Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις - Χωρίον ο Πόθος


Έργο 34 της εργογραφίας τού συνθέτη. Κύκλος πέντε τραγουδιών σε στίχους Αγαθής Δημητρούκα, Μίνου Αργυράκη & Μάνου Χατζιδάκι. Ερμηνεύει ο Ευτύχιος Χατζηττοφής.

Το εξώφυλλο τού δίσκου φιλοτέχνησε ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ο δίσκος περιλαμβάνει δυο έργα. Στην Όψη Α υπάρχει το έργο Οι Γειτονιές τού Φεγγαριού, που αποτελείται από οκτώ τραγούδια ερμηνευμένα από την Φλέρυ Νταντωνάκη -έξι τραγούδια σε επανεκτέλεση και δυο ακόμη μουσικές που παρουσιάζονται σε πρώτη εκτέλεση με στίχους. Στην Όψη Β υπάρχουν τα πέντε τραγούδια τού έργου Χωρίον ο Πόθος.

Πρόκειται για μια σειρά πολύ εσωτερικών τραγουδιών τα οποία παρουσιάζουν μεγάλη ομοιογένεια -και αυτό όχι μόνο χάρη στην ενιαία ενορχήστρωση ή στην απόλυτα δωρική ερμηνεία τού Ε. Χατζηττοφή αλλά κυρίως χάρη στη θεματολογία τών στίχων, που δεν παύουν να αναμοχλεύουν -όπως σημειώνει παρακάτω και ο Μ.Χ.- τις βαθύτερες ερωτικές και υπαρξιακές στιγμές τού ατόμου.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1977 από την εταιρεία Νότος.

Γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις:

"Το «Χωρίον ο Πόθος» υπάρχει κάπου κοντά στην Ολυμπία, στην Πελοπόννησο… Και μας περιμένει να τελειώσουμε το βίον μας αναστατωμένοι, μες σ’ αμπελώνες, σε πλατάνια και δροσερές πηγές. Μια περιπλάνηση σε γνώριμα μονοπάτια που όμως δεν μας οδηγούν στη χώρα που γυρεύουμε, αλλά σε μια άγνωστη και πρωτοφανέρωτη μικρή πόλη τριακοσίων ανθρώπων, που μας περιβάλλουν ευθύς αμέσως και μας κοιτάζουν περίεργα και βαθιά ερωτικά. Για να μας θυμίσουν με την σιωπή τους άλλη μια φορά, πως το «Χωρίον ο Πόθος» είναι ένα εξαντλητικό τέρμα. Ένα παιχνίδι επιστροφής."

Το έργο:

1. Ο Παναγής της Κυριακής (στίχοι: Αγαθή Δημητρούκα, ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής)
2. Ο καινούργιος προφήτης (στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις, ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής)
3. Μπερδεύτηκα (στίχοι: Μίνως Αργυράκης, ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής)
4. Ένα κορίτσι στο βάλτο (στίχοι: Αγαθή Δημητρούκα, ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής)
5. Η επιστροφή (στίχοι: Αγαθή Δημητρούκα, ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής)


video

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις - Συνέντευξη στον Ρένο Η. Αποστολίδη (1965)


Συνέντευξη που παραχώρησε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Ρένο Χαραλαμπίδη το 1965 για το περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά, που εξέδιδε ο δεύτερος μαζί με τον πατέρα του, Ηρακλή. Μεταφέρεται εδώ με την γλώσσα και την ορθογραφία τού πρωτότυπου κειμένου, που ακολουθούσε τους γραμματικούς κανόνες τής εποχής εκείνης. Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο δημοσιογράφος Κάρολος Παλαιολόγος και ο συγγραφέας, ποιητής, κριτικός θεάτρου και δημοσιογράφος Πάρις Τακόπουλος.

Αρκετές πληροφορίες καθώς και μια φωτογραφία που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα ανάρτηση αντλήθηκαν από την πλούσια σε υλικό προσωπική ιστοσελίδα τού Ρένου Η. Χαραλαμπίδη, στην διεύθυνση: http://www.renosapostolidis.gr/.

Πρέπει να σημειωθεί πως η συνέντευξη έλαβε χώρα πολύ πριν ο Μάνος Χατζιδάκις συνθέσει τους μεγάλους κύκλους τραγουδιών του, που ξεκίνησαν λίγο αργότερα με την Μυθολογία τού Νίκου Γκάτσου. Ο Μίκης Θεοδωράκης ηχογραφούσε πλέον υπό την επιρροή και δραστηριότητα τών Λαμπράκηδων, ενώ στο υπόλοιπο νεότερο ελληνικό τραγούδι δεν είχαν ακόμη κάνει την εμφάνισή τους μεγάλοι συνθέτες που έγραψαν ιστορία, όπως ο Γιάννης Σπανός με το Νέο Κύμα που έφερε από το Παρίσι εκείνη την εποχή, ο Δήμος Μούτσης, που ακόμη έπαιζε φυσαρμόνικα για τον Μ.Χ., και άλλοι. Το ρεμπέτικο τραγούδι ήταν ακόμη περιθωριακό και μάλιστα η Αριστερά ήταν σκληρός πολέμιός του -σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές τής δεκαετίας τού 1980, όταν το ρεμπέτικο "αναστήθηκε" με τις ευλογίες τής Αριστεράς και για αρκετά χρόνια η χώρα υπέστη την γνωστή "ρεμπετολαγνία" με τις γνωστές συνέπειες για την αισθητική τού τραγουδιού.

Ο συνθέτης Γιάννης Α. Παπαϊωάννου που αναφέρεται από τον Μάνο Χατζιδάκι δεν έχει καμιά σχέση με τον ομώνυμο συνθέτη τού ρεμπέτικου τραγουδιού. Πληροφορίες για τον αναφερόμενο κλασικό συνθέτη υπάρχουν στην διεύθυνση: http://composers.musicportal.gr/?c=papaioannou

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Ρένος Αποστολίδης: Τι συγκεκριμένως ανατρέψατε, στο χώρο του τραγουδιού μας, με τη δημιουργία σας;
Μάνος Χατζιδάκις: Εάν εννοήτε το «ελαφρό» τραγούδι, απλούστατα: επέβαλα ένα γούστο. Αλλ’ επειδή η δημιουργία μου επεξετάθη στο χώρο του τραγουδιού γενικώτατα, κι όχι μόνο στον τομέα του «ελαφρού» (που οπωσδήποτε δεν με κράτησε σοβαρά), εκεί, χωρίς σεμνότητα, οφείλω να ομολογήσω πως δεν ανέτρεψα τίποτε. Γιατί δεν υπήρχε τίποτε ν’ ανατρέψω. Απλούστατα: εγέννησα αυτό που θέλω να λέγεται ελληνικό τραγούδι.
Ρ.Α.: Σεις που ζήτε διαρκώς σ’ ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσωμε «μουσικό πυρήνα της ζωής μας», μπορείτε να μας πήτε αν διακρίνετε μέσα στην όλη σύγχρονη μουσική δημιουργία μας τόνους που να ειδοποιούν πως κάτι πολύ βαθύ αλλάζει στο Λαό μας;
Μ.Χ.: Η μόνη μουσική δημιουργία που μπορεί να φανερώνη μια τέτοια αλλαγή, θα ήταν, αυστηρώς ειπείν, η «σοβαρή» μας μουσική. Απ’ ό,τι γνωρίζω, τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξη στον Τόπο μας, αν ο Ξενάκης λόγου χάριν φανερώνη μια βαθύτατη αλλαγή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή περιοχή· μην ξεχνάμε ότι ο Ξενάκης δεν είναι υπεύθυνος ούτε δέκτης της σύγχρονης νεοελληνικής ευαισθησίας. Πώς θα μπορούσα, ακούγοντας τις μεγάλες στιγμές του Ξενάκη, να προειδοποιηθώ ότι κάτι μεγάλο έρχεται στον μακάριο ελληνικό χώρο, όπου ζούμε εδώ και σαράντα χρόνια;
Ρ.Α.: Επιτρέψτε μου να επιμείνω, αν μέσα στο τραγούδι που κολλάει στα χείλια, στα χείλια όλων, όχι στην οποιαδήποτε και οσοδήποτε «σοβαρή» μουσική μας, ακούτε τόνους που να ειδοποιούν πως κάτι βαθύ αλλάζει εδώ.
Μ.Χ.: Όχι. Αυτός ο χώρος έχει τις πηγές του υγιείς. Ανέκαθεν, ό,τι υπήρξε αληθινό ήταν και μεγάλο, και δυνατό· με μόνη τη διαφορά, πως η επίσημη φθορά δεν το άφηνε ποτέ ν’ αναπτυχθή ομαλά. Ως εκ τούτου, κάθε τέτοια στιγμή δεν μας ειδοποιεί, αλλά μας θυμίζει. Η αρχαία πηγή είναι αυτή που ποιεί πάντα τας μεταβολάς· όσες φορές απομακρυνθήκαμε από τις πηγές, είχαμε πτώση και καταστροφή.
Ρ.Α.: Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί μαίνεται κατά του ρεμπέτικου η «Αριστερά» μας; Και γιατί, επίσης, από άλλες πλευρές, κ’ οι φορείς του ψευδοαστικού φιλοδυτικού ρυθμού και τόνου; Και υπό το πρίσμα της βασικής αυτής ερωτήσεως, προσδιορίστε, αν θέλετε, τον χαρακτήρα: α) της δημιουργίας ρεμπέτικων – ή ψευδορεμπέτικων; – απ’ τον Θεοδωράκη και β) της συστηματικής επεισδύσεως – για να μην πω «εισβολής» ή «επιδημίας» – λογιώτατου ποιητικού υλικού στις μελωδίες αυτού του «πεποιημένου» ή «φαμπρικαρισμένου» λαϊκού τραγουδιού. Πρόκειται περί επεμβάσεως «εκ των άνω», σε κάτι που φυσικά άνθιζε «εκ των κάτω»; Και πώς την βλέπετε τέτοια επέμβαση; Όχι εξαλλοιωτική, καταδυναστευτική της γνήσιας λαϊκής εκδηλώσεως; Σε τι διαφέρει από τις επεμβάσεις της «Δεξιάς»;
Μ.Χ.: Η «Αριστερά» θεωρεί «υγιές» ό,τι παριστάνει το «υγιές». Το ρεμπέτικο όμως, σαν γνήσια λαϊκή εκδήλωση, που δεν έχει καμμία σχέση με την ρομαντική Ελληνική Επανάσταση, δεν περιέχει αυτή την a priori «υγεία» που υποβοηθεί την σκοπιμότητα της «Αριστεράς». Αυτή είναι η ουσία. Η επιφάνεια είναι ακόμη αφελέστερη: οι μουσικοί εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στερούνται ταλέντου. Ο Θεοδωράκης, που είναι ένας μουσικός με ταλέντο, ή δεν κατάλαβε, ή σκοπίμως έκανε πως δεν κατάλαβε, ότι δεν μπορεί να είναι «λαϊκός» συνθέτης – και το λέγω τούτο δίχως την παραμικρή πρόθεση μειώσεώς του. Δημιούργησε μια εσκεμμένη νοθεία «λαϊκής» συνθέσεως, είτε για προσωπικόν όφελος – πράγμα, ως ένα σημείο, θεμιτό – είτε για κομματικόν όφελος, πράγμα εξοργιστικό. Κάποτε προσπάθησα να του εξηγήσω, ότι άνθρωπος που έχει υποκλιθή προ του κοινού του Κόβεντ Γκάρντεν δεν αποτελεί φορέα γνήσιας «λαϊκής εκφράσεως». Δεν το κατάλαβε – όπως δεν μπόρεσε να καταλάβη πως, αν και «αριστερός», προτιμά να ζη στα «υποδουλωμένα αστικά καθεστώτα»! Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως όσες φορές κατάφερε να λησμονήση τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητές του, μας έδωσε ένα θαυμάσιο τραγούδι, που απορρέει από την ιδιότητα του ταλαντούχου συνθέτου. Όλες οι άλλες του προγραμματικές, «επιγραμματικές», προεκλογικές και μετεκλογικές «ρήσεις» είναι προς κατανάλωσιν από τους αφελείς (και ελπίζω όχι στα σοβαρά από τον ίδιον). 
Ρ.Α.: Γιατί; Δύσκολα δηλαδή χάβει κανείς ό,τι σερβίρει στους άλλους; Εγώ ξέρω πολλά αφτιά μεθυσμένα – και πολλά μυαλά «πεπεισμένα» – από την ίδια τους τη φωνή, που μάλιστα την υψώνουν ίσα-ίσα για να πείσουν τον εαυτό τους βλέποντας άλλους να τους πιστεύουν!
(Εδώ ο Μάνος Χατζιδάκις γελάει και συνεχίζει): Όσο για την αστική αντίδραση, είναι ακόμη αφελέστερη: προέρχεται από την βασική αντίσταση του αστού στο να δέχεται ό,τι λέει την αλήθεια. Ως εκ τούτου, στερείται πάσης σημασίας.
Ρ.Α.: Θέλω να επιμείνω στο θέμα, ρωτώντας σας αν λοιπόν φρονήτε πως η δημιουργία του Θεοδωράκη, ως μόνου «οπωσδήποτε αξιολογωτέρου», καθώς λέτε, της «αριστεράς» μουσικής παρατάξεως, αποτελεί ή όχι μια «εκ των άνω» καταδυναστική επέμβαση, με πρόθεση εξαλλοιωτική, εις την φυσικά ανθίζουσα βάση του λαϊκού αστικού τραγουδιού.
Μ.Χ.: Το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι φύσει έχει «πεσιμιστικό» χαρακτήρα. Και λόγω καταγωγής, και λόγω καταστάσεως που αποδίδει. Η αξία του έγκειται στη δύναμη εκφράσεως. Οποιαδήποτε μετάθεσις της αξίας του αποτελεί πλάνη. Λοιπόν, η συνειδητή προσπάθεια του Μίκη Θεοδωράκη ή «αφέλεια» μπορεί να χαρακτηρισθή ή «πλάνη». Η Ιστορία, που είναι αμείλικτη, πολύ σύντομα θα σταθμίση το αληθινό ύψος τού κατά τα άλλα ταλαντούχου συνθέτου.

Ρ.Α.: Ποια είναι η γνώμη σας, ειδικώτερα, για την εισβολή του λόγιου ποιητικού στοιχείου στο χώρο του «ελαφρού» μας τραγουδιού;
Μ.Χ.: Το φαινόμενο ξεκίνησε από σύμπλεγμα κατωτερότητος συνθετών: για να διατηρήσουν την σύνδεσή τους με τη «σοβαρή» τέχνη, θέλησαν να μεταχειριστούν τη «σοβαρή» ποίηση σε κατασκευάσματα λαϊκής καταναλώσεως. Από την άλλη πάλι μεριά, οι εντός εισαγωγικών «σοβαροί» μας ποιηταί βρήκαν εύκολη δημοτικότητα και επιβολή, που ουδέποτε δια των βιβλίων και της καθαυτό ποιότητός τους είχαν πετύχει. Έτσι, παρουσιάστηκε αυτό το εξάμβλωμα «λαϊκού τραγουδιού», όπου λέγονται πράγματα λόγια με το πλέον πρωτόγονο μουσικό υλικό. Φυσικά, μέγα όφελος απ’ αυτό το άνοστο πράγμα είχε μόνον η «Αριστερά», γιατί η «Δεξιά» τυχαίνει και ποιητές να έχη σοβαρώτερους, και συνθέτες χωρίς συμπλέγματα, και κοινό εντελώς αδιάφορο για τις δημιουργίες και των συνθετών και των ποιητών!
Ρ.Α.: Κ’ έτσι, λόγου χάρη, ακούσαμε ως και τον τραγικό «Μιχαλιό» του Καρυωτάκη σε ρυθμό περιπαικτικού αντιμιλιταριστικού «εν-δυο! εν-δυο!».
Μ.Χ.: Αυτό είναι το λιγότερο!
Ρ.Α.: Και το περσότερο;
Μ.Χ.: Πολλά ποιητικά έργα, που δεν είχαν ανάγκη μουσικών καρυκευμάτων για να υπάρξουν, ήχησαν σαν ταβερνόβιοι μελωδικοί σχηματισμοί. Κι ακόμα περισσότερο: ασχημάτιστα ποιητικά σκαριφήματα παρουσιάστηκαν, ίσοις όροις, από τους ίδιους συνθέτες, με ποιητικά έργα σεβαστά και στο χρόνο και στην ελληνική ποιητική ιστορία! Τέτοια σύγχυση μόνο ιδιοκτήτες θεατρικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν να ονειρευθούν!
Ρ.Α.: Μπορείτε ν’ απαντήσετε στην ερώτηση «γιατί πέθανε, και πότε, το δημοτικό μας τραγούδι»;
Μ.Χ.: Το λαϊκό τραγούδι πάντα είναι έκφρασις ενός λαού στο χώρο και το χρόνο που ζη. Το δημοτικό μας τραγούδι είναι πιστή έκφρασις του Λαού μας σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Οι συνθήκες που το γέννησαν – ακόμα και σε μια βαθύτερη συνάρτηση με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό της εποχής – έχουν εντελώς διαφοροποιηθή.
Ρ.Α.: Επιμένετε στην άποψη πως υπάρχει συνάντηση του δημοτικού μας τραγουδιού με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό;
Μ.Χ.: Άμεση όχι. Άλλ’ έμμεση, οπωσδήποτε ναι. Το δημοτικό τραγούδι είναι έκφραση της Ελληνικής Επαναστάσεως, και οπωσδήποτε η Ελληνική Επανάστασις είναι συνηρτημένη με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό. Το δημοτικό τραγούδι εκφράζει, με μια μεγαλόπνευστη σοβαρή αφέλεια, την ανθρώπινη δύναμη – άσχετα αν νικιέται ή νικά – πάνω στη μοίρα. Δεν μπορώ να φαντασθώ γνησιώτερη ρομαντική στάση.
Ρ.Α.: Και γιατί όχι απολύτως πηγαία, όπως ο ίδιος λέγατε στην αρχή;
Μ.Χ.: Μπορεί και πηγαία… Αλλ’ ανεπτυγμένη στο αυτό ιστορικό κλίμα. Π.Τ.: Ποιους σημερινούς συνθέτες μας «ελαφρών» τραγουδιών θεωρείται άξιους;
Μ.Χ.: Δεν θεωρώ κανένα νεώτερο άξιο μνείας, ή ούτε καν άξιο συγκρίσεως με τον Θεοδωράκη. Οι οποιεσδήποτε «ευοίωνες παρουσίες» παρουσιάζουν πολλήν ισχνότητα για να χαρακτηρισθούν «προσφορές». Μπορεί κάθε τόσο ν’ ακούγεται ένα ωραίο τραγουδάκι, αλλά δεν είναι παρά μόνο αυτό. Δεν είναι ένα όραμα, και άρα δεν ενδιαφέρει.
Ρ.Α.: Και στη «σοβαρή» μας μουσική – αν υπάρχη;
Μ.Χ.: Η «σοβαρή» μας μουσική έχει να επιδείξη, για πρώτη φορά, ονόματα άξια να σταθούν στην κορυφή της ευρωπαϊκής δημιουργίας. Και πρώτος και καλύτερος: ο Γιάννης Ξενάκης, που οφείλω να ομολογήσω πως τον θεωρώ έναν απ’ τους κορυφαίους της σύγχρονης μουσικής.
Ρ.Α.: Παρακαλώντας να μιλήσετε με ισοσθενή ωμότητα, κρίνατε την ειλικρινέστατη δήλωσή μου: πως, απ’ ό,τι άκουσα, με δικιά σας παρουσίαση, θεωρώ τον Ξενάκη, απλώς, απογράφο θορύβων του Καιρού τούτου.

Μ.Χ.: Εγώ, αν ήμουν στη θέση σας, και λόγω της σοβαρότητος που σας χαρακτηρίζει και λόγω της επαναστατικότητος που σας διέπει, θα στεκόμουν με μιαν ακόμα πιο επαναστατική απέναντι στον εαυτό σας στάση για τον Ξενάκη: δεν θα έλεγα «τον θεωρώ», θα έλεγα «δεν τον θωρώ»! Κι αυτό σας το λέγω, για να μπορέσω άνετα να σας δώσω τους απαραίτητους εκείνους φακούς να τον διακρίνετε! Αγνοώ, λοιπόν, τον χαρακτηρισμό σας, για να σας τον γνωρίσω.
Ρ.Α.: Επιτρέψτε μου, αντιμετωπίζοντας, με την γνωστή μου «κακότητα» την περίπτωσή σας ως «εκτιμητού» του Ξενάκη ειδικώς, να σας ρωτήσω τι θα λέγατε για κείνον που θα έκρινε την στάση τού κατεξοχήν μελωδικού Χατζιδάκι έναντι του κατεξοχήν αντιμελωδικού Ξενάκη, ως είδος «σνομπισμού»;
Μ.Χ.: Πέσατε εις μίαν μικράν παγίδα! Χαρακτηρίζοντάς με μελωδιστήν.
Ρ.Α.: Μελωδικόν!
Μ.Χ.: …μελωδιστήν, εννοείτε να μου αφαιρήτε την βαθύτερή μου μουσική ουσία, που με κάνει να πλησιάζω άνετα οποιοδήποτε μουσικό έργο, είτε εις το παρελθόν είτε εις το παρόν. Αλλ’ είμαι βέβαιος, πως αυτή η «κακότητα», που αρέσκεσθε να επικαλήσθε για τον εαυτό σας, δεν αποσκοπεί να μου αφαιρέση την μουσική μου ιδιότητα!
Ρ.Α.: Κάθε άλλο! Να σας την προασπίση μάλιστα!
Μ.Χ.: Λοιπόν, που βρίσκετε τον «σνομπισμό» μου για τον Ξενάκη;
Ρ.Α.: Να και σεις σε μια δικιά μου παγίδα!
Μ.Χ.: Οπωσδήποτε, ασχέτως «σνομπισμού» ή όχι, το ουσιώδες ερώτημα πάντα παραμένει: τι είναι ο Ξενάκης; Και γιατί τον θεωρώ «μεγάλο»; Πριν μπορέσω ν’ αποκριθώ σ’ αυτό το ερώτημα, δεν θα ήμουν σε θέση ν’ αντιμετωπίσω την αντίρρησή σας. Γνωρίζοντας τις δυνατότητες που έχετε στο ν’ αντιληφθήτε τη σημασία όσων θα πω, δικαιολογούμαι να σας μιλήσω συνοπτικώτατα:
Ο Ξενάκης είχε το θάρρος ν’ αγνοήση την μουσική παράδοση πεντακοσίων ετών – να αγνοήση, δηλαδή, την μουσική από την Αναγέννηση και μετά – και να ξανατοποθετηθή, με όλη τη δύναμη ενός γνήσιου ελληνικού πνεύματος, δίνοντάς μας μουσική όχι βέβαια αυτή που κληρονομήσαμε και συνηθίσαμε. Ιδού η πρώτη δυσκολία για να σταθούμε απέναντί του: μας απαιτεί ή πολύ αγνούς ή πολύ δυνατούς. Η μουσική, ανέκαθεν, ακόμα και στην ακμαιότερη ευρωπαϊκή της έκφραση, υπήρξε μία οργάνωσις ήχων. Όσο πιο μεγαλειώδης, τόσα πιο σοφά ωργανωμένη – και τόσο διαρκέστατη στο χρόνο. Γιατί μας συνθλίβει η καταπληκτική οργάνωση του Ξενάκη, που περικλείει όλες τις σύγχρονες επιτεύξεις μας; Αλλά, ακόμη περισσότερο: η ξανατοποθέτησή του στη μουσική ουσία δημιουργεί ένα πρωτόγονο ηχητικό αποτέλεσμα, χωρίς καθόλου το σοφό σχολαστικισμό της παραδοσιακής οργανώσεως. Τίποτε στον Ξενάκη δεν είναι σκόνη, αλλά ύλη ζωντανή, κάτω από σκέψη βαθύτατα μαθηματική – και με την ευρύτητα ενός ποιητού. Ακόμα και η έννοια της μελωδίας δεν ελλείπει· αντιθέτως μάλιστα, παρουσιάζεται ευρηματική, αστραφτερή και τεταμένη. Μια μελωδία, που θα 'πρεπε να 'χαμε κληρονομήσει, αν δεν είχε συσσωρευτεί η μουσική θητεία πεντακοσίων ετών.
Η σημασία του Ξενάκη είναι μεγάλη· γιατί πρώτη φορά στην παγκόσμια μουσική δημιουργία παρουσιάστηκε μια προσωπικότητα τόσο τολμηρή που ν’ αποφασίση να ξαναϋπάρξη Έλλην. Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια, για ν’ αντιληφθούμε τη σημασία του – για να γνωρίσουμε κ’ εμείς, μες απ’ αυτόν, την βαθύτερη νεοελληνική μας ιδιοσυγκρασία.
Ρ.Α.: Δηλαδή, και για να με πείσετε πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια!
Μ.Χ.: Όχι. Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια για να καθαριστούμε, εμείς ιδιαίτερα, οι Έλληνες, κι από τη σκόνη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, κι από τη σκόνη της «αθάνατης» ρωμιοσύνης μας!
Ρ.Α.: Προτιμώ «βρώμικος» με τον Μπετόβεν!



Μ.Χ.: Με εκπλήσσετε, σεις, ένας αδιάκοπα επαναστάτης, πόσον αστικήν ευκολία περικλείει η αστική σας ευαισθησία!
Ρ.Α.: Δέχομαι και «αντιδραστικός» ακόμη, και «αστός» έστω, και «οκνηρός» αν θέλετε, μέσα στην Ιστορία, με τον Μπετόβεν, παρά «επαναστάτης», τάχα, με κάτι που δεν με έχει πείσει!
Μ.Χ.: Ούτε «αντιδραστικός», ούτε «αστός». «Ολίγον οκνηρός, ως προς μίαν περιοχήν», και τίποτε άλλο! Άλλωστε, δεν τα έχω με τον Μπετόβεν, αλλά μ’ εσάς – κι αυτό προς το παρόν. Γιατί είμαι βέβαιος, ότι εντός ολίγου χρόνου, θα προσπαθώ κ’ εγώ, καθώς κ’ οι φίλοι σας, να σας συγκρατήσουμε από το… επαναστατικόν πάθος που θα έχετε για τον Ξενάκη!
Π.Τ.: Ποιους άλλους έλληνες συνθέτες θεωρείτε άξιους;
Μ.Χ.: Τον Παπαϊωάννου, τον Χρήστου, τον Σισιλιάνο, τον Αντωνίου – για να περιοριστώ σε μια ομάδα συνθετών που τυχαίνει να γνωρίζω καλά το έργο τους. Θέλω να τονίσω τη σπάνια για τον Τόπο μας θετική προσφορά του Γιάννη Παπαϊωάννου, που, εκτός από τη μουσική του, σαν δάσκαλος μάς έχει δώσει τέλεια και σύγχρονα εκπαιδευμένη μια πλειάδα μαθητών, και δημιουργεί με το μάθημά του τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρξουν – όσοι υπάρξουν απ’ αυτούς – αληθινά σύγχρονοι μουσικοί. Και μόνο μ’ αυτή του την ιδιότητα ο Παπαϊωάννου αξίζει να πάρη την πρώτη θέση στη συνείδησή μας, εκτός που κι ως συνθέτης μάς έχει δώσει θαυμάσια εργασία, που θα χαρακτηρίση απόλυτα το μουσικό μας σήμερα.
Κ.Π.: Τι εκάνατε τα δύο τελευταία χρόνια, που δεν εμφανίσατε νέα τραγούδια; Υπάρχουν πολλοί που διερωτώνται τι να σημαίνη η διακοπή αυτή, κι αν ξαναπαρουσιάσετε «έργο για τα χείλια μας».
Μ.Χ.: Πάντοτε η πορεία μου είχε ένα ρυθμό sui generis. Δεν την χαρακτήριζε καμμιά σκοπιμότης και καμμιά υποταγή. Δυο χρόνια, είχα το πάθος να φτιάξω την Πειραματική ορχήστρα – κ’ ελπίζω σύντομα αυτή μου η δουλειά να στεριώση οριστικά. Παράλληλα, όμως, δεν έπαψα διόλου να γράφω τραγούδια – γιατί μ’ αρέσει να τραγουδώ. Όπως δεν έπαψα να προβληματίζωμαι με τη μουσική, γιατί μ’ αρέσει να σκέπτωμαι.
Ρ.Α.: «Δεν μπορώ παρά» να σκέπτωμαι!
Μ.Χ.: Όχι! Μ’ αρέσει να σκέπτωμαι! Και συγχρόνως, δεν έπαψα ν’ ανακαλύπτω καινούργιες αφετηρίες δραστηριότητός μου. Γιατί ποτέ δεν κουράζομαι! Γι’ αυτό, τίποτε δεν σημαίνει, αν δυο χρόνια έκανα εκείνο ή δεν έκανα το άλλο, παρουσίασα αυτό και δεν παρουσίασα το άλλο. Γιατί όλ’ αυτά κάθε μέρα υπάρχουν μέσα μου, και δεν έχω σταματήσει ούτε στιγμή να τα ζω.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Για ποια Ελευθερία μιλάς;


Διαβάζω -αλλά και ακούω- από τη μέρα που γεννήθηκα να λένε οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον: "Η αμοιβή σου για τον κόπο όλων αυτών των χρόνων είναι η τάδε (η πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος), τα παιδιά και τα εγγόνια σου!" Βέβαια στην πράξη οι άνθρωποι ποτέ δεν περιορίστηκαν στα έμψυχα αλλά επεκτάθηκαν και στα άψυχα, με τα οποία εξόπλιζαν και εφοδίαζαν τα έμψυχα. Και λίγο αργότερα, όταν οι περισσότεροι "πιστοί" σύζυγοι έπαυαν να είναι και τόσο πιστοί ή ειλικρινείς μεταξύ τους γιατί η περιπλοκότητα τής ζωής και τής ψυχής τούς έβγαζαν σε αδιέξοδα, τα μοναδικά τους ερείσματα γίνονταν οι απόγονοί τους, για τους οποίους άκουγα και ακούω συγκλονιστικές μαρτυρίες και δηλώσεις: "Η ζωή μου", "Ο άντρας τής ζωής μου", "Η γυναίκα τής ζωής μου", "Η περιουσία μου" ή "Ο θησαυρός μου". Και δωσ' του αφιερώματα και κληρονομιές και κληροδοτήματα στους απογόνους. Πράγματα δηλαδή υλικά, που έρχονται από το σκοτάδι και το κενό και κατευθύνονται προς την άβυσσο τού τεράστιου Τίποτα.

Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω πώς γίνεται από τη μια μεριά το διαχρονικά απόλυτο ζητούμενο τής ανθρώπινης ύπαρξης να είναι η Ελευθερία και από την άλλη να μιλάμε για "αμοιβή" στη ζωή. Να ζητάμε δηλαδή την "ανταλλακτική αξία" αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως ζωή και ύπαρξη, ως πέρασμά μας από τις τέσσερις διαστάσεις. Αχ, άνθρωπε. Ήσουν, είσαι και θα είσαι αλυσοδεμένος στα τετριμμένα και ορατά της αντιληπτικής σου ικανότητας. Και η συντήρηση καλά κρατεί μέσα από πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και θρησκευτικά συστήματα, μέσα από φιλοσοφικές και υπαρξιακές θεωρήσεις και θεωρίες, μέσα από θεσμούς που δημιούργησες για να ακουμπήσεις επάνω τους τον προαιώνιο Φόβο, μέσα από το γράπωμά σου από τις επόμενες γενιές που φέρνεις στο φως "για έναν κόσμο καλύτερο".

Είναι αδύνατον να συνυπάρχει η Ελευθερία με τον Φόβο. Το ένα αναιρεί το άλλο αυτομάτως. Και εσύ έχεις ήδη επιλέξει. Χωρίς να το καταλαβαίνεις. Η ορμή αυτού που αποκαλούμε "ζωή" είναι χειμαρρώδης, είναι ασύλληπτη και τρομακτική. Παρέσυρε στο διάβα της κάποια από τα μεγαλύτερα και πιο διάφανα μυαλά τής ανθρωπότητας, που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις ακόμη ανεξήγητες επιταγές της. Τα ισοπέδωσε μπροστά στο φάσμα τής αμείλικτης εντολής της και αντίκρυ στο απειλητικά ορθωμένο αύριο (έτσι το αποκάλεσες για να δημιουργήσεις τουλάχιστον την απαραίτητη σύμβαση και το αναγκαίο άλλοθι). Αλλά, σκέφτομαι έπειτα, τι να κάνεις κι εσύ... Ό,τι μπορείς κάνεις. Και όταν δεν μπορείς ή όταν φοβάσαι ή βαριέσαι, τότε επιστρέφεις στα δεδομένα, στα κατεστημένα και στα συστήματα. Στα σίγουρα. Εκεί όπου οι περιχαρακώσεις και οι τοίχοι δημιουργούν την ψευδαίσθηση τής ασφάλειας και τής ιδιωτικότητας. Τού απυρόβλητου από τη ζωή και την "μοίρα".

Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι κάποια μέρα θα πάψεις να υφίστασαι στις γνωστές τέσσερις διαστάσεις, μην έχεις καμιά αμφιβολία. Όσο και να τρέμεις, όσο και να ιδρώνεις στη σκέψη αυτή, όσο κι αν το ξορκίζεις ή όσο κι αν προσέχεις την υγεία σου και τη διατροφή σου, δεν υπάρχει ούτε μια στο εκατομμύριο να ανατρέψεις τα προδιαγεγραμμένα. Και κάτι άλλο. Να ξέρεις πως όσα υλικά αγαθά και να αποκτήσεις, όσα ταξίδια και να κάνεις, όσες πατρίδες και να προσκυνήσεις, όση δόξα και να περιβληθείς, όσους απογόνους και να αφήσεις πίσω σου, όσους θεούς και να λατρέψεις, ο Φόβος θα είναι εκεί, πίσω απ' τη γωνία, να σε περιμένει και να σου κλείνει το μάτι. Γιατί τίποτα από αυτά δεν είναι αντίδοτο στον Φόβο. 

Σκέψου.

Φύγε από εκεί όσο είναι καιρός. Απεκδύσου τα πάντα. Ακολούθησε το φύσημα τού αγέρα και να εύχεσαι αυτή η αιώρηση να μην σε βγάλει ποτέ πουθενά. Ούτε σε στεριά, ούτε σε νησί, ούτε σε πέλαγο. 

Και το βράδυ μη γυρίσεις σπίτι σου.