Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Σε ξένη γη

  Στο πλοίο 


Νύχτα πάνω στο πλοίο. Τέλη Οκτωβρίου και κουνάει αρκετά γιατί φυσάει και βρέχει πολύ. Έχει πιάσει κρύο -το βόρειο Αιγαίο κατεβάζει πια αυτήν την εποχή. Είναι ξαπλωμένος σε μια κουκέτα -ο στρατός τού προσφέρει αυτήν την πολυτέλεια με αρκετά μειωμένο εισιτήριο- και προσπαθεί να μαζέψει τις σκέψεις του. Έχει βολέψει τα πράγματά του -το στρατιωτικό σάκο και μια βαλίτσα με τα πολιτικά- στη μικρή ντουλάπα δίπλα στην πόρτα. Στην καμπίνα οι υπόλοιποι πέντε ταξιδιώτες κοιμούνται βαθιά. Διάφοροι άνθρωποι, ανακατεμένοι. Κάθε καρυδιάς καρύδι. Άνδρες που ταξιδεύουν για δουλειές, για κάποια ανάγκη ή κάποια υποχρέωση. Άνθρωποι με έγνοιες, μικρές ή μεγάλες, που βρίσκουν την ευκαιρία να ξαποστάσουν την κούρασή τους και να ξεχαστούν στο βύθος του ύπνου, αφήνοντας στον κόσμο των ξύπνιων κάθε καημό και ανησυχία για οικογένεια, δουλειά, υγεία. Ας πάνε στο διάολο όλα μια τέτοια νύχτα που η καρδιά του ανθρώπου αναζητά λίγη ξεκούραση σε ένα απάγκιο και στεγνό καταφύγιο -στην κουκέτα του πλοίου. Εδώ μέσα δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για στενοχώριες. Οι ένοικοι κρύφτηκαν στο σκοτάδι της γωνιάς τους και οι φιγούρες τους μόλις και μετά βίας διαγράφονται μέσα στη νύχτα. Κάποιες στιγμές, όταν το πλοίο σκαμπανεβάζει και το αγριεμένο κύμα ξεσπά με θόρυβο πάνω στο θεόρατο κορμί του, οι άνδρες αργοσαλεύουν σαν κάτι να μουρμουρίζουν. Προσπαθούν να αντισταθούν στην ορμή της αυθαίρετης ζωής, που θέλει να εισβάλει βίαια και ασυνείδητα στη μικρή και περιορισμένη ελευθερία και ανυπαρξία τους και να τους επαναφέρει στους δαίμονές τους. Στη συνέχεια ξαναβυθίζονται στη νάρκωση και χάνονται στο τίποτα. 

Κάποιες στιγμές νιώθει να τον πνίγει η παρουσία τους ενώ κάποιες άλλες νιώθει ασφάλεια έχοντας τους συνταξιδιώτες του γύρω του. Αισθάνεται προστατευμένος από αυτό το αμίλητο και ακίνητο ανθρώπινο τείχος. Μια πηχτή μάζα κρέατος, σαν ένα υπερφυσικό μα τρυφερό τέρας που ανασαίνει βαριά και ζεσταίνει την καμπίνα. Οι ανησυχίες και οι φόβοι του κάθε άγρυπνου ταξιδιώτη χτυπάνε πάνω του. Όλα γίνονται μεγάλα στο κεφάλι του μια τέτοια ώρα. Πολλή βροχή, δυνατός αέρας, νύχτα βαθιά. Δεν βοηθάνε. Προσπαθεί να συνέλθει από τα φαντάσματα που νιώθει να τον περιτριγυρίζουν και να τον ζυγώνουν. Απλώνει το χέρι και πιάνει το παγούρι με το νερό. Βρέχει λίγο το πρόσωπο του, ελπίζοντας να νιώσει καλύτερα.

Σκοτάδι, καταμεσής του Αιγαίου. Στην καμπίνα πίσσα. Πού και πού κάποια αστραπή χαράζει τον ουρανό και η καμπίνα φωτίζεται. Έπειτα πάλι σκοτάδι. Το πλοίο τραβάει ρότα βορειοανατολικά. Θα πρέπει τώρα να βρίσκεται στο κέντρο του πελάγους, ακριβώς εκεί όπου οι βόρειοι άνεμοι χυμάνε ανεμπόδιστοι κατεβαίνοντας από τον Αίμο και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το νιώθει πως είναι εκτεθειμένοι. Από μια πλευρά το απολαμβάνει κιόλας. Ζαλίζεται ελαφρά και μαζί με το κεφάλι του ζαλίζονται και οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του. Ανακατεύονται σε ένα απίστευτο συνονθύλευμα, κάνοντας έτσι τη ζαλάδα και τη θολούρα ακόμη μεγαλύτερες. Το αύριο φαντάζει εντελώς αλλόκοτο πια -σχεδόν ακατανόητο. Δική του επιλογή ήταν όμως να πάει στο νησί. Αυτός είχε ζητήσει τη μετάθεση για τον συγκεκριμένο προορισμό. Θα μπορούσε να βρισκόταν στη στεριά αλλά δεν θέλησε. Το είχαν αποφασίσει μαζί. Εκείνη βρισκόταν ήδη στο νησί από τα τέλη Σεπτεμβρίου. Το πανεπιστήμιο της έδινε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές σπουδές της εκεί, σε μια πολύ πρόσφατη και σύγχρονη έδρα με καλή φήμη στον τομέα της. Θα ήταν λοιπόν μαζί, στον ίδιο τόπο. Έτσι η θητεία θα γινόταν πολύ πιο εύκολη για εκείνον ενώ και εκείνη δεν θα τον αποχωριζόταν. Το στρατόπεδό του δεν ήταν πολύ μακριά από την πόλη και θα μπορούσαν να συναντιούνται στις ολιγόωρες εξόδους του. Ίσως καμιά φορά κατάφερνε να παίρνει και διανυκτέρευση.

Καλά ακούγονταν και έδειχναν όλα. Κάτι όμως τον ανησυχούσε. Τελευταία τα πράγματα δεν πήγαιναν πολύ καλά μεταξύ τους. Εκείνη έδειχνε ανήσυχη, ταραγμένη. Όσες φορές εκείνος προσπάθησε να την πλησιάσει και να την ξεκλειδώσει, στάθηκε αδύνατο. Σα να μην ήξερε κι εκείνη τι ήταν αυτό που τη βασάνιζε. Δεν την πίεζε. Πίστευε πως τα πράγματα θα έκαναν τον κύκλο τους και θα έβρισκαν το δρόμο και τις απαντήσεις τους. Εξάλλου, ήξερε πολύ καλά πως με την πίεση δεν πετυχαίνεις ποτέ τίποτα. Οι μήνες περνούσαν κι εκείνη τον κοίταζε με ολοένα και μεγαλύτερη αγωνία και μερικές φορές με κάτι σαν τρόμο στα μάτια της. Την ένιωθε να ιδρώνει και να σφίγγει τα δόντια της για να αποδιώξει κάποιον κακό εφιάλτη που την τριγύριζε. Πάλευε μόνη της. Αυτός, εκ των πραγμάτων, δεν είχε και πολλά περιθώρια να την πλησιάσει. Οι ελάχιστες άδειες που έπαιρνε κάποια Σαββατοκύριακα δεν ήταν αρκετές για να προλάβουν οι δυο τους να συντονιστούν και να ξαναπιάσουν το νήμα από εκεί όπου το είχαν αφήσει την προηγούμενη φορά. Και σίγουρα είχαν μεσολαβήσει καινούργια γεγονότα, άλλες σκέψεις και διαδρομές του μυαλού και της ψυχής, που δημιουργούσαν ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ τους. Ευχόταν η απόφαση να βρεθούν μαζί στο νησί να μην έβγαινε σε κακό. Η αλήθεια είναι ότι φοβόταν. Ήξερε το δύσκολο και -κάποιες φορές- σκοτεινό παρελθόν της. Δεν είχε περάσει εύκολα παιδικά χρόνια και οι πληγές που είχαν ανοίξει τότε πονούσαν ακόμη.

Τώρα το πλοίο κούναγε λιγότερο. Πρέπει να είχαν μπει στο μπουγάζι. Οι άνεμοι του βόρειου Αιγαίου δεν τους χτυπούσαν πια. Κάπου μπροστά, μακριά τους ακόμη, οι σκοτεινοί ορεινοί όγκοι του νησιού είχαν αρχίσει να τους προστατεύουν. Οι άνδρες εξακολουθούσαν να κοιμούνται βαθιά. Σήκωσε λίγο το κεφάλι του για να κοιτάξει έξω από το φινιστρίνι μήπως δει κάποιο φως. Τίποτα. Ήταν και η βροχή που θόλωνε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα και μείωνε την ορατότητα. Λογικά πρέπει να είχαν ακόμη γύρω στις δυο ώρες ταξίδι. Θα έφταναν με το ξημέρωμα. Όλη νύχτα δεν κατάφερε να κλείσει μάτι σχεδόν καθόλου. Και τον περίμενε δύσκολη μέρα. Έπρεπε να παρουσιαστεί στη νέα του μονάδα και να ενταχθεί στη νέα του ζωή. Χαρτιά, γραφειοκρατία, νέοι αξιωματικοί, νέοι στρατιώτες γύρω του. Μια μέρα σκοτεινή και βροχερή σε έναν ξένο τόπο. Δεν είχε ξανάρθει, ήταν η πρώτη φορά. Στο τηλέφωνο εκείνη του περιέγραφε το νησί με τα καλύτερα χρώματα. Πήγαινε ήδη καθημερινά στο πανεπιστήμιο και είχε αρχίσει να έχει τις πρώτες σχέσεις με κάποιους ανθρώπους. Ακουγόταν χαρούμενη και αισιόδοξη. Η επιστήμη της ήταν για εκείνη πάντα ένα μεγάλο στήριγμα και μια μεγάλη απελευθέρωση από όσα την ταλαιπωρούσαν μέσα της. Προς το παρόν έμενε σε μια πανσιόν στην άκρη της πόλης και του έλεγε πως οι οικοδεσπότες είναι πολύ καλοί και ζεστοί άνθρωποι. Θα τους γνώριζε κι εκείνος. Και θα προσπαθούσε να ζήσει. Μέσα απ' τη χαραμάδα που θα του επέτρεπε η θητεία. Σε κάποιες εξόδους, ίσως και σε μερικές διανυκτερεύσεις μαζί της.

video
 

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Φερνάντο Πεσσόα - Το Βιβλίο της Ανησυχίας



Το βιβλίο αυτό ο Πεσσόα το έγραψε ως Μπερνάντο Σοάρες -ένα από τα ονόματα των ετερωνύμων του. Ένα μικρό απόσπασμα για τον θάνατο. Από την έκδοση του 2007 σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα. 



Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Γιάννης Γλέζος - Τα Τραγούδια της Εύας

Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ πριν από περίπου δέκα χρόνια. Οι έξοδοι είχαν περιοριστεί εντελώς -έως μηδενιστεί- εξαιτίας της λαίλαπας που είχε πλέον κατακυριεύσει τη χώρα και την κοινωνία. Και ιδιαίτερα μετά την αναπτέρωση του εθνικού φρονήματος που είχε προκύψει από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και το πρόσφατο ποδοσφαιρικό τρόπαιο. Όλα ήταν πια μια αηδία κι ένα σίχαμα. Τουλάχιστον έτσι τα αντιλαμβανόμουν εγώ. Κοίταζα γύρω μου και έβλεπα την υπερκατανάλωση σε όλη της την ορμή να ισοπεδώνει τα πάντα. Ζωές, ανθρώπους, άξονες πάνω στους οποίους κατάφερνε να ισορροπεί ολόκληρη η ιστορία της ανισορροπίας αυτού του τόπου. Οι πολίτες αυτής της χώρας είχαν φορέσει ο καθένας από ένα τεράστιο και πανύψηλο λοφίο και πήγαιναν καβάλα στ' άλογο! Τέτοια μούρλα επικρατούσε. Ο καθένας θεωρούσε τον εαυτό του απόγονο τουλάχιστον του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (ας μην μιλήσουμε καλύτερα για Σωκράτη ή Ηράκλειτο) και, με αυτήν την αίγλη του σύγχρονου οπλαρχηγού και δικαιωμένου επαναστάτη του κόσμου, έλυνε και έδενε σκορπώντας υποσχέσεις και χρήματα. Ένα Deja Vu της χώρας μετά την απελευθέρωση του 1821, όταν ο καθένας αυτοπροσδιοριζόταν ως σωτήρας του έθνους και ήρωας της επανάστασης. Βαβυλωνία -όπως ακριβώς στο μνημειώδες έργο του Δημήτριου Βυζάντιου. Σήμερα δεν τα θυμούνται αυτά οι Έλληνες -ή κάνουν πως δεν τα θυμούνται για να είναι "μέσα στα πράγματα" και στο σύγχρονο προβληματισμό. Τότε όμως είχε γεμίσει η χώρα "εθελοντές του 2004"... Σαν μαρκαρισμένα γελάδια τριγυρνούσαν σε δρόμους και πλατείες και αλώνιζαν τη χώρα με το σηματάκι καρφιτσωμένο στο πέτο και με το χαμόγελο και την αισιοδοξία της ηλιθιότητας κολλημένη στα χείλη.

Ο Γιάννης Γλέζος φέρει βαρύ όνομα. Τόσο από τη μεριά του Μανώλη Γλέζου όσο και από την άλλη, του Γιάννη Ρίτσου. Ούτε ο ίδιος όμως είναι τυχαίος άνθρωπος. Η αλήθεια είναι πως είναι μάλλον ιδιόρρυθμος -τουλάχιστον αυτό ένιωσα από όσο είχα τη δυνατότητα να καταλάβω, συζητώντας μαζί του εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ πριν από χρόνια στον "Δίαυλο". Συζητήσαμε αρκετά. Για πολλά και διάφορα, με επίκεντρο πάντα την μουσική. Άνθρωπος με ισχυρή και πολύ προσωπική άποψη. Άνθρωπος έντονος και φορτισμένος. Μας μίλησε για την πιο πρόσφατη δουλειά του, "Τα Τραγούδια της Εύας", που είχε εκδοθεί πριν από λίγο καιρό, το 2004. Ήταν εκεί μάλιστα και η ίδια η Εύα, που έγραψε τους στίχους του έργου. Την κάλεσε στο τραπέζι μας. Αρκετά σιωπηλή και απόμακρη, με μια ιδιαίτερη αύρα να την περιβάλλει. Σαν άλλης εποχής, μιας εποχής δικής της. Κάποια στιγμή ένιωσα πως ίσως να δοκίμαζα να ξαναπαίξω μετά από καιρό. Εκεί, στον "Δίαυλο". Σχεδόν το συμφωνήσαμε μάλιστα. Δεν πήρα όμως ποτέ την κιθάρα για να κατέβω στου Φιξ να παίξω. Ίσως δεν το ένιωθα πραγματικά, ίσως τελικά ήταν που ουσιαστικά δεν θα ξανάπαιζα ποτέ πια σε δημόσιο χώρο. Εκείνο το βράδυ ο Γιάννης Γλέζος έπαιξε πολλές ώρες στο πιάνο μόνος του και ερμήνευσε -υπέροχα είναι η αλήθεια- μια μεγάλη σειρά τραγουδιών του, παλιά και καινούργια.  Νομίζω ήταν από τις πιο όμορφες και "πλήρεις" μουσικές βραδιές που έζησα ποτέ.

Οι δραστηριότητές του απλώνονται και σε άλλους τομείς του πολιτισμού και της ευρύτερης κοινωνικής ζωής του τόπου αλλά αυτό δεν εμπίπτει στο αντικείμενο της παρούσας προσέγγισης. Πρόκειται για σπουδαίο συνθέτη, με εργογραφία που εκτείνεται και καλύπτει ένα αρκετά μεγάλο και ποικίλο φάσμα μουσικών. Η δημιουργική του διαδρομή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '60 και συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Με ό,τι κι αν καταπιάστηκε στη μουσική, το αντιμετώπίσε με πολύ μεγάλη σοβαρότητα, γνώση, ευαισθησία, έμπνευση και εργατικότητα. Αυτό δεν μπορεί να του το αρνηθεί κανείς. Η ποιότητα τον χαρακτήριζε πάντα ως συνθέτη και δημιουργό. Δεν απέκλινε ποτέ από τη γραμμή του, προς τιμήν του. Αυτά πρέπει να λέγονται σε μια χώρα όπου με μια εύκολη και λαϊκίστικη "ζεμπεκιά" κάποιοι "έβγαλαν φράγκα" -μέχρι και υπουργικό θώκο απέκτησαν... Αηδίες και ατροφικά Εγώ.

Αποφάσισε να αναλάβει μόνος του την έκδοση του συγκεκριμένου έργου γιατί καμιά εταιρεία (τότε υπήρχαν και δραστηριοποιούνταν ακόμη οι δισκογραφικές εταιρείες) δεν έδειξε ενδιαφέρον. Για τον ίδιο λόγο αποφάσισε να ερμηνεύσει τα τραγούδια ο ίδιος. Πρόκειται για μια συλλογή τραγουδιών μεγαλειώδους και υποδειγματικής ενορχήστρωσης, που αξίζει όχι μόνο της προσοχής αλλά και της σπουδής. Στους στείρους και άνυδρους καιρούς που βιώνει η μουσική τα τελευταία πολλά χρόνια, η ενορχήστρωση αυτού του έργου αποτελεί φάρο στο σκοτάδι. Ως μουσικός, δέκα χρόνια τώρα ακούω αυτή τη δουλειά και την ανακαλύπτω συνεχώς με θαυμασμό αλλά και έκπληξη. Και νομίζω έχει πολλά ακόμη να ανακαλύψω.

Όσον αφορά στην αξιολόγηση των μουσικών συνθέσεων του Γιάννη Γλέζου και των στίχων της Εύας Λίτινα, το θέμα είναι καθαρά υποκειμενικό.

Τα τραγούδια:

Το φυλλάδιο:
https://plus.google.com/photos/108220967301393602969/albums/6083662838565943585  

Άλλα τραγούδια του Γιάννη Γλέζου:
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=index&sort=alpha&composer_id=200 

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Γνωστός τραγουδοποιός (γιος της αδελφής του Γιάννη Ρίτσου και αδελφός της Δέσποινας Γλέζου). Σπούδασε στην Ανωτάτη Εμπορική Αθηνών, την οποία εγκατέλειψε για τη μουσική, πρωτοεμφανιζόμενος σε μπουάτ της Πλάκας. Πήρε μαθήματα πιάνου από τον Γιάννη Παπαδόπουλο και θεωρητικών από τον Γ. Α. Παπαϊωάννου και τον Μιλτιάδη Κουτούγκο. Προσανατολίστηκε στο λεγόμενο έντεχνο ελληνικό τραγούδι επηρεασμένος από τον Μ. Θεοδωράκη (ο οποίος ενορχήστρωσε και διηύθυνε το "Περιστεράκι της Φτωχιάς Αυλής" του Γλέζου με ερμηνευτή τον Γρ. Μπιθικώτση). Στο Φεστιβάλ Λυκαβηττού 1966 ο Γλέζος παρουσιάστηκε ως ο νεότερος των συνθετών που πήραν μέρος. Στη διάρκεια της Δικτατορίας κατέφυγε στο εξωτερικό (Αγγλία,Γαλλία, Ελβετία, ΗΠΑ). Στη Νέα Υόρκη μάλιστα ανέλαβε τη διεύθυνση της Ελληνικής Λαϊκής Χορωδίας (που έδωσε 2 συναυλίες υπό τη διεύθυνση του Θεοδωράκη, με τον Γλέζο στο πιάνο). Στις ΗΠΑ παρακολούθησε μαθήματα σύνθεσης, διεύθυνσης ορχήστρας και φωνητικής. Μετά την πτώση της Δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα και συνεργάστηκε με την Μαρίζα Κωχ. Έγραψε κύκλους τραγουδιών σε στίχους μεγάλων Ελλήνων και ξένων ποιητών (Ρίτσου, Καβάφη, Καρυωτάκη, Ελύτη, Λόρκα, Νερούντα, Χάινε, Χιμένεθ, κ.ά.) με 30 ώς 60 τραγούδια ανά Κύκλο! Πληθωρικός στις εμπνεύσεις του, έχει συνθέσει πολύ περισσότερα από 1.000 τραγούδια. (Πηγή: http://www.ishow.gr)

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Οι κιθάρες μου - YAMAHA C40

Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια έπαιζα μόνο ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα. Η κλασική μου άρεσε πάντα πάρα πολύ, είχα παίξει κάποιες φορές με κιθάρες φίλων, αλλά ποτέ δεν έφτασα στο σημείο να αγοράσω μία. Δεν μου έβγαινε με τίποτα αλλά ούτε αναρωτήθηκα το γιατί. Καταλάβαινα ότι εκείνες τις εποχές δεν ταιριάζαμε. Ότι δεν θα μπορούσα να περιπλανηθώ στα τάστα της με την άνεση, την οικειότητα και την ελευθερία που ένιωθα με τις άλλες δύο. Ένιωθα σαν να μην είχε έλθει ακόμη η ώρα. Ήταν πολύ "καθαρή" σε σχέση με αυτό που έβγαινε από μέσα μου και ζητούσε να εκφραστεί με τη μουσική. Οι άλλες δυο ήταν πιο "βρώμικες", ο ήχος τους πιο μπλεγμένος και θολός, οι νότες σφιχτά δεμένες η μία με την άλλη. Δεν μπορούσες να τις διακρίνεις έτσι όπως διακρίνονται καθαρά και κρυστάλλινα στην κλασική. Είναι οι χορδές, είναι και τα ξύλα. Οι πλαστικές χορδές της κλασικής αποπνέουν και δημιουργούν πάντα μια ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα. Πολύ ανθρώπινη και πολύ απαλή, χωρίς γωνίες. Η μουσική τους πηγαίνει και φωλιάζει παντού με άνεση και χωρίς καμιά προσπάθεια. Στρογγυλοκάθεται σαν βαμβάκι πάνω σε μαλακά μαξιλάρια και βολεύεται με μεγάλη ευκολία. Δεν σε διώχνει όταν έρχεται προς το μέρος σου και πάντα ζητά να καθίσει δίπλα σου. Απλά κάθεται. Ξέρει αυτή και βρίσκει πάντα την αδειανή θέση και την κατάλληλη στιγμή. Κι εσύ, θες δεν θες, τη δέχεσαι και την εισπράττεις, την ακούς. Η μουσική της κλασικής κιθάρας σε πλημμυρίζει, δεν μπορείς να της αντισταθείς.

Το παράδοξο -θα 'λεγε κανείς- ήταν πως όλα τα χρόνια έπαιζα πάρα πολλά τραγούδια που θα αποδίδονταν πολύ καλύτερα με κλασική κιθάρα. Επέμενα όμως να μην παίζω αυτές τις μουσικές με κλασική. Κάτι συνέβαινε με τον τρόπο με τον οποίο έπαιζα ακουστική κιθάρα -ή και ηλεκτρική αργότερα- που λες και αντιστάθμιζε κατά κάποιον τρόπο την απουσία της. Πολλές φορές μου είχαν πει διάφοροι ακροατές, είτε επρόκειτο για απλούς θαμώνες είτε για επαγγελματίες μουσικούς ή ηχολήπτες, πως προσέγγιζα την κιθάρα σαν να ήταν πιάνο. Δεν ξέρω αν ήταν από τη μεγάλη μου αγάπη για το πιάνο -το οποίο δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω αλλά ούτε να νοικιάσω γιατί ήταν εξωφρενικά ακριβό για τις δικές μου οικονομικές δυνατότητες εκείνες τις εποχές, αν και είχα ψάξει το θέμα πάρα πολύ- ή ήταν απλώς ο δικός μου τρόπος να προσεγγίζω το όργανο.

Την εποχή εκείνη, όταν διάλεξα να παίζω ακουστική κιθάρα, μάλλον ήθελα να κάνω περισσότερο αισθητή την παρουσία μου, την προσωπική μου φωνή και έκφραση. Ήθελα να διατρανώσω το Εγώ και το Θέλω μου. Και σίγουρα η επιλογή των συρμάτινων χορδών ήταν καταλληλότερη. Εξάλλου, η κλασική κιθάρα ήταν συνδεδεμένη με τα ωδεία και τις παρτιτούρες κι εγώ δεν ήθελα να ενταχθώ σε καμιά τάξη, ούτε ήθελα να ακολουθώ κανόνες, περιορισμούς και μετρημένους χρόνους. Ήθελα να κάνω το δικό μου. Να ορίζω μόνος μου το χώρο και το χρόνο μου στη μουσική και στην κιθάρα. Έτσι ακολούθησα το δρόμο μου, το δρόμο της ζωής μου, που με έβγαλε σε διάφορες γειτονιές, άλλοτε παράξενες, άλλοτε επικίνδυνες κι άλλοτε μαγικές. Στην πορεία, βέβαια, έμαθα και κανόνες και μέτρα και χρόνους και εκείνα τα μαύρα σημαδάκια πάνω στις πέντε γραμμές, αλλά αυτό έγινε αρκετά αργότερα και καθαρά για λόγους περιέργειας και διευκόλυνσής μου στην προσέγγιση κάποιων ιδιαίτερων μουσικών δημιουργημάτων. Εκείνα τα μαύρα σημαδάκια έκαναν πολλές φορές τη μουσική μου ζωή πιο εύκολη.


Τα τελευταία χρόνια οι προσωπικές μου διαδρομές ήταν σκληρές, πολύ σκληρές. Με εμπειρίες που χαράχτηκαν βίαια και βαθιά και παραλίγο να με εξοντώσουν σε φυσικό επίπεδο. Μαζί με όλα αυτά είχα αρχίσει να κουράζομαι και να πονάω πολύ σωματικά και ψυχικά. Τα χέρια και τα πόδια μάτωναν έτσι καθώς περπατούσα πλέον ξυπόλυτος και γδερνόμουν ολόκληρος με το παραμικρό σε κάθε μου βήμα. Δεν χρειαζόμουν πια το σκληρό κι απάνθρωπο σύρμα, δεν το άντεχα. Είχε καταντήσει μια υπερβολή στη ζωή μου, η οποία θα κινδύνευε σοβαρά αν εξακολουθούσα να παίζω μαζί του. Είχε φτάσει η ώρα για να απομακρυνθώ και να προχωρήσω χωρίς εκείνο στην επόμενη φάση. 

Στην τελευταία στροφή πριν από την προσγείωση, έτσι καθώς μπαίνεις στην τελική ευθεία για την κάθοδο, έχεις πλέον εξαντλήσει τα περισσότερα καύσιμά σου και κατεβάζεις το σύστημα προσγείωσης. Έτσι έκανα κι εγώ εκείνο το καλοκαίρι του 2008 στη Νάξο. Βρισκόμουν πια μερικά μέτρα πριν από τον διάδρομο και έβλεπα μπροστά μου την ευθεία γραμμή που σχημάτιζαν τα αναμμένα φωτάκια, χαραγμένη πάνω στη γη, να χάνεται στο βάθος. Αν δεν κατόρθωνα να την πιάσω κατεβαίνοντας, θα γινόμουν κομμάτια. Τώρα όμως βρισκόμουν ακόμη στον αέρα και έχανα διαρκώς ύψος, σχεδόν σε ελεύθερη πτώση. Η κλασική κιθάρα θα γινόταν το σύστημα προσγείωσης που θα με βοηθούσε να προσεγγίσω τον διάδρομο. Αργά, απαλά κι ανθρώπινα -σαν κι εκείνη. 

Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που δεν είχα πάρει μαζί μου κιθάρα σε διακοπές. Προφανώς, όπως το σκέφτομαι πια μετά από κάποια χρόνια, ο κύκλος των συρμάτινων χορδών είχε ολοκληρωθεί -για εκείνη την περίοδο τουλάχιστον, όπως αποδείχθηκε αργότερα- και μου ήταν αδιανόητο να τον συνεχίσω. Περπατώντας μια μέρα στην πόλη ένιωσα πολύ έντονη την έλλειψη μιας κιθάρας και μετάνιωσα που δεν είχα μια μαζί μου. Όταν όμως έφερα στο νου μου τις κιθάρες μου, ένιωσα μια περίεργη "αποστροφή". Δεν τις ήθελα. Δεν ήθελα εκείνες, ήθελα κάτι άλλο. Κατάλαβα. Από μέσα μου ξεπήδησε εντελώς αβίαστα η θέληση και η απόφαση να αγοράσω μια κλασική κιθάρα. Από εκεί, από το νησί. Θα είχε και την ιδιαίτερη χάρη της αφού θα ήταν βαφτισμένη στα νερά του πανάρχαιου Αιγαίου. Δεν μπορεί, μεγάλο νησί είναι, σκέφτηκα. Με χιλιάδες μόνιμους κατοίκους που έχουν παιδιά. Θα υπάρχει κάποιο ωδείο, οι μαθητές θα μαθαίνουν μουσική. Στον κεντρικό δρόμο ανακάλυψα το μαγαζί που έψαχνα. Ήταν ο τοπικός αντιπρόσωπος της YAMAHA. Μπήκα μέσα και ζήτησα να δω τις φθηνές κλασικές κιθάρες. Μου έδειξαν δυο-τρία μοντέλα και, χωρίς να χρειαστεί να καθυστερήσω ιδιαίτερα, αποφάσισα να αγοράσω την C40. Ακουγόταν αρκετά ικανοποιητικά -θα έλεγα πως για τα αυτιά μου ο ήχος της ήταν επαρκής. Εξάλλου, ήμουν σε διακοπές και δεν ήθελα να επενδύσω πολλά χρήματα αφού η κιθάρα θα ήταν εκτεθειμένη σε πολλές μετακινήσεις, στον ήλιο, στην άμμο και γενικά στην ευκολία και στην προχειρότητα των διακοπών -και μάλιστα σε νησί. Ένιωθα πως σιγά-σιγά, μέρα με τη μέρα, θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι μου για το προσεχές μέλλον. Ότι είχε έλθει η ώρα να ξημεροβραδιάζομαι μαζί της και να την έχω πάντα στα χέρια μου. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος να ξοδέψω πολλά χρήματα. Την ίδια μέρα απέκτησε και μια μικρή χαλκομανία με έναν συμπαθητικό καρχαρία που χοροπηδά. Δεν την πρόσεξα, δεν την προφύλαξα ποτέ ιδιαίτερα. Την άρπαζα απότομα και άρχιζα να παίζω το οτιδήποτε. Έτσι όπως ακριβώς μου ερχόταν η διάθεση κάθε φορά. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σκέψη και φροντίδα. Και όταν αυτό που έβγαινε από μέσα μου στέρευε, κουραζόταν ή βαριόταν, την έβαζα στην άκρη της.

Οι χορδές γυρίστηκαν ανάποδα για να εξυπηρετούν την αριστερόχειρη καλλιτεχνική μου φύση και οι πρώτες νότες σηκώθηκαν στον αέρα. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα εξαιτίας του γυρίσματος των χορδών γιατί -όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι κιθαρίστες- το πίσω κοκαλάκι στον καβαλάρη της κλασικής δεν αποκλίνει πολύ από την ορθή γωνία ως προς τις χορδές, όπως συμβαίνει στην ακουστική, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν μεγάλες απώλειες στην τονικότητα και στις αρμονικές όταν οι χορδές γυρίσουν ανάποδα. Αλλά αυτά είναι τεχνικά θέματα -που όμως είναι εξίσου σημαντικά γιατί αλλιώς δεν υπάρχει σωστός ήχος, δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Το θέμα είναι πως είχα πια φτάσει σε έναν ακόμη προορισμό στη ζωή μου, έτσι ένιωσα. Σε έναν ακόμη σταθμό όπου θα κατέβαινα για να ζήσω. Φρέσκος και καινούργιος ταξιδιώτης, γεμάτος φόρα, κέφι και όρεξη. Γεμάτος όνειρα για εξερευνήσεις και περιπλάνηση. Ήταν το κομμάτι που έλειπε και θα με συμπλήρωνε. Τα τελευταία χρόνια χώλαινα μουσικά. Χρόνο είχα, δεν μου είχε λείψει. Αλλά οι κιθάρες παρέμεναν ξεκούρδιστες και κλειδωμένες στις θήκες τους. Έδειχναν να έχουν σωπάσει. Σιγή στα σύρματα και σκληροί ελιγμοί στην ψυχή. Είχε έλθει η ώρα να μαλακώσουν όλα. Να αποκτήσουν μια πιο ανθρώπινη υπόσταση και να αφήσουν το ποτάμι της ζωής να τα παρασύρει. Η κλασική κιθάρα ήλθε και έμεινε στη ζωή μου για αρκετά χρόνια ως η αποκλειστική κιθάρα μου. Οι υπόλοιπες παροπλίστηκαν εντελώς. Ούτε που άντεχα να τις κοιτάξω. Τα μεσημέρια, στα διαλείμματα από την πολύωρη δουλειά, ο ύπνος με έβρισκε ανάσκελα, αγκαλιά με την κλασική. Είχα μεγάλη ανάγκη τον απαλό, τρυφερό της ήχο -ακόμη και την απλή αίσθησή της πάνω στο σώμα μου. Το μικρό της βάρος και το μικρότερο μέγεθος σε σύγκριση με τις "άλλες". Έμαθα να παίζω αλλιώς -διαφορετικά. Η ταστιέρα ήταν πια πολύ φαρδιά και εντελώς επίπεδη και τα δάχτυλα έπρεπε να βρίσκουν αυτόματα τις νέες θέσεις πάνω της. Στην αρχή ήταν δύσκολο. Συνηθισμένος σε πιο στενές ταστιέρες, τα δάχτυλα πατούσαν άλλα αντ' άλλων και έτριζαν όλα -χορδές, τάστα και ξύλα. Νευρίαζα, καθυστερούσα, τα παράταγα. Νομίζω όμως πως τελικά ο τρόπος μου βρήκε την έκφρασή του χωρίς φόβο και πάθος πια. Μαζί της μαλάκωσα κι εγώ και απεκδύθηκα πολλά βάρη και κελύφη του παρελθόντος. Αλλά ταυτόχρονα ήλθα πάλι σε επαφή με τη μουσική, μια επαφή και μια σχέση που είχα αρχίσει να χάνω. Είδα τη μουσική κι εμένα από άλλες πλευρές και διαπίστωσα πως η κλασική κιθάρα δεν ονομάστηκε τυχαία "κλασική".  

Ήδη άνοιγα νέους δρόμους.