Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σε μια βδομάδα θα είμαι εκεί

 Στον Νίκο


Δεν ξέρω αν η ζωή γίνεται μικρότερη ή μεγαλύτερη έτσι καθώς ταξιδεύουμε ολοένα και βαθύτερα στο χρόνο και στα χρόνια. 

Τη μια σου φαίνονται όλα τόσο μικρά και ασήμαντα -μάταια να κάνεις το οτιδήποτε. Να απλώσεις το χέρι και να σύρεις φωνή. Να αγγίξεις έστω και ένα λουλούδι και να τραγουδήσεις μια μικρή μελωδία. Συρρικνώνεσαι σε μια γωνιά του δωματίου, σε μια γωνιά του κόσμου, και τυλίγεσαι σε εμβρυακή στάση περιμένοντας -τι; Τον κύκλο να κλείσει. Ποιον κύκλο; Δεν ξέρω ποιον κύκλο. Τον κύκλο του "χρόνου". Τον φαύλο κύκλο.

Και ξάφνου, εντελώς αναπάντεχα, εκεί στη μέση του πουθενά, στους άγριους δρόμους ή στα έρημα χωράφια, σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό. Και κάτι γίνεται. Δεν ξέρεις τι. Κάτι εντελώς μεταφυσικό και ανεξήγητο. Σου φαίνονται όλα τόσο μεγάλα, ατέλειωτα και ατελεύτητα, ώστε όσα ταξίδια και να κάνεις στις χώρες και στις καρδιές των ανθρώπων δεν φτάνουν παρά για να πάρεις μια μικρή μυρωδιά, μια ανάλαφρη γεύση μέλισσας που ρουφάει τη λίγη γύρη και βιάζεται να πάει στο επόμενο άνθος για να πάρει από κει κι άλλη.

Πάλι έχασες. Και πάλι κέρδισες. Έτσι, για να μην μένει ποτέ κανένας κερδισμένος ή χαμένος. Για να μένει τελικά στο πηλίκο εκείνο το κρύο τίποτα που σε τρώει σα σαράκι. Και που, τις κρύες νύχτες του χειμώνα ή τα λιποθυμικά μεσημέρια του καλοκαιριού, σού χαράζει βαθιά την ψυχή. Σε καθίζει πάλι απ' την αρχή στο πράσινο ξύλινο θρανίο για να μάθεις ξανά την αλφαβήτα. Αλλά μιαν άλλη αλφαβήτα πια. Μια αλφαβήτα που δεν έχει τέλος. Που δεν ξέρεις πόσα γράμματα έχει. Την ξεκινάς όμορφα και στρωτά -συνήθως, τουλάχιστον έτσι θυμάσαι πως έγινε- και μετά χάνεσαι στους χωματόδρομους και στις πέτρες.

Σήμερα ξύπνησα πάλι με κλάματα κι αναφιλητά. Σε σκεφτόμουν να γράφεις όμορφα τραγούδια, τραγούδια της καρδιάς για όλους μας. Απλά κι αγαπημένα. Και να τα μοιράζεις και να τα μοιράζεσαι με όλους μας χωρίς φειδώ. Και στενοχωρήθηκα. Με πήρε το παράπονο που δεν είσαι εδώ να σου τα πω όλα αυτά.

Έτσι, γρήγορα κι απλά σήμερα. Να προλάβω τ' όνειρο να μην διαλυθεί. Να το πιάσω τουλάχιστον από την ουρά πριν πετάξει πάλι μακριά.

"Φιλίες"
Ποίηση: Γιώργος Σαραντάρης
Μουσική: Γιώργος Θεοδωράκης

video

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Γεώργιος Τσάκαλος - Δραπέτης τής Φτώχειας


Ένα βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος. Η ιστορία μιας ζωής αφάνταστα ταλαιπωρημένης μέχρι να ορθοποδήσει και να σηκώσει κεφάλι. Ένα μικρό παιδί ριγμένο σε μια ορεινή επαρχία τής Πελοποννήσου στα τέλη τού 19ου αιώνα και στις αρχές τού 20ού, χωρίς ασφαλές παρόν, χωρίς όραμα και μέλλον, μέσα στην τεράστια πολιτική -και κατ' επέκταση υπαρξιακή- κρίση τού ελληνικού κράτους εκείνων τών χρόνων. Μια κρίση που όμως δεν κατάφερε να φτάσει και να αγγίξει ιδιαίτερα το χωριό τού μικρού ήρωα τής αληθινής ιστορίας μας αφού ο τόπος του ήταν εντελώς αποκομμένος από το κέντρο -όπως εξάλλου όλη η ελληνική επαρχία εκείνες τις εποχές, ζώντας στους δικούς της αδιατάρακτους και απαρασάλευτα προαιώνιους ρυθμούς. Η αυτοβιογραφία ενός παιδιού γεμάτου ορμή και δίψα για ψωμί και δίκιο. Για ειλικρίνεια και ελευθερία. Ενός παιδιού με καθαρά μάτια και ατρόμητη ψυχή. Που δεν δίστασε να τα βάλει με πολύ ισχυρότερους, φύσει και θέσει, να διεκδικήσει τα θέλω και τα πιστεύω του και στο τέλος να καταφέρει να αποτινάξει από πάνω του τη μαύρη φτώχεια που τον έδερνε από τη στιγμή που γεννήθηκε. Και που κατάφερε να τραβήξει από εκείνη τη φτώχεια και όλη τη δύσμοιρη οικογένειά του και να τής προσφέρει ένα πιάτο φαΐ και μια σχετική ασφάλεια και άνεση. Ένα βιβλίο τραγικά αληθινό και πολύ διαφορετικό από οτιδήποτε έχω διαβάσει ακόμη και μέχρι σήμερα. Με μια αμεσότητα που τσακίζει κόκκαλα και με μια γλώσσα τόσο αληθινή που νομίζεις πως όλα όσα διαβάζεις διαδραματίζονται γύρω σου την ίδια στιγμή. Εξάλλου, δεν έχουμε να κάνουμε με έναν κατ' επάγγελμα "συγγραφέα" αλλά με έναν απλό άνθρωπο τής βιοπάλης που κάποια στιγμή αποφάσισε να αφηγηθεί τη ζωή του μέσα από τα γραπτά του.

Το βιβλίο το αγόρασε στα τέλη τού '70 ο πατέρας μου, μάλλον από το περίφημο Παζάρι τής Λάρισας. Προφανώς τον προσέλκυσε ο τίτλος και ίσως είχε ξεφυλλίσει και κάποιες σελίδες πάνω απ' τον πάγκο πριν το αγοράσει. Ο ίδιος είχε υπάρξει πραγματικός "Δραπέτης τής Φτώχειας" στη ζωή του και πιθανώς ταυτίστηκε με τον ήρωα. Πάντως, από τις διηγήσεις του για την ζωή του, μπορώ να δω πάρα πολλές ομοιότητες με τον συγγραφέα. Ο κοινός τόπος καταγωγής, η βαθιά φτώχεια τής ξενηστικωμένης οικογένειας, η μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει το χωριό με άδειες τσέπες και χωρίς δεύτερο ρούχο (τι ρούχο ήταν και το πρώτο του μόνο ο ίδιος το ήξερε...) και να κατέβει "στον κόσμο" για να τελειώσει το σχολείο. Και μετά να διαβάσει πάνω σε άχυρα για τις "εισαγωγικές", να σπουδάσει και να αποκτήσει κύρος και υπόσταση στην κοινωνία αλλά και οικονομική άνεση. Πράγματα αρκετά αδιανόητα για πολλούς ακόμη και σήμερα. Γεγονότα που εκτυλίχθηκαν όμως πολλές φορές στην πρώτη μεταπολεμική Ελλάδα τής μεγάλης φτώχειας και ανέχειας εκεί, στα βάθη τής άγονης επαρχίας.

Ας δούμε όμως πώς παρουσιάζει ο ίδιος ο συγγραφέας το σύγγραμμά του στην εισαγωγή τής τέταρτης και τελευταίας έκδοσης τού 1975:



















Έχω διαβάσει το βιβλίο πάρα πολλές φορές από τα δεκαπέντε μου μέχρι σήμερα. Τόσες πολλές φορές και σε τόσο διαφορετικές φάσεις τής ζωής μου ώστε έχω πλέον αποστηθίσει ολόκληρα κεφάλαια. Ποιος ξέρει ποια ανάγκη για κατανόηση και ταύτιση με τον πατέρα μου μέσω τού ήρωα με οδήγησε κι εμένα ως έφηβο ή ποια ταύτιση με τον ίδιο τον ήρωα. Γεγονός είναι πως ακόμη βρίσκω το βιβλίο απόλυτα ειλικρινές, βαθύ και αληθινό σε τέτοιο βαθμό που πάντα αντλώ από μέσα του σπουδαίες και αναλλοίωτες αλήθειες τής ζωής. Μέχρι σήμερα.

Μπορεί όλο αυτό να ακούγεται αρκετά μελοδραματικό αλλά δεν είναι καθόλου έτσι αφού η ζωή κυριολεκτικά ξεκινά εκεί όπου τελειώνει η φαντασία. Πόσες φορές το βιβλίο μού θύμισε εκείνη την μεγαλειώδη ταινία τού Ηλία Καζάν, το America-America. Εξάλλου υπάρχει και αρκετή Αμερική μέσα στην αφήγηση του βιβλίου. Μια Αμερική που είχε καταπιεί για χρόνια τον πατέρα τού ήρωα του βιβλίου μας. Του ήρωα που ξεκίνησε χωρίς παπούτσια για να ταξιδέψει λαθρεπιβάτης για τον Νέο Κόσμο και να βρει τον γεννήτορά του, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο και σε λίγη ξεχασμένη πατρική τρυφερότητα. Αλλά όλα αυτά ξέρουμε πώς καταλήγουν συνήθως όταν οι σχέσεις με τον πατέρα και την μάνα επιβεβαιώνουν διαρκώς και με τον βαθύτερο τρόπο την τραγικότητά τους. 

Το βιβλίο μού ξυπνά μνήμες από αφηγήσεις της γιαγιάς μου, όταν μου έλεγε για τον παππού, που είχε φύγει δυο φορές στην Αμερική για δουλειά και δυο φορές γύρισε τσακισμένος από ζωή και καράβια. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός Ελλήνων έφευγε εκείνα τα χρόνια -μέχρι και αρκετά αργότερα- για την Αμερική, πιστεύοντας στο μεγάλο όνειρο και επενδύοντας τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο των παιδιών τους. Αφού για εκείνα έφευγαν κυρίως. Για να εργαστούν οι ίδιοι και να στέλνουν το πολυπόθητο τσεκ πίσω στην πατρίδα, όπου η οικογένεια πολλές φορές λιμοκτονούσε. Είναι τόσο παρόμοιες οι μοίρες και το ριζικό των φτωχών και των κυνηγημένων ανθρώπων... Σήμερα το Μεγάλο Δράμα εκτυλίσσεται στις ανατολικές ακτές τής Μεσογείου. Κάποιοι άλλοι δραπέτες τής φτώχειας (και τού πολέμου στη σύγχρονη περίπτωση) αγωνίζονται με τα κύματα και αγωνιούν για το άγνωστο και άγριο αύριο με μόνο όπλο την πίστη και την αλήθεια τους.

Απλή αλλά τόσο ζωντανή και υπέροχη είναι η εικονογράφηση της ζωής του συγγραφέα. Με λιτές γραμμές, είναι περισσότερο σκίτσα παρά οτιδήποτε άλλο. Αποδίδουν όμως υπέροχα, άμεσα και γλαφυρά τις ανθρώπινες στιγμές της ιστορίας μας.

Ο Γεώργιος Τσάκαλος αρχικά είχε γράψει διάφορα αποσπασματικά κομμάτια της ζωής του, τα οποία εξέδοσε μετά το 1950. Τότε εμφανίστηκε και ο πρώτος Δραπέτης της Φτώχειας ως έργο. Ήταν η πρώτη του έκδοση. Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία τού ιδίου και άλλες τρεις εκδόσεις τού Δραπέτη. Η τελική και πλέον ολοκληρωμένη μορφή του είναι αυτή του 1975 από τις εκδόσεις ΡΕΝ.  

Υποθέτω πως το βιβλίο θα είναι πλέον πάρα πολύ σπάνιο έως και ανύπαρκτο και ίσως υπάρχει μόνο σε κάποια παλαιοβιβλιοπωλεία. Μετά από μια μικρή διαδικτυακή έρευνα που έκανα, βρήκα αντίτυπα έργων τού Γ. Τσάκαλου στη Βιβλιοθήκη τής Βουλής των Ελλήνων. Πραγματικά όμως αξίζει τον κόπο να τον ψάξει κανείς. Είναι εντελώς αφτιασίδωτος και μάλλον δεν τον ενδιέφερε καθόλου να είναι ευπώλητος ή να γίνει διάσημος. Θέλει να πει μόνο αλήθειες. Βαθιές, πανανθρώπινες και διαχρονικές. Το βιβλίο αυτό είναι σαν μια βόμβα ζωής. Καθαρής και τίμιας.


Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Δήμος Μούτσης - Μαρτυρίες


Ένα πολύ σπουδαίο έργο αυτού τού πανάξιου τέκνου τής ελληνικής μουσικής και τραγουδοποιίας -τού Δήμου Μούτση.

Πεποίθησή μου είναι πως το μέγεθος τού συνθέτη μάλλον δεν έχει εκτιμηθεί. Τα κάποια αφιερώματα που ίσως έχουν γίνει, μια συναυλία του στο Ηρώδειο (το οποίο παραχωρείται, όπως ακριβώς και η Επίδαυρος, ακόμη και στην κουτσή Μαρία στις μέρες μας) και μερικοί φιλόμουσοι που εκτιμούν πραγματικά το έργο του δεν είναι αρκετά για να εδραιωθεί στη συνείδηση ο Δήμος Μούτσης ως ένας από τους πρώτους. Προσωπικά, πέραν των Μάρκου Βαμβακάρη αλλά και του Βασίλη Τσιτσάνη από το χώρο τού ρεμπέτικου και του Μίκη Θεοδωράκη από το χώρο τής σύγχρονης ελληνικής μουσικής, δεν διακρίνω άλλον στο ύψος και το μέγεθος τού Δήμου Μούτση. [Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι από τους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς τού εικοστού αιώνα μάλλον σε παγκόσμια κλίμακα.]

Ο Δήμος Μούτσης διακρίνεται για ένα αδιαμφισβήτητο χάρισμα -την ικανότητά του να μεταλλάσσεται, να μεταμορφώνεται. Αν και κάθε φορά πολύ μπροστά από την εποχή του, κατάφερνε πάντα να είναι ευρύτατα λαϊκός -με την πρωτογενή έννοια τής λέξης, όπως την απέδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Μεγαλούργησε στο χώρο τού "ελαφρολαϊκού" τραγουδιού, εκείνου που χρησιμοποιούσε το μπουζούκι ως πρώτο όργανο από τα μέσα τής δεκαετίας τού '60 μέχρι και τα μέσα τού '70. Μάς άφησε πολύ σπουδαίες, εμβληματικές αλλά και χιλιοτραγουδισμένες στιγμές.

Νέο ακόμα μουσικό, τον συναντάμε με την αιώνια αγαπημένη του φυσαρμόνικα στις "Μπαλάντες" του Γιώργου Ρωμανού να χρωματίζει μοναδικά και υπέροχα εκείνα τα τόσο ευαίσθητα τραγούδια.

Μετά από μια σειρά μεγάλων τραγουδιών αλλά και των πρώτων ολοκληρωμένων έργων του, ο Δήμος Μούτσης έρχεται να σημαδέψει ανεξίτηλα το ελληνικό τραγούδι για πρώτη φορά στην πορεία του. Στον "Άγιο Φεβρουάριο" εισάγει τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα σε κύριο ρόλο. Το έργο θεωρείται κλασικό και πρωτοποριακό συνάμα. Αποτελεί ορόσημο για το ελληνικό τραγούδι -κάτι που θα επαναλάμβανε ο Δήμος Μούτσης μετά από δέκα χρόνια με το "Φράγμα".

Στις "Μαρτυρίες" κάνει το μεγάλο άλμα να ισορροπήσει τον ήχο τού μπουζουκιού με τις σύγχρονες μελωδίες με τις οποίες θα ασχοληθεί την επόμενη δεκαετία.

Ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων συνθετών είναι ότι δημιουργούσαν πάντα κύκλους τραγουδιών και όχι μεμονωμένα τραγούδια. Τα θέματά τους συνδέονταν μεταξύ τους είτε σε μορφή αποσπασματικών αφηγήσεων είτε λόγω συγγενών περιεχομένων είτε για άλλο λόγο συνάφειας. 

Τα έργα τού Δήμου Μούτση είχαν πάντοτε ενιαία θεματολογία. Ο ίδιος ευτύχησε να συνεργαστεί με μεγάλους στιχουργούς. Όταν έκανε μια ακόμη μεγάλη στροφή, μελοποίησε αριστουργηματικά κάποια ποιήματα των μεγαλύτερων Ελλήνων ποιητών ("Τετραλογία"), δίνοντας έτσι στο λόγο τους μιαν άλλη διάσταση -μια διάσταση που θα ακολουθούσαν κι άλλοι συνθέτες την επόμενη δεκαετία, όπως η Λένα Πλάτωνος.

Και πρώτος απ' όλους -από όλους όμως- αντιλήφθηκε, διαισθάνθηκε, την επερχόμενη νέα φάση τής ανθρωπότητας. Τότε άφησε τους στιχουργούς και τους ποιητές και έπιασε το μολύβι και την κιθάρα για να γράψει και να ερμηνεύσει ο ίδιος τους στίχους των τραγουδιών του, ξεκινώντας με το ρηξικέλευθο "Φράγμα". Τα τραγούδια του πλέον έμοιαζαν με μπαλάντες περιφερόμενων ραψωδών άλλων εποχών, αποτυπώνοντας την μεγάλη μοναξιά που πλέον θα βίωνε το άτομο ως μονάδα. Ήταν πάλι μπροστά από όλους. Με νέο ύφος, νέες ενορχηστρώσεις, νέα οπτική. Εξάλλου, στην ενορχήστρωση ήταν πάντα μάστορας. Δεν του ανατέθηκε τυχαία η ενορχήστρωση του έργου "Επιστροφή" του Μάνου Χατζιδάκι, όταν ο τελευταίος βρισκόταν στη Νέα Υόρκη. Ο Μ.Χ. δεν θα ενέκρινε, φαντάζομαι, καθόλου εύκολα τα τραγούδια του σε χέρια άλλων, ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια που ήταν ακόμη αρκετά νέος και με μεγάλη ορμή και δημιουργικότητα.

Οι "Μαρτυρίες" κυκλοφόρησαν το 1974 και περιέχουν τραγούδια γραμμένα στη διάρκεια τής δικτατορίας 1967-1974. Τραγούδια πολιτικά, όπως έχουν καταχωρηθεί στη δισκογραφία, μιας και αναφέρονται στην σκοτεινή εκείνη περίοδο τής ελληνικής ιστορίας. Δεν ευτύχησαν να κυκλοφορήσουν την εποχή που γράφτηκαν και τελικά εκδόθηκαν αμέσως μετά την μεταπολίτευση. Αν και πρόκειται για μια σειρά υπέροχων και βαθιά εμπνευσμένων τραγουδιών, δεν βρήκαν την ανάλογη ανταπόκριση από το κοινό -ίσως αυτό ακριβώς τα καθιστά διαχρονικά. Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι Μανώλης Μητσιάς, Βασιλική Λαβίνα και Χρήστος Λεττονός. Στο σπουδαίο "Τούτο το βράδυ" τους στίχους έγραψε ο ίδιος ο συνθέτης.

Τα τραγούδια:
1. Επιστράτευση 20 Ιουλίου 1974 (Γ. Λογοθέτη) - Μ. Μητσιάς
2. Μαρτυρίες (Μ. Ελευθερίου) - Β. Λαβίνα
3. Γιούπι-γιούπι-γεια (Γ. Χρονά) - Χρ. Λεττονός
4. Τούτο το βράδυ (Δ. Μούτση) - Β. Λαβίνα
5. Το γράμμα της Δευτέρας (Γ. Λογοθέτη) - Μ. Μητσιάς
6. Καταζητούνται (Γ. Χρονά) - Χρ. Λεττονός
7. Δεν έχει πια ζωή (Μ. Ελευθερίου) - Β. Λαβίνα
8. Απ' το κέντρο διερχομένων (Β. Τσιμπούλη) - Μ. Μητσιάς
9. Θυμάσαι στην Ελλάδα (Γ. Λογοθέτη) - Β. Λαβίνα
10. Με ξένο διαβατήριο (Γ. Λογοθέτη) - Μ. Μητσιάς


Ακολουθεί το έργο:

video

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Για τον "Φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα"...

 Στον Νίκο


Έφυγες πολύ ξαφνικά.
Κι απομείναμε όλοι βουβοί πίσω σου. 
Να κοιτάζουμε το Άπειρο που δεν λέει να δώσει μιαν απάντηση στο Γιατί.

Κι όπως παλιώνουμε, Νίκο μου, τόσο η πληγή βαθαίνει μέσα μας.
Αναίμακτη πληγή. Από εκείνες που δεν πρόκειται να γιάνουν ποτέ. 
Από χτύπημα κατάστηθο.

Μια ανόητη γελοιογραφία έγιναν όλα σε μια στιγμή. 
Μια λιτανεία απελπισίας και λιποθυμίας μέσα στην καλοκαιρινή λάβα.
Μια άρρυθμη μελωδία που ακροβατεί πάνω στα σύρματα.
Ένας πόνος διαπεραστικός και αφόρητος -εκεί, στην αριστερή πλευρά.

Ας έλθουν άλλες μέρες, 
ας έλθουν άλλες ελπίδες και άλλες σφραγίδες ζωής.
Να ξεσηκώσουν με έναν δυνατό άνεμο 
όλα εκείνα που χτίσαμε και χαϊδέψαμε.
Να χωρέσουν τις άχρονες και ουτοπικές μας στιγμές.

Ας είναι όμως.
Δεν ήθελες, δεν θέλαμε.
Αλλά τελικά σκύψαμε και υποκύψαμε όλοι μας.
Κι εσύ κι εμείς.

Τα χρόνια ανάβλυσαν από την παλιά ρωγμή 
και σηκώθηκαν ψηλά σαν συντριβάνι ξανά και ξανά.
Μας σκέπασαν και μας έκλεψαν τη λαλιά. 
Βουβαθήκαμε.
Χωρίς λέξη, χωρίς τραγούδι.
Σε μιαν άψυχη και ατελεύτητη πορεία προς το Χάος.

Τι να σου πω, Χριστέ μου;
Θα συνηθίσουμε μονάχοι.



Θα σου χαρίσω ένα παλιότερο τραγούδι που ανέβηκε εντελώς απρόσμενα στα χείλη μου έτσι καθώς σε σκεφτόμουν συνεχώς. Είναι από ένα φεστιβάλ τραγουδιού τής Θεσσαλονίκης -από τα χρόνια που ήμασταν έφηβοι. Και -κοίτα να δεις που πάλι σε βρίσκω μπροστά μου να μου κλείνεις το μάτι και να χαμογελάς όπως μόνο εσύ ήξερες. Το τραγούδι το πήρα από το κανάλι τής Σόφης Παππά -ερμηνεύτριάς του μαζί με τον Γιάννη Πετρίτση το 1978 (https://www.youtube.com/channel/UCDZvoa5U96MS1beZ7yAlWxg)
Και σε βρήκα συνδρομητή τού καναλιού της... 
Πρώτο σχόλιο δικό σου...
Και η φωτογραφία σου δίπλα...

video

Γεια σου, αδελφούλη. Γεια σου "Ντίκο" μας. Στο καλό.
Και -ποιος ξέρει; Ίσως κάπου, κάποτε να ξαναπάμε σχολείο μαζί και να ξανατραγουδήσουμε όμορφα τραγούδια.