Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Τα μαχαίρια, ο καθρέφτης κι ο ουρανός*


Παλιότερα σε θυμάμαι ζωσμένο με μαχαίρια. Όπου κι αν άπλωνες το χέρι σου επάνω σου έπιανες λάμα. Έτσι ώστε να είναι εύκολο ανά πάσα στιγμή να την εκτοξεύσεις κατά οποιουδήποτε τολμούσε να εισβάλει και να παραβιάσει τον ζωτικό σου χώρο. Ήσουν ένα τεράστιο και απόρθητο οχυρό, οπλισμένο με κάθε λογής σουγιάδες, στιλέτα, εγχειρίδια, μαχαιράκια, βελάκια, νυστέρια, κάμες και κοπίδια. Λαβές αμέτρητες. Κοκκάλινες, ξύλινες, μεταλλικές. Λαβές ιδρωμένες και παλιοκαιρισμένες. Στραβές, ίσιες, γωνιώδεις, εύκολες και δύσκολες. Λαβές φθαρμένες από την πολλή χρήση. Γεμάτες παλιά σημάδια και ξεφλουδισμένες άκρες. Χωρίς θηκάρια, χωρίς ταίρι. Σαν λεγεωνάριοι ξεχασμένοι σε οάσεις της ερήμου που βρέθηκαν ξανά μετά από πολλά χρόνια δίψας και ξηρασίας και, ενώ διέφεραν τόσο πολύ μεταξύ τους και μιλούσαν τόσες διαφορετικές γλώσσες, ήταν ταυτόχρονα τόσο ίδιοι. Είχαν να διηγηθούν πολλές και διαφορετικές ιστορίες, που όλες όμως είχαν εκτυλιχθεί στο ίδιο κίτρινο και θολό τοπίο της ερήμου.

Πώς βρέθηκες έτσι οπλισμένος σαν αστακός; Καλό ερώτημα. Από μικρός κατάλαβες -ή σε εξώθησαν να καταλάβεις- πως πρέπει να αμύνεσαι αφού κανένας δεν ήταν διατεθειμένος να αφιερώσει χρόνο για να σε προσεγγίσει και να σε κατανοήσει. Και ένας νέος άνθρωπος που περπατά χωρίς ουσιαστική πυξίδα πρέπει να οπλιστεί με όλα όσα μπορεί να επιστρατεύσει η φαντασία του και το φτωχό, περιορισμένο ακόμη, περιβάλλον του. Στην πραγματικότητα, επειδή κάθε άλλο "μέσο άμυνας" είναι απρόσιτο για εκείνον, ολόκληρη η ύπαρξή του μετατρέπεται σε ασπίδα. Μαθαίνει να σκέφτεται με προτεραιότητες. Τα αισθήματα και τα συναισθήματα αποκτούν αύξοντα αριθμό.  

Η τραγωδία ήταν πως πολλές απ' αυτές τις λάμες σού τις είχαν βάλει στο χέρι άλλοι, όταν γεννήθηκες -ακόμη και πριν γεννηθείς. Λες και ήταν προαποφασισμένο -από ποιον; Εκείνα τα ξένα μαχαίρια ήταν πολύ επικίνδυνα. Κατ' αρχάς, αυτό καθαυτό το γεγονός ήταν ανήθικο και ανέντιμο. Απάνθρωπο. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να οπλίζει τα χέρια μας με μαχαίρια. Όταν όμως η χρήση τους έρχεται από μακριά, από παγιωμένα βιώματα και αξιακά συστήματα γενεών και γενεών, τότε ένας νέος άνθρωπος είναι δύσκολο να αμυνθεί -ειδικά ένα παιδί, που έρχεται άμαθο και πέφτει στο λάκκο των λεόντων όταν πρόκειται για ένα τέτοιο περιβάλλον.


Μετά ζήταγες δίκια και ευθύνες. Αναμενόμενο. Αλλά προς ποια κατεύθυνση να πρωτοστραφείς; Ήταν τόσοι πολλοί οι υπεύθυνοι -ίσως όλοι. Δεν ήξερες από πού να αρχίσεις, ενώ τα μαχαίρια συνέχιζαν να κόβουν τόσο τους άλλους όσο κι εσένα. Και πόναγες. Και πόναγαν και οι άλλοι. Και όσο πόναγες, τόσο εξαπέλυες κατηγορίες και ευθύνες και τόσο φοβόσουν και βρισκόσουν σε κατάσταση συνεχούς επαγρύπνησης και άμυνας. Και μαχαίρωνες άδικα αθώους. Η ζωή έγινε ένα διαρκές δικαστήριο. Μια σκοπιά σε επικίνδυνο στρατώνα. Που ξαφνικά μετατρεπόταν σε πεδίο άγριας και ανελέητης μάχης και σε εκτελεστικό απόσπασμα. Ήταν αδύνατο να δεις πέρα από εκεί γιατί τα μαχαίρια άστραφταν στον ήλιο και σε θάμπωναν. Σε σαγήνευε η ταχύτητα με την οποία βυθίζονταν παντού βουβά και βαθιά. Όταν κουραζόσουν από το σφίξιμο της λαβής και το σφάξιμο, τα χέρια σου πόναγαν και επέλεγες για άμυνα τη φυγή. Να φύγεις, να χαθείς, να εξαφανιστείς. Μάταια όμως. Η αίσθηση της απειλής σε κυρίευε, ακόμη κι όταν έφτανες στην άκρη του κόσμου, και σε μούσκευε στον ιδρώτα. Το κεφάλι σφυροκοπούσε δαιμονισμένα και τα χέρια άρχιζαν να τρέμουν αναζητώντας τα γνώριμα παλιά όπλα. Τι πράγμα; Γέλαγες; Όχι, όχι... Έτσι νόμιζες. Όχι, δεν ήταν γέλιο εκείνο. Ήταν ένας τραχύς βρυχηθμός που σχηματιζόταν πάνω σ' ένα πρόσωπο αγωνίας στραμμένο προς το άπειρο. Με τραβηγμένα χαρακτηριστικά και θολωμένα μάτια. Που γρήγορα κατέβαιναν από τ' άστρα και έψαχναν απελπισμένα ζώνη και τσέπες αποζητώντας τα γνώριμα όπλα. Δώσε καλύτερα έναν άλλο ορισμό, μια διαφορετική περιγραφή για όσα σου συνέβαιναν τότε. Ίσως έτσι μπορέσεις να τα πλησιάσεις καλύτερα. Και να τα καταλάβεις.  

Λαβές, λαβές, λαβές.
Λαβές που είχαν πάρει το σχήμα του χεριού από το γερό και εναγώνιο σφίξιμο για νύχτες ολόκληρες -τότε που η προσμονή και η απελπισία χάραζαν παντοτινά το πρόσωπο και έσκαβαν τις πρώτες ρυτίδες της ζωής. Και λεπίδες. Λεπίδες με ξερό αίμα, με χώμα από παλιό σκάψιμο, με σημάδια ιδρώτα που δεν σκουπίστηκε ποτέ. Όργανα παλιά, προαιώνια. Φτιαγμένα την αυγή του κόσμου από τους πρώτους ανθρώπους για να καταφέρνουν να επιβιώνουν από τα θηρία. Για να εξασφαλίζουν την τροφή τους ξεφλουδίζοντας καρπούς και γδέρνοντας θηράματα. Τότε. Την ανατολή της ιστορίας μας. Την εποχή που κομματιάζαμε τα θύματά μας σέρνοντας το μαχαίρι απ' άκρη σ' άκρη πάνω στην τρυφερή και φουσκωμένη σάρκα, που άνοιγε στα δυο σαν φρέσκια φλούδα. Κι εμείς σκύβαμε να ρουφήξουμε το ζωντανό, ζεστό αίμα για να γεμίσουμε ίμερους και να παρατείνουμε τη ζωή. "Ανάθεμα!" αναφώνησες πολλές φορές κουρασμένος και απηυδημένος στην πορεία αυτή. Αλλά, αλίμονο. Δεν υπήρχε γυρισμός στο χαμένο παράδεισο. Η πρώτη πορεία είχε χαραχτεί με γράμματα ανεξίτηλα πάνω στο βράχο.

...

Αργότερα άφησες κάτω τα μαχαίρια. Τα απίθωσες στο έδαφος, όπως οι αρχαίοι πολεμιστές άφηναν στο χώμα την ασπίδα και το δόρυ για να ξεκουραστούν. Είχες πια αποκάμει. Ήταν μια μάχη χωρίς τέλος. Είχες πλέον πνιγεί στο αίμα. Τα ξανάπιανες, σαν από ένστικτο, μόνο όταν καμιά φορά θυμόσουν την προηγούμενη ζωή σου, πριν από το αίμα. Κάτι δηλαδή σαν να ξαναζούσες σε υπερσυντέλικο χρόνο. Για να λέμε την αλήθεια, δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ ενεστώτας στον χρόνο σου. Στην πραγματικότητα δεν ήλθε ποτέ κανείς για να τα χρησιμοποιήσεις εναντίον του. Ένας ακόμη ξεχασμένος και πλανημένος Δον Κιχώτης του χρόνου. Μόνο σκιές χόρευαν μια ζωή γύρω σου μες στη νύχτα σαν αναστενάρηδες. Κι εσύ νόμιζες πως έβλεπες κάρβουνα και μύριζες καμένες σάρκες. Όλη η θεατρικότητα και η σκηνική υποκρισία της ζωής εξανεμίστηκαν μέσα σε μια νύχτα, γύρω από τη φωτιά που έκαιγε φλογισμένη, ενώ όλα έμοιαζαν με μια τεράστια κόκκινη τρύπα που κόχλαζε γεμάτη καυτό αίμα. Βουβός κοίταζες μπροστά σου για αιώνες την τρύπα που κατάκαιγε τα πάντα. Μέσα σ' αυτή τη διάπυρη ατμόσφαιρα λάβας ο ιδρώτας έτρεχε κρύος στο μέτωπο και στη σπονδυλική σου στήλη. Ώσπου κάποια στιγμή έβγαλες όλα σου τα μαχαίρια και τα πέταξες μέσα στη φλεγόμενη τρύπα. Για να απαλλαγείς μια και καλή από αυτά. Για να απαλλαγείς και να ξεπλυθείς από τα αίματα και τη βία. Και όλα έσβησαν μεμιάς. Και στη θέση της κόκκινης τρύπας σχηματίστηκε μια οβάλ γυαλιστερή επιφάνεια που άρχισε να ψύχεται και να κρυσταλλώνει -μια επιφάνεια σαν γυαλί, σαν καθρέφτης. Κόκκινος στην αρχή αλλά μετά, έτσι καθώς η επιφάνειά του κρύωνε, άρχισε να γίνεται γκρίζος, σταχτής.

...


Αναρωτήθηκες πώς να ήσουν πια, πώς να έμοιαζες μετά από όλον αυτόν τον Αρμαγεδδώνα που είχες ζήσει. Ήθελες να έχεις την εικόνα τού εαυτού σου κι έτσι αποφάσισες να σηκώσεις στα χέρια σου τον καθρέφτη που είχε απομείνει στη θέση της κόκκινης δίνης. Κοιτάχτηκες αρκετή ώρα για να εξοικειωθείς με το θέαμα. Είδες το πετρωμένο δέρμα με τις αυλακιές τού χρόνου πάνω από το πηγούνι και γύρω από τα μάτια. Τις κρυφές ουλές γύρω από τη μέση και το παλιό κάταγμα στο χέρι, που πόναγε κάθε που άλλαζε ο καιρός. Είδες τα σημάδια από τη φωτιά, που έσκαβαν πια το δέρμα σου. Σε κάποια σημεία είχες καεί για πάντα και η πέτσα ήταν μαύρη. Μια λεπτή και λευκή σκόνη σαν πούδρα είχε σκεπάσει ολόκληρο το σώμα σου. Τα μαλλιά σου -όσα είχαν σωθεί μετά από τόσες αναμετρήσεις και τόσες φωτιές- ήταν σε πολλά σημεία άσπρα και σκληρά. Πρέπει να είχες χάσει πολλά υγρά γιατί το κορμί σου έμοιαζε στεγνό και διψασμένο. Αφού αποτύπωσες βαθιά μέσα σου την εικόνα σου, γύρισες τον καθρέφτη προς τα έξω έτσι ώστε να καθρεφτίζονται οι άλλοι και όχι εσύ -κάτι σαν νέο "όπλο". Δεν τον κρατούσες όμως όρθιο συνεχώς. Συνήθως τον άφηνες κρεμασμένο χαμηλά, περασμένο στο χέρι από δερμάτινες χειρολαβές προσαρμοσμένες στην πίσω πλευρά του -ακριβώς σαν ασπίδα. Ήταν αρκετά βαρύς και σε κούραζε. Είχε μέσα του όλο εκείνο το παλιό αίμα, που συσσώρευε για χρόνια. Είχε μέσα μνήμες και ζωές ξένες. Εξάλλου, δεν είχες πια την παλιά σου δύναμη. Τον όρθωνες μόνο όταν ένιωθες ή έβλεπες πως η προσέγγιση του άλλου ήταν -πώς να το πω;- άκομψη και αταίριαστη. Ίσως στυγνή. Σήκωνες τον καθρέφτη για να κομματιάζεται το είδωλό του κάθε φορά που σε πλησίαζε με τρόπο άγριο και ανέντιμο. Μόλις ο άλλος έβλεπε τον εαυτό του, λες και πάγωνε ο χρόνος. Γιατί εκείνος ο καθρέφτης είχε μια περίεργη ιδιότητα. Όταν κοιταζόσουν, περνούσε από μπροστά σου όλη σου η ζωή και σε έβαζε σε δοκιμασία. Μετά από λίγη ώρα, έτσι καθώς τα καρέ κυλούσαν πάνω στην "οθόνη" τού καθρέφτη και αυτός που κοίταζε μέσα του έμενε παγωμένος στη θέση του, ένα-ένα τα κομμάτια του άρχιζαν να αποκολλώνται από το σώμα του και να εκσφενδονίζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τον καθρέφτη. Η επιφάνειά του αποκτούσε μια κοίλη μορφή που ρούφαγε τα πάντα, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος που κοιταζόταν να εξαφανίζεται σε λίγο μέσα του. Ένα καινούργιο όπλο έγινε ο Καθρέφτης στα χέρια σου. Μόνο που αυτό ήταν αναίμακτο. Είχες ξεπεράσει το στάδιο της βίας. Είχες αρχίσει να εξημερώνεσαι.

Από όσους ρουφήχτηκαν από τον Καθρέφτη δεν έμενε τίποτα. Κανένα σημάδι προηγούμενης ύπαρξης. Μια ξαφνική έκρηξη ατμού, ένα δυνατό φύσημα και όλα χάνονταν. Εσύ όμως, με κάποιο μαγικό τρόπο, είχες προσλάβει κομμάτια κι αποσπάσματα των άλλων και ήταν σαν να τους κατάπινες. Στην πραγματικότητα, άρχιζες να τους καταλαβαίνεις. Να βλέπεις μέσα τους και να τους αποκωδικοποιείς. Να τους διαβάζεις και να τους νιώθεις. Είχες περάσει στο επόμενο στάδιο. Μόνο που ο Καθρέφτης αυτός ήταν πολύ βαρύς γιατί, στην προσπάθειά σου να καταλάβεις τους άλλους, τους φορτωνόσουν στην πλάτη σου -επωμιζόσουν όλο το παλιό αίμα.

Τους ανθρώπους μάς ενώνει η ζωή αλλά και ο θάνατος. Τα ορατά αλλά και τα αόρατα. Ζούμε μαζί, μοιραζόμαστε μέρες και νύχτες, αέρα και ήλιο, τροφή, νερό, όνειρα, κούραση, ελπίδες, ιδρώτα και έρωτα. Αλλά ταυτόχρονα μοιραζόμαστε το ίδιο σφραγισμένο στόμα και τα ίδια κόκκινα, υπεραιμικά απ' το κλάμα, μάτια όταν βρισκόμαστε δίπλα-δίπλα σκυμμένοι πάνω στη σκεπασμένη γη. Τα σκεφτήκαμε πολλές φορές όλα αυτά. Και νιώσαμε να γίνεται όλος ο κόσμος ένα πράγμα, μια ουσία. Όλοι οι άνθρωποι φαντάζουν τότε τόσο μικροί και ανυπεράσπιστοι μπροστά στην αναπόφευκτη και τόσο μονότονη μοίρα τους. Όλα αυτά τα είδες και τα ένιωσες μέσα στις δυο πλευρές τού καθρέφτη. Όλα αυτά συνέβαιναν στις δυο όψεις του ταυτόχρονα. Ο χρόνος καθρεφτιζόταν μέσα στο χρόνο και η ζωή μέσα στη ζωή.

Πέρασαν πολλές εικόνες μέσα από τον καθρέφτη. Καθρεφτίστηκαν πολλοί άνθρωποι. Άλλοι στάθηκαν από περιέργεια καθώς βρέθηκες στο δρόμο τους, άλλοι ήταν προσκεκλημένοι σου, ενώ κάποιοι τρίτοι έφθασαν συστημένοι από φίλους. Όλοι τους ένιωσαν την εμπειρία τού καθρέφτη. Όλοι τους κοιτάχτηκαν εκεί μέσα και βύθισαν τις ζωές τους μέσα του. Όλοι μετατράπηκαν σε εικόνες και στιγμιότυπα. Είδες κι άλλες πολλές εικόνες από την πίσω μεριά του ενόσω εσύ τον είχες στραμμένο προς τους άλλους. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, μπορούσες να δεις και από την πίσω πλευρά εκείνου του καθρέφτη. Άλλα πράγματα, διαφορετικά. Που ούτε καν τα φανταζόσουν ποτέ πως υπάρχουν. Κάτι σαν την ιστορία της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων δηλαδή. Κάτι σαν τον κόσμο ανάποδα. Κάτι σαν το αρνητικό φιλμ της ζωής. Με υπερφωτισμένα τα πιο σκοτεινά σημεία τής "τρέχουσας" και υλικής ζωής. Ήταν σαν να βλέπεις πιο πριν από τη στιγμή τής Μεγάλης Έκρηξης, πιο βόρεια κι απ' τον Βόρειο Πόλο...

...

Την τελευταία φορά που σε συνάντησα δεν κρατούσες πια ούτε τον καθρέφτη. Τον είχες αφήσει κι αυτόν. Δεν είχες, μου είπες, καμιά διάθεση -αλλά ούτε και δικαίωμα- να καθρεφτίζεις κανέναν, ούτε να καθρεφτίζεσαι. Ήθελες μόνο να είσαι εσύ. Μετά από όλη εκείνη την τρικυμία ζωής και τη θύελλα από στιγμές, τον είχες εγκαταλείψει σ' ένα ερημονήσι, πάνω στα βράχια, να τον τρώνε τα χρόνια και να τον σκουριάζουν τα κύματα και η αρμύρα της θάλασσας. Δεν ήθελες πια να κρατάς τίποτα. Έλεγες πως γεννηθήκαμε για να είμαστε ελεύθεροι και μόνοι. Και να λάμπουμε σαν άστρα φωτεινά στον νυχτερινό καλοκαιρινό ουρανό. Το καθένα στη θέση του. Με το σκοτάδι ανάμεσά μας να μάς ενώνει παράδοξα και αλλόκοτα. Αλλά πάντα τόσο ζεστά και γνώριμα.


*Πολύ αργότερα, αφότου ξεκίνησα να γράφω το κείμενο, οι λέξεις "μαχαίρια" και "καθρέφτης" μού θύμισαν το βιβλίο "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι" με κείμενα τού Μάνου Χατζιδάκι. Δεν υπήρχε, φυσικά, καμιά πρόθεση σύγκλισης των δύο. Προέκυψε εντελώς συμπτωματικά. Εξάλλου, στο ένα έχουμε να κάνουμε με τον τίτλο μιας συλλογής κειμένων -έναν τίτλο που δεν τον υπέδειξε ο κειμενογράφος-, ενώ στο παρόν με ένα ολόκληρο δομημένο μύθο -πράγματα εντελώς ξένα και διαφορετικά μεταξύ τους. Δεν νομίζω να υπάρχει ούτε καν υποσυνείδητη σύνδεση των δύο.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Λίνος Κόκοτος / Αργύρης Βεργόπουλος - Ερημιά (Απουσία)


Μέσα σε έναν από τους σπουδαιότερους δίσκους τής ελληνικής μουσικής, στις "Ώρες" τού Λίνου Κόκοτου, συναντάμε αυτό το συγκλονιστικό τραγούδι που τραγουδά με την σπάνια φωνή και ευαισθησία του ο Γιώργος Ζωγράφος.

Όλα τα τραγούδια και οι μουσικές τού έργου είναι μοναδικής ομορφιάς και τέχνης.

Οι στίχοι τού τραγουδιού γράφτηκαν από τον Αργύρη Βεργόπουλο. Το υπέροχο εξώφυλλο τού δίσκου φιλοτέχνησε ο Νίκος Χουλιαράς και την εμπνευσμένη ενορχήστρωση έκανε ο μεγάλος Νίκος Μαμαγκάκης.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1969 από την εταιρεία LYRA.


Ερημιά (Απουσία)

Στο φλογισμένο Βοριά
έσβησε η φωνή του
κι απ’ την αγνή του θωριά
έμεινε η φεγγοβολή του
στην ανθισμένη αμυγδαλιά.

Άδεια τα σπίτια, άδειοι κι οι δρόμοι,
χωρίς παιδιά.
Κορίτσια ξέπλεκα, κορίτσια ολόδροσα,
χωρίς καρδιά.

Στων κοριτσιών τη ματιά
πέτρωσε η μουσική του
και στη χαμένη βραδιά
μένει η κραυγή απ’ το φιλί του
στην ανθισμένη αμυγδαλιά.

Άδεια τα σπίτια, άδειοι κι οι δρόμοι,
χωρίς παιδιά.
Κορίτσια ξέπλεκα, κορίτσια ολόδροσα,
χωρίς καρδιά.