ερωτικό άνθρωπο: Άνδρα ή γυναίκα;


Στην τελική του εξέλιξη, γυναίκα και άντρα μαζί. Αδιαχώριστο, συγκεχυμένο, απροσδιόριστο. Αυτή θα ’ναι μια τελική νίκη, οριστική, του έρωτα πάνω στον εξαναγκασμό και στον ευνουχισμό που επιχειρούν οι πολλοί στους επερχόμενους.