Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Πλημμύρα

Στον τόσο ευαίσθητο φίλο Τηλέμαχο, 
που ζει εκεί ψηλά, στις πλαγιές του Ολύμπου.
Θυμάμαι τα βράδια που παίζαμε το "Απόψε είναι βαριά" 
και οι τουρίστριες χόρευαν ξυπόλυτες πάνω σε σπάσμένα πιάτα, 
σε ένα σουρεαλιστικό υπαίθριο παραλιακό παράπηγμα, στα μέσα του '80...  

Μ' αρέσει πια να βλέπω τη βλακεία γύρω μου. Μ' αρέσει που ξεχειλίζει από παντού. Κυλάει στους δρόμους σαν υγρό ποτάμι και κατακλύζει τα πάντα. Χρόνια τώρα τη βλέπω. Στην αρχή το θέαμα φάνταζε αποκρουστικό. Αργότερα εξοργιστικό και ντροπιαστικό. Κάποτε πέρασα μια μεγάλη περίοδο στην οποία ένιωθα συμπόνοια και συμπάθεια. Έβλεπα την ταλαιπωρία όλου αυτού του κόσμου -όχι ότι κι εγώ δεν πλήρωνα το μερίδιό μου- και είχα την τάση να πάρω στην πλάτη μου και να σηκώσω ξένα βάρη, λες και έφταιγα εγώ και έπρεπε να άρω τις "αμαρτίες" του κόσμου. Η αλήθεια είναι πως όσο και όπως μπορούσα, έτρεχα. Με τον τρόπο μου. Με τον τρόπο του ο καθένας. Αλλά έχοντας πάντα στο μυαλό την αδυναμία και την ευάλωτη θέση του συνανθρώπου. Την ανημπόρια, τη φτώχεια, την πείνα και την εξαθλίωσή του. 

Με τον καιρό όμως έφυγαν αυτές οι αντιδράσεις και το τοπίο μέσα μου άλλαξε. Άρχισα να αποστασιοποιούμαι από πάθη και εμπάθειες. Οι θερμοκρασίες έπεσαν και οι άνεμοι καταλάγιασαν. Δεν ήταν αδιαφορία για τα κοινά, δεν ήταν μισανθρωπία. Κατάλαβα πια πως πίσω από όλα αυτά που συνέβαιναν στον κόσμο υπήρχε κάτι άλλο, κάτι μεγαλύτερο. Είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου, αυτό που είχε αρχίσει να διαγράφεται εδώ και είκοσι χρόνια, όταν άρχισε η Μεγάλη Κατρακύλα, όχι μόνο στα στενά πλαίσια της χώρας αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Και επειδή η ζωή αρχίζει εκεί όπου τελειώνει κάθε φαντασία, η πραγματικότητα τελικά ήταν πολύ πιο αδρή και αμείλικτη από κάθε προσδοκία. Εδώ πια είχαμε να κανουμε με μια νέα τάξη πραγμάτων (New World Order) -όπως πολύ σωστά και εύστοχα, όπως αποδεικνύεται, την αποκαλούσαν τα διάφορα κέντρα εξουσίας σε όλον τον κόσμο. Δε λέω, ήμουν κάτι παραπάνω από βέβαιος για αυτήν την Πτώση, αλλά η Εξορία που ακολούθησε για τον Άνθρωπο ήταν στην αρχή απερίγραπτη. Βαριά και βαθιά. Βουβάθηκα και κατάπια τη γλώσσα μου. Μού κόπηκε η ανάσα και χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να αρχίσω να βλέπω πάλι καθαρά. Τον πρώτο καιρό ήμουν πλημμυρισμένος από οργή και ντροπή. Ήταν οι αρχικές, σπασμωδικές αντιδράσεις της ορμής για επιβίωση. Ένιωθα οργισμένος για όλους και όλα εκείνα που μας είχαν οδηγήσει σε αυτήν την αδιανόητη κατάσταση, που φυσικά έπληττε αμείλικτα κι εμένα όπως όλους. Μάλλον όμως δεν είχα εκτιμήσει το πραγματικό μέγεθος της Πτώσης, αφού όλα όσα συνέβαιναν τώρα ήταν κατά πολύ χειρότερα από όσα υποσυνείδητα ανέμενα. Αργότερα κάθισα και σκέφτηκα πως η ζωή πάντα θα με ξεπερνάει κι έτσι άρχισα να συμμαζεύω την οργή και τις σκέψεις μου. Ο λόγος έγινε λιγότερο κοφτερός και οξύς, ενώ τα γεγονότα, που έρχονταν και διαδέχονταν απανωτά το ένα το άλλο, τα βίωνα με λιγότερο οδυνηρό τρόπο. Φυσικά, οι αντικειμενικές δυσκολίες -που για κάποιους και κάποιες φορές έφτασαν να καταστούν ανυπέρβλητες και οριακές για την ίδια τη ζωή τους- δεν έπαψαν να υφίστανται, ενώ εμφανίζονταν διαρκώς νέες. Έτρεξα στην αρχή να συνδράμω όπου, όπως και όσο μπορούσα. Έφτασα ίσως στην υπερβολή. Ήταν αδύνατο να καταφέρω οτιδήποτε σε συλλογικό επίπεδο. Κανένα αποτέλεσμα. Ίσα-ίσα, υπήρξε μια μεγάλη διάψευση των συμμετοχικών και ομαδικών προσπαθειών, ενώ πολλές φορές όλες εκείνες οι δράσεις επέστρεφαν σαν μπούμερανγκ από τα κέντρα εξουσίας αλλά και από την υπερβολική πολυδιάσπαση του κόσμου. Κι έτσι κάποια στιγμή αναρωτήθηκα: μια Πλημμύρα δεν ήταν εκείνη που ερχόταν κάθε φορά στην ιστορία της Γης για να ξεπλύνει τα πάντα στο πέρασμά της; Έτσι ήταν. Και λούφαξα αποδεχόμενος την νομοτέλεια. Η εικόνα άρχισε να παγώνει, ενώ όταν ήλθε το μούδιασμα κάποιοι μίλησαν για "προσαρμογή" και "προσομοίωση" με το Τέρας. Στην αρχή, το παραδέχομαι, σχεδόν συμφώνησα. Έβλεπα πως δεν υπήρχε περιθώριο καμιάς αντίδρασης. Όλα είχαν κλείσει από παντού. Διαφυγή καμιά. Αργότερα όμως άρχισα να αποστασιοποιούμαι συνειδητά και από αυτή τη θέση και αίσθηση. Προσπάθησα να βρω μια άλλη εξήγηση, μια ερμηνεία που θα "αγκάλιαζε" κατά κάποιον τρόπο τόσο τη Δράση όσο και την Αντίδραση -μια ολιστική προσέγγιση και επόπτευση. Συνεχίζω να την χτίζω. Έχει ξεπεράσει το ύψος του νερού από καιρό και εξακολουθεί να ανεβαίνει. Ανασαίνω ελεύθερα.

Έχω σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο, όπως κάνουν οι απελπισμένοι και οι διασωθέντες σε εκείνες τις ασυγκράτητες πλημμύρες που συμβαίνουν στην Άπω Ανατολή, όταν τα ποτάμια καλύπτουν ό,τι βρούνε στο πέρασμά τους, και ατενίζω την πλάση γύρω μου να κατρακυλάει. Κάπου μακριά απέναντι, σε ένα άλλο δέντρο, βλέπω ένα σκύλο, σε μια θεόρατη θημωνιά που ξεπροβάλλει μέσα απ' το νερό έχει σκαρφαλώσει ένα καγκουρό και σε ένα στύλο του ηλεκτρικού ισορροπεί μια γαζέλα, ενώ μια ομάδα λύκων -μολονότι αυτοί συνήθως πάνε μόνοι τους αλλά ας όψεται η ανάγκη- βλέπω να ανηφορίζει βιαστικά προς την κορυφή του λόφου της στέπας.

Χαζεύω τους ανθρώπους να κυλιούνται απελπισμένοι στο βόρβορο μιας ατέλειωτης και άπατης πηχτής ηλιθιότητας. Το μεγάλο και χρόνια ταλαιπωρημένο πλήθος σέρνεται αγκιστρωμένο σε τεράστιους κορμούς που χυμάνε μαζί με την πλημμύρα. Σε κορμούς που, όταν ήταν όρθιοι, έδειχναν μεγάλα και εύρωστα δένδρα, γεμάτα κλαδιά και φύλλα που έριχναν τη σκιά τους σε κάθε διψασμένο και κουρασμένο περαστικό. Αλλά να που και τώρα, μετά την ξύλευση που υπέστησαν από τη φύση και την ροή των εξελίξεων, συνεχίζουν να προσελκύουν και να κρατάνε γερά δεμένους πάνω τους χιλιάδες, εκατομμύρια άπορους και απέλπιδες ναυαγούς. Ανθρώπους ανώνυμους και βασανισμένους, αρπαγμένους τον έναν απ' τον άλλον -απ' το σκισμένο πουκάμισο που περισσεύει πίσω τους και επιπλέει μουσκεμένο, απ' το απλωμένο χέρι που προσπαθεί να ισορροπήσει στα νερά, απ' το πόδι που σπαρταράει για να κρατηθεί στην επιφάνεια της νερουλής λάσπης. Επάνω στους κορμούς βλέπω διάφορες γνωστές φάρες. Αυτούς που άλλοτε έβλεπα ντυμένους με λαμέ και στρας να υποδύονται την εκλεκτή και άρχουσα κάστα, τους άλλους με το σχετικά έως αρκετά επιμελημένα αφρόντιστο κάζουαλ γουέαρ των σκεπτόμενων πολιτών που φορούσαν απίθανα σχέδια και χρώματα σκελετών στα γυαλιά και ασχολούνταν με τον τραυματισμό της πεταλούδας πιτσουτσούνι στη Νήσο Χονσού ή με το τελευταίο άφταστο καλλιτεχνικά πολυθέαμα, και τους άλλους με τα σοβαρά, κυριλέ ρούχα που σύχναζαν σε μοστράτα καφέ και εκδηλώσεις των ΒΠ* -πρόκειται για αυτούς που έχουν στα χέρια τους τη χώρα και την σώζουν διαρκώς μέσα από τις κοσμικές στήλες και τα έδρανα του Παλατιού -για να μην ξεχνάμε και την πραγματική και ουσιαστική λειτουργία κάποιων κτηρίων... Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, τα λαμέ και τα στρας έχουν λασπωθεί από καιρό και οι κάτοχοί τους μοιάζουν μάλλον με γουρούνια, που όμως -και εδώ είναι η τρομακτική τους ικανότητα να μεταλλάσσονται- βρίσκονται στο στοιχείο τους και απολαμβάνουν τα λασπόλουτρα δίχως να ενοχλούνται. Έχουν μάλιστα ήδη εντάξει τη λάσπη στο νέο τους λουκ και την επιδεικνύουν περιφερόμενοι αυτάρεσκα. Κυλιούνται σαν λασπωμένα κτήνη και αφήνονται στην ορμή των στοιχείων της φύσης, έχοντας την εντύπωση πως πρόκειται για ένα ακόμη κοσμοπολίτικο event από εκείνα στα οποία μαζεύονται και χαριεντίζονται ανόητα, φορώντας διαδοχικά όλες τις μάσκες που διαθέτουν στο βεστιάριό τους -κι από μέσα το δάκρυ ας πηγαίνει κορόμηλο. Το τερμάτισαν. Παραδίπλα, τα κόκκινα γυαλιά επιτέλους γδάρθηκαν ή ξεθώριασαν. Δεν νομίζω πως οι κάτοχοί τους θα αισθάνονται ιδιαίτερα υπερήφανοι γι' αυτήν την κατάντια τους, γνωρίζοντας πως οι εκδορές είναι πλέον κάτι παραπάνω από ορατές στους "άλλους". Όνειδος και ξεπεσμός. Σχεδόν σαν να γλύφουμε εκεί όπου άλλοτε φτύναμε -αφού εξακολουθούν να φοράνε τα ίδια γυαλιά και τις ίδιες στολές, απερίσπαστοι μέσα στο ασυνείδητο και μη ρεαλιστικό ονειρικό τους βάθος. 

Ε, καλά, υπάρχουν κι άλλοι, ξέρω. Είναι κάτι ανεκδιήγητα τυπάκια που υιοθετούν ένα και καλά σαρκαστικό ύφος με άφθονο "χιούμορ" -σαν βγαλμένο από εκείνο το πλήθος ανόητων και εντελώς κακόγουστων/kitsch έντυπων κόμικς που κυκλοφορούσαν σωρηδόν και γέμιζαν μάταιες και ματαιόδοξα άτοπες κουλτουριάρικες βιβλιοθήκες στις δεκαετίες του '80 και του '90- και ανταλλάσσουν α-νοησίες βγαλμένες από το αργοκίνητο έως ακίνητο και φοβισμένο πνεύμα που συντηρούν κάτω από το κρανίο τους. Ε, ναι! Με μπόλικη χλεύη και σαρκασμό για τους "άλλους" που δεν "πιάνουν το πνεύμα" τους. Έχουν όμως πλάκα οι κερατάδες, όπως και να το κάνεις. Γιατί μόλις έλθει το πλήρωμα του χρόνου και φουσκώσει η κοιλίτσα από γκαστριά -όταν πρόκειται για γυναίκες- μετατρέπονται σε κοτάρες ολκής και δέχονται επισήμως συγχαρητήρια για την "εκπλήρωση του προορισμού της ζωής τους" και για τον "πιο αγαπημένο άντρα/γυναίκα της ζωής τους" (το ακόμη αγέννητο μωρό, καλέ!), ή αντίστοιχα, όταν πρόκειται για άνδρες, φουσκώνουν σαν γάλοι όταν "χτυπήσουν μουράτη γκόμενα" -που την περιφέρουν σαν τον πρωτόγονο άνθρωπο των σπηλαίων, ευτυχώς όχι από τα μαλλιά ένεκα ο φεμινισμός, ενώ αρπάζουν λαίμαργα τον ρόλο του "οικογενειάρχη" προκειμένου να ξεφύγουν από τα δόντια της αδίστακτης Ελληνίδας μάνας-βδέλλας. Τη συνέχεια την ξέρουν όλοι. Κυριακάτικες επισκέψεις σε πεθερικά και συν-πεθερικά, όλοι συνδαιτυμόνες γύρω από το αχνιστό πιλάφι πάνω στο άσπρο τραπεζομάντηλο. Στη γνωστή σύναξη με τα μπόλικα υπονοούμενα, που ενίοτε βγάζουν μάτι, τις μπηχτές και τα βλέμματα που σκοτώνουν. Το κρασί σκεπάζει τα πάντα, κάποιες φορές επιτυχώς και άλλες φορές με καταστροφικές συνέπειες για την σύμπνοια και την ενότητα της οικογένειας και των προαιώνιων δεσμών αίματος. Πολύ συχνά αυτές οι συνευρέσεις καταλήγουν σε τραγωδίες-τραγέλαφους ή, συχνότερα, στη συμφωνία για το πότε οι παππούδες θα κρατήσουν τα εγγόνια για να "χαλαρώσει λίγο το ζευγάρι".

Πάνω στο δέντρο μου προσπαθώ να με χτυπά ο ήλιος όσο γίνεται περισσότερο για να στεγνώνω σιγά-σιγά από τη βλακεία. Με έχει χτυπήσει κυρίως στην αριστερή πλευρά. Μούσκεμα είμαι κι εγώ ενω κάποιοι απίθανοι τύποι κάνουν ράφτινγκ και περνάνε με τις βάρκες τους κυριολεκτικά σφυρίζοντας μέσα απ' τα πόδια μου. Πώς καταφέρνουν μερικοί, βρε παιδί μου, και επιβιώνουν ακόμη κι εδώ; Είναι πράγματι αξιοθαύμαστοι, αν και εντελώς ύποπτοι. Πώς είχαν προνοήσει και φόρεσαν τις περίπλοκες και φανταχτερές στολές τους; Είχαν ειδοποιηθεί; Και από ποιον; Πάλι βρώμα μού μυρίζει κι εδώ. Κοίτα τους! Σαν παγώνια γεμάτα λειλιά, κράνη και χρώματα. Σαν παραφουσκωμένες χαρχουδοπεταλούδες. Λες και πάνε σε εξόρμηση του Κλικ για κατάβαση του Αχέροντα. Να δεις που θα έχουν μαζί τους και φωτογράφο!

Η πλημμύρα φουσκώνει, το ποτάμι απλώνεται διαρκώς αλλά τα περιθώρια στενεύουν. Αν δεν κάνουμε κάτι, θα μας πνίξει η πραγματική πλημμύρα που έχει προκληθεί από το ποτάμι της μεγάλης βλακείας -αν δεν είναι ήδη αργά. Η βουή της ακούγεται εδώ και χρόνια και σε λίγο θα σκεπάζει τα πάντα. Το να πιάσει όμως όποιος μπορεί μια κορυφή ή ένα δέντρο μπορεί τελικά να μην είναι λύση. Γιατί μετά για να επικοινωνήσει με τους άλλους θα χρειάζεται να επιστρατεύσει ουρλιαχτά και αλυχτήματα. Αλλά πάλι, καμιά φορά σκέφτομαι όπως στην αρχή. Πως οι πλημμύρες και οι κατακλυσμοί εμφανίστηκαν αρκετές φορές στην ιστορία του κόσμου για να ξεπλύνουν το παρελθόν και να προετοιμάσουν το μέλλον. Ούτως ή άλλως, η ζωή κύκλους κάνει.

Μ' αυτά και μ' αυτά περί πλημμύρας και κάθε "αποκλεισμένου" σε ψηλή κορφή μού ήλθε στο μυαλό ο Τηλέμαχος. Ζει πάντα εκεί ψηλά, στον Παλιό Παντελεήμονα, στον Κάτω Όλυμπο. Θυμάμαι μού είχε παίξει την ΤΡΑΝΤΑΦΛΙΑ τότε, στα μέσα του '80, όταν ανέβαινα σχεδόν κάθε βράδυ στο ταβερνάκι που είχε στην είσοδο του χωριού. Τρώγαμε, πίναμε, κουβεντιάζαμε πολύ και για όλα και κάποια στιγμή έπιανε το μπουζούκι ή τον τζουρά και τραγούδαγε. Το τραγούδι αναφέρεται σε αυτήν ακριβώς την πτώση από τα ψηλά στα χαμηλά -στον "ξεπεσμό", όπως έλεγε ο Τηλέμαχος. Δημιουργός και ερμηνευτής του ο Τηλέμαχος Ζαγρέας. Στην κιθάρα ο υπεροχος Μπαντούκ. 


video 

- παλιό χωριό: Παλαιός Παντελεήμονας Πιερίας
- Μαλαθριά: Δίον Πιερίας
- "Απαράτσις τς καστανιές κι πήγις στα καπνά": εννοεί άφησες το βουνό και κατέβηκες στον
  κάμπο, σε χαμηλότερο επίπεδο ζωής. 

*ΒΠ: Βορείων Προαστίων

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Συνάντηση

- Το θυμάσαι αυτό;
- Ναι, αμέ.
- Μού έλειψες πολύ.
- ...
- Άγρια πράγματα.
- Το ήξερα, τι νόμιζες τότε, πως δεν το ήξερα ότι ήταν και θα ήταν άγρια;
- Το ξέρω ότι το ήξερες. Εγώ δεν ξέρω τι ήξερα τότε. Ήταν όλα σαν ψέμα,
  σαν σύννεφο, σαν ζαλάδα.
- Κι αυτό το ήξερα. Το ήξερα καλά. Γι' αυτό έφευγα.
- Και γι' αυτό έφυγες για πάντα.
- Μπορεί.
- Κι εγώ αργότερα έφευγα. Δεν άντεχα. Ειδικά από τότε που έφυγες κι 
  εσύ.
- Το ήξερα. Σε έβλεπα.


- Σήμερα δεν ξέρω αν το θυμάμαι πια.
- Αν καθίσεις και το προσπαθήσεις, θα το θυμηθείς. Πάντα τα θυμόσουν 
  όλα.
- Δεν ξέρω.
- Εγώ όμως τώρα πια ξέρω. Να δεις που θα το θυμηθείς.
- Έχει νόημα χωρίς εσένα;
- Σ' αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω. Είναι πρακτικώς αδύνατο.
- Καταλαβαίνω. Τουλάχιστον, αν και μπορεί να μην ήξερα -με τη βαθιά και
  συνειδητή έννοια της γνώσης-, καταλάβαινα κι ένιωθα.
- Γι' αυτό σ' αγαπούσα.
- Δεν έχουν νόημα αυτά τώρα πια στη ζωή.
- Όπως ακριβώς το λες. Στη ζωή.
- Γιατί; Έχουν αλλού;
- ...
- Καλά.


- Το ξέρεις ότι σε έχω πάντα μαζί μου, δίπλα μου, από τότε που έφυγες.
- Το ξέρω. Είδες πώς έρχονται τα πράγματα; Εγώ σε είχα κοντά μου μέχρι
  τότε που έφυγα, και μετά, από τότε που έφυγα, με έχεις εσύ συνέχεια
  κοντά σου.
- Είναι για να μην χαθούμε ποτέ.
- Δεν πρόκειται να χαθούμε ποτέ.
- Τι θα πει "ποτέ" εδώ όπου μιλάμε;
- Δεν μπορώ να σου πω. Όπως και ό,τι ακριβώς αντιλαμβάνεσαι. Εξάλλου,
  είπαμε, εσύ αντιλαμβανόσουν πάντα τα πράγματα.
- Καλά.


- Τι λες; Θα προσπαθήσεις να το θυμηθείς;
- Μπορεί. Κάποια στιγμή.
- Σ' αφήνω τώρα. Πρέπει να βγω.
- Να βγεις. Αλλά να μην απομακρύνεσαι για πολύν καιρό.
- Δεν υπάρχει καιρός. Ούτε απομακρύνομαι.
- Το ξέρω. Το βλέπω. 

Γραμμένο με αφορμή το "Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα",
που είχα -σκόπιμα- να ακούσω χρόνια
και φέτος το φθινόπωρο ξανάπιασα την κιθάρα για να το παίξω,
βουτηγμένος στις αναμνήσεις από τον Φίλο μου...