Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Πρωτομαγιά του '44


Πριν από κάποια χρόνια -όχι πολλά, γύρω στα τρία με τέσσερα- μου άρεσε να περπατάω στο άλσος του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής. Όταν κουραζόμουν από την πολλή δουλειά και το μυαλό μου γινόταν γιαούρτι, σηκωνόμουν και κατευθυνόμουν προς τα εκεί. Είναι σχεδόν δίπλα μου και σε πέντε λεπτά είμαι μέσα. Είναι τεράστιο και πολύ όμορφο. Ιδίως από την άνοιξη και μετά, όταν το έδαφος πρασινίζει από το καινούργιο χορτάρι και τα μικρά ανθάκια κάνουν την εμφάνισή τους παντού, το πάρκο γεμίζει από μαμάδες με τα παιδάκια τους, που παίζουν στις διάφορες παιδικές χαρές, στα ανοιχτά ή περιφραγμένα γήπεδα και στο γρασίδι. Αλλού βλέπεις τη φάρμα των ζώων. Σκυλιά με τους ιδιοκτήτες τους. Οι άνθρωποι μαζεμένοι σε μια παρέα και τα σκυλιά ελεύθερα να αλωνίζουν στο χορτάρι, να μυρίζονται και να γνωρίζονται μεταξύ τους, να παίζουν, να δαγκώνονται ψεύτικα, να ουρλιάζουν από χαρά και ελευθερία. Λίγο παραπέρα, οι ηλικιωμένοι έχουν πιάσει τα παγκάκια. Λιάζονται και συζητούν. Οι άνδρες λένε για τις τρέχουσες εξελίξεις και τις κομμένες συντάξεις. Οι γυναίκες φλυαρούν για τα πάντα, στιγμές-στιγμές αρπάζονται κιόλας. Τους κάνω κέφι. 

Ήλιος απλόχερα δοσμένος από ψηλά. Ήλιος ζεστός, καυτός και ζωντανός. Άπειρος. Πλημμυρίζεις από φως.

Εκεί λοιπόν, στη μια πλευρά του ιερού περιτοιχισμένου χώρου, όπου οι Γερμανοί εκτέλεσαν διακόσιους αθώους την Πρωτομαγία του '44, κάποια μέρα αντίκρισα το πανό της φωτογραφίας. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση για την απλότητα, την επιβλητικότητα, τη δύναμη και την αμεσότητά του. Κλονίστηκα από την αλήθεια του. Κυριολεκτικά μαρμάρωσα μόλις το είδα. Σαν να με χτύπησε γροθιά κατάστηθα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή και το απαθανάτισα. Ήθελα να βλέπω και να ανακαλώ αυτήν την εικόνα συνεχώς, όσο μπορούσα. Γιατί κάτι έξυνε μέσα μου, κάτι που μου άρεσε και που δημιουργούσε ανάταση και αφορμή για σκέψη. Έπειτα στάθηκα και το κοίταζα για ώρα πολλή. Ανάσαινα το ανοιξιάτικο αεράκι που φύσαγε απαλά και έκανε το χορτάρι στα πόδια του τοίχου να τρέμει και άρχισα να σκέφτομαι.

Το μυαλό μου γύρισε πίσω δεκαετίες. Η εικόνα έγινε ασπρόμαυρη και ο ουρανός γκρίζος. Στον αέρα γύρναγε η μυρωδιά της μπαρούτης και της φωτιάς. Οι άνθρωποι φορούσαν μαύρα και παιδιά δεν υπήρχαν. Ήταν κλεισμένα και διπλομανταλωμένα πίσω από πόρτες και παράθυρα, βυθισμένα στις αγκαλιές των μανάδων, που τους έφρασσαν τα στόματα με τα χέρια για να μην φωνάξουν. Πίσω από μια γωνιά του πάρκου ξεπροβάλλει μια πομπή λιπόσαρκων ανδρών και γυναικών, διαφόρων ηλικιών, που προχωρά προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεξιά κι αριστερά τους, κραδαίνοντας τα πολυβόλα στα χέρια, υπάρχουν εκπρόσωποι του είδους των ανθρώπων, που όμως σε περιόδους πολέμου μετατρέπονται σε ζώα κυριαρχημένα από το ένστικτο της επιβολής. Τα ζώα φωνάζουν δυνατά ενώ οι άνθρωποι προχωράνε αμίλητοι με το κεφάλι ψηλά. Τα σακάκια και τα φορέματα κυριολεκτικά κρέμονται επάνω τους. Είναι τόσο αδύνατοι που τα ρούχα τους ανεμίζουν έτσι καθώς περπατάνε. Σαν σημαίες. Σημαίες σκούρες, δεν διακρίνω χρώματα, το τοπίο παραμένει ασπρόμαυρο. Προχωρούν αποχαιρετώντας τη ζωή και χαιρετώντας το θάνατο. Παρατάσσονται κατά εικοσάδες μπροστά στα πολυβόλα. Το πρώτο κροτάλισμα με ξυπνάει απότομα. Ξαναγυρίζω στο χρώμα.

Βλέπω κοντά μου δυο υπαλλήλους του Δήμου Καισαριανής να τριγυρνάνε κάνοντας διάφορες μικροεργασίες στο πάρκο. Καθαρισμούς, φροντίδες, έλεγχο. Στην αρχή διαστάζω να κάνω αυτό που σκέφτομαι, αλλά μετά πνίγομαι από την ορμή και προχωράω. Τους πλησιάζω και τους χαιρετώ. Είναι σχεδόν ευγενικοί αλλά και περίεργοι, μπορεί και καχύποπτοι. Τους ρωτάω αν ξέρουν γιατί κατέβηκε το πανό. Με κοιτάνε σαν χαμένοι και μου λένε αδιάφορα και οι δυο πως δεν έχουν ιδέα για ποιο πανό τους μιλάω, συνεχίζοντας βαριεστημένα τη δουλειά τους, χαμένοι μέσα στη μικρότητα και την ασημαντότητα της ύπαρξής τους. Την αδιαφορία και την ισοπέδωση. Τους ρωτάω αν είναι καιρό υπάλληλοι του δήμου -μου απαντούν πως εργάζονται στο δήμο εδώ και πολλά χρόνια. Απομακρύνομαι σιγά-σιγά. Σκέφτομαι πως όταν ο άνθρωπος δεν σηκώνει το κεφάλι ψηλά να κοιτάξει τον "ουρανό", δεν πάει μακριά. Σέρνεται στη γη, κολλημένος στις λάσπες και χτυπημένος από τις πέτρες και τα χαλίκια. Στενοχωρήθηκα.

Κάθε φορά που πήγαινα στο Σκοπευτήριο, πέρναγα μπροστά από εκείνο τον τοίχο για να βλέπω το τεράστιο κόκκινο πανό με τα κίτρινα γράμματα. Ήταν κάτι σαν σύμβολο πια μέσα στο αχανές πάρκο. Λειτουργούσε σαν μαγνήτης επάνω μου. Ξέρω πολύ καλά την αγριότητα της καθημερινότητας -κι αν δεν ξέρω την αγριότητα της συγκεκριμένης καθημερινότητας, μπορώ να την φανταστώ. Όπως ξέρω πολύ καλά πως πολλές φορές η μνήμη δεν βοηθά τη συνέχιση της ζωής γιατί είναι βαριά. Τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις. Και η ζωή έχει εντολή να προχωρά σβήνοντας τα ίχνη που αφήνει στο πέρασμά της -ακριβώς για να μπορεί να προχωρά. Δεν ξέρω αν "εξελίσσεται", αλλά τουλάχιστον προχωρά. Επιβιώνει, συνεχίζει να υπάρχει και να αναπαράγεται. Αλλά η άγνοια και η αδιαφορία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, που οδηγούν σε ύποπτες ατραπούς. Δεν ξέρω, ίσως φταίει και ο δήμος, η "πολιτεία", που επιτρέπουν να υπάρχει γύρω από τον ιερό χώρο αυτός ο ανυπέρβλητος τοίχος. Ένας τοίχος που λειτουργεί σαν να μας διαχωρίζει από την ιστορία. Πόσες φορές δεν θέλησα, εγώ ο ίδιος, να μπω μέσα για να σταθώ μπροστά στις μαύρες μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα. Να τα διαβάσω ένα-ένα και να συλλογιστώ. Αλλά η μεγάλη σιδερόφρακτη πόρτα με τα κάγκελα και τα λουκέτα μου έκοβαν κάθε φορά το δρόμο. Νομίζω πως θα ήταν καλύτερο ο χώρος να είναι ανοιχτός. Χωρίς πόρτες και κάγκελα. Ίσως και χωρίς τοίχο. Να πηγαίνουν να παίζουν τα παιδάκια τριγύρω τους και να ρωτάνε τις μανάδες και τους πατεράδες τους για το μνημείο. Κι εκείνοι -αναγκασμένοι πια από την πραγματικότητα και την παρουσία της ιστορίας- να τους απαντούν. Και, αν δεν γνωρίζουν, να διαβάσουν-να ρωτήσουν-να μάθουν. Ο τοίχος δεν έπρεπε να υπάρχει.

Οι άνθρωποι δεν πρέπει να ξεχνάνε. Δεν είναι καλό να ξεχνάμε. Το έχει δείξει και αποδείξει τόσες φορές η ιστορία. Αλλά άλλες τόσες φορές -και μάλλον περισσότερες- έχει δείξει πως αυτό δεν συμβαίνει. Ο άνθρωπος έχει την τάση να μην καταγράφει στο κύτταρό του παρά μόνο τα δυο βασικά του ένστικτα: την επιβίωση και την αναπαραγωγή. Όλα τα υπόλοιπα χάνονται μαζί με τις γενιές που τα κατέκτησαν. Κι έτσι η ζωή προχωρά σαν μια ατέρμονη σπείρα. Με κυρίαρχη τη βία της επιβίωσης, που πολύ εύκολα οι άνθρωποι μετατρέπουν σε επιβολή.

Κι αν κάθισα να γράψω αυτό το κείμενο είναι γιατί κάθε φορά που περνώ δίπλα από τον τοίχο του Σκοπευτηρίου, όπου μέσα βρίσκονται τα ιερά και τα όσια κάποιων ανθρώπων, σηκώνω τα μάτια μου για να δω το πανό που δεν υπάρχει πια. Το πανό που λείπει από τη θέση του. Και νιώθω ότι είναι άδικο, σε αυτήν την περιοχή, στην Καισαριανή, να μην υπάρχει αυτή η φωνή εκεί ψηλά. Με τόση φτώχεια γύρω-γύρω, τόσους ανθρώπους που αγωνίστηκαν, με αριστερούς δημάρχους. Το πανό προφανώς ενοχλούσε κάποιους και το κατέβασαν.

video

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

"Εἴτε θάνατος, εἴτε λευτεριά"

 Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο http://doncat.blogspot.gr 
του Νίκου Δήμου (διεύθυνση της συγκεκριμένης παρουσίασης: 
http://doncat.blogspot.gr/2014/02/blog-post.html)
Με αφορμή την επανέκδοση και προσφορά του έργου από την εφημερίδα "Καθημερινή"
 
Ένας δίσκος με πρωτότυπη μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη, όπου ο Ηλίας Βενέζης και ο Μάνος Κατράκης ζωντανεύουν (ο Κατράκης) και σχολιάζουν (ο Βενέζης) αποσπάσματα από τα "Απομνημονεύματα" του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Ο δίσκος αυτός έχει μία ιστορία 43 χρόνων.

1971 - εκατοστή πεντηκοστή επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης. Με χούντα και εσωτερική κατοχή. Ξαφνικά κυκλοφορεί και μοιράζεται δωρεάν σε χιλιάδες ανθρώπους ένας δίσκος με τίτλο "Είτε θάνατος είτε λευτεριά".


Η ιδέα ανήκε στον Δημήτρη Θεμελή, ραδιοφωνικό παραγωγό (και ιδιοκτήτη του ιστορικού δισκοπωλείου "Κύκλος" στην Καραγιώργη Σερβίας). Μου την είπε κι εγώ κατόρθωσα να πείσω την Esso (τότε Esso-Pappas) να την χρηματοδοτήσει και να διανείμει τους δίσκους ως δώρο στα πρατήριά της.

Ο δίσκος είχε διπλό εξώφυλλο - στο εξωτερικό ανάπτυγμα είχαμε βάλει πίνακα του Παναγιώτη Ζωγράφου και στο εσωτερικό ολόκληρο το κείμενο που ακουγόταν.

Όταν η Καθημερινή με πληροφόρησε για την πρόθεσή της να επανεκδόσει τον δίσκο ζήτησα να αναφερθούν όλοι οι συντελεστές της παραγωγής, πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε.


Αργότερα, ο Νίκος Μαμαγκάκης επεξεργάστηκε και μεγάλωσε το μουσικό υλικό του δίσκου και έγραψε ένα σημαντικό ορατόριο.

 











Ο Δημήτρης Θεμελής, φίλος μία ζωή και κουμπάρος, δεν είναι πια μαζί μας. Ας αφιερώσω αυτή την ανάρτηση στη μνήμη του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ευχαριστώ πάντα τον Νίκο Δήμου, πρώτον για τα κείμενα που μας έχει αφειδώς χαρίσει και δεύτερον για την αναδημοσίευση της παρουσίασής του. Κάποια στιγμή (Ιανουάριος 2015) διαπίστωσα πως οι φωτογραφίες του αρχικού κειμένου του Νίκου Δήμου είχαν αφαιρεθεί από την ανάρτησή του. Μάλλον όποιος τις είχε αναρτήσει τις αφαίρεσε από το δίκτυο. Ίσως και ο ίδιος ο Ν.Δ. Ευτυχώς βρήκα εξίσου αντιπροσωπευτικές και ενημερωτικές φωτογραφίες, μετά από ενδελεχή αναζήτηση, και τις πρόσθεσα στην παρούσα ανάρτηση. Είναι πλέον αποθηκευμένες στις προσωπικές μου "διαδικτυακές αποθήκες" και δεν πρόκειται να ξαναχαθούν. Προσθέτω και μια φωτογραφία του μεγάλου μας συνθέτη Νίκου Μαμαγκάκη. Του Έλληνα συνθέτη με την τεράστια μουσική παιδεία και μόρφωση και σπουδή. Αλλά και διεθνή αναγνώριση για το πρωτοποριακό του έργο -σε έναν δρόμο που άνοιξε ο Γιάννης Χρήστου αλλά τόσο πρόωρα και αναπάντεχα τον έκοψε η ζωή. Ευτυχώς ο Νίκος Μαμαγκάκης έφυγε πλήρης ημερών και το τεράστιο έργο του καταχωρήθηκε στην ιστορία και "με χρόνια με καιρούς" θα δώσει τη δυνατότητα έρευνας στους μουσικολόγους του μέλλοντος.