Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Σε ξένη γη

  Το Ναυάγιο

Είχε πολύ κρύο όταν έφτασε στο νησί. Δεν ήταν μαθημένος σε τόσο κρύο αλλά ούτε σε τόση πολλή υγρασία. Εκείνα τα χρόνια το κλίμα στην Αθήνα δεν είχε γίνει ακόμη τόσο υγρό. Θυμήθηκε πως σχεδόν ποτέ τα αυτοκίνητα δεν ήταν βρεγμένα το πρωί στο κέντρο της πόλης. Μόνο μια φορά, κάποια περίοδο που είχε ζήσει στη Ρόδο, είχε συναντήσει τόση πολλή υγρασία -έβλεπε κάθε πρωί, αρχές Σεπτεμβρίου, να κατρακυλούν ρυάκια νερού από τον ουρανό και τα τζάμια των αυτοκινήτων. Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν ραγδαία και στην Αθήνα εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών. Όλα μούσκεμα. Μέχρι το κόκκαλο.

Έφτασαν τα χαράματα και αμέσως ένιωσε αυτό το κρύο να τον περονιάζει. Μέσα σε φοβερό ανεμόβροχο, με τον βαρύ στρατιωτικό σάκο περασμένο χιαστί στην πλάτη και την άγνοια του ξένου τόπου να θολώνει τα μάτια του, έβλεπε την μπουκαπόρτα σιγά-σιγά να κατεβαίνει μπροστά του. Ένας παλιός ναύτης σκαρφαλωμένος ψηλά, στην άκρη της μεγάλης πόρτας που κατέβαινε αργά και με τον σκούφο στο κεφάλι κατεβασμένο μέχρι τα αυτιά, συζητούσε με τον οδηγό της πρώτης νταλίκας, που περίμενε με αναμμένη τη μηχανή να κατεβεί στο νησί. Το καράβι έδεσε και το σκοτεινό και ταλαιπωρημένο ανθρώπινο πλήθος άρχισε να ξεχύνεται τρεκλίζοντας, ζαλισμένο και σκυφτό από τη θαλασσοταραχή και την αϋπνία της νύχτας. Στριμώχτηκε μαζί τους και προχώρησε. Δεν ήξερε προς τα πού. Μόλις οι ταξιδιώτες πατούσαν στο νησί, ο καθένας έπαιρνε διαφορετική κατεύθυνση. Μερικούς τους περίμεναν στην αποβάθρα. Η βροχή και ο αέρας δεν έλεγαν να κοπάσουν. Απομακρύνθηκε από το καράβι, διέσχισε τον παραλιακό και πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σε κάποιο σημείο ο δρόμος δημιουργούσε ένα αρκετά μεγάλο πλάτωμα και στο βάθος διέκρινε λευκό φως και σκιές να κινούνται πίσω από θολωμένα τζάμια. Η βροχή έπεφτε δυνατή και πυκνή. Ο σάκος ήταν πολύ βαρύς. Εκτός απ' αυτόν όμως είχε στον έναν ώμο περασμένο το μικρό σακίδιο ενώ από τον άλλον κρεμόταν ο πολιτικός του σάκος. Είχε πια γονατίσει από την κούραση, την αϋπνία και το κρύο. 

Στο καράβι είχε σταθεί αδύνατο να κοιμηθεί αρκετά. Το μυαλό του βούιζε από χιλιάδες σκέψεις. Όνειρα, προοπτικές, πιθανότητες της ζωής που πλησίαζε μαζί με το νησί. Προσπαθούσε να φανταστεί το νέο του στρατόπεδο, που θα ήταν αρκετά απομακρυσμένο από το κέντρο και όπου "θα έβλεπε την πραγματική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας", όπως τους είχε πει ένα βράδυ ο δεκανέας τους στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως στην Κόρινθο. Τότε ήταν σε λόχο που απαρτιζόταν αποκλειστικά από τελειόφοιτους, απόφοιτους και μεταπτυχιακούς πανεπιστημίων. Σε λίγες ώρες όμως θα αντίκριζε την πραγματική σύνθεση της κοινωνίας. Πέρα απ' όλα αυτά όμως ήταν κι εκείνο το φίδι που συνέχιζε να τον δαγκώνει αρκετά ύπουλα και βαθιά κάθε φορά που την σκεφτόταν. Έσφιγγε τα δόντια και μισόκλεινε τα μάτια του, πιστεύοντας πως έτσι θα κατάφερνε να αντισταθεί στις δύσκολες σκέψεις. Ήθελε να σκέφτεται πως όλα θα πήγαιναν καλά μεταξύ τους τώρα που πλέον θα βρίσκονταν κοντά. Το πετύχαινε κάποιες φορές αλλά ίδρωνε. Όλη τη νύχτα στο Αιγαίο την είχε βγάλει μπαινοβγαίνοντας στην καμπίνα. Άλλοτε ξάπλωνε, μένοντας με τα μάτια ανοιχτά και κοιτάζοντας το πάνω κρεβάτι της κουκέτας, και άλλοτε στεκόταν πίσω από κάποια προφυλαγμένη γωνιά στο κατάστρωμα, καπνίζοντας και κοιτάζοντας τη μαύρη θάλασσα της νύχτας. Δεν διέκρινε τίποτα. Ούτε γύρω του, ούτε μέσα του.

Σχεδόν σύρθηκε μέχρι τα φώτα και, φτάνοντας επιτέλους κάτω απ' το υπόστεγο του μαγαζιού, ξεφορτώθηκε τα πράγματα για να καταφέρει να πάρει μια κανονική ανάσα. Προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Σκούπισε με την ανάποδη του χεριού τα νερά απ' το πρόσωπό του και κοίταξε γύρω του. Στο δρόμο μπροστά του -δίπλα στη θάλασσα- πέρναγαν άνθρωποι βιαστικοί κρατώντας ομπρέλες ή εφημερίδες στο κεφάλι τους για να προστατευθούν από τη βροχή. Άλλοι έτρεχαν να περάσουν απέναντι και να τρυπώσουν είτε σε κάποιο μαγαζί είτε κάτω από ένα στέγαστρο. Όλα ήταν γκρίζα και σκοτεινά και η εικόνα έτρεμε στα μάτια του από τη συνεχή και πυκνή βροχή. Ο χειμώνας είχε ήδη έλθει στο νησί. Ήταν εδώ και φύσαγε από παντού. Σήκωσε το κεφάλι και διάβασε την πινακίδα: Το Ναυάγιο. "Τώρα μάλιστα", σκέφτηκε. Ταίριαζε απόλυτα με τη βροχή και την αίσθηση της απομόνωσης στο βόρειο Αιγαίο αλλά και με τη μοναξιά που βίωνε εκείνες τις ώρες που δεν υπήρχε ψυχή για να ανταλλάξει δυο κουβέντες.

Το Ναυάγιο ήταν γραφτό να γίνει το πρώτο καταφύγιο και στέκι του. Όπως θα διαπίστωνε όλον τον υπόλοιπο καιρό που έμεινε στο νησί, δεν ήταν ο μόνος κυνηγημένος που αναζητούσε στέγη εκεί. Ίσως γι' αυτό ακριβώς το είχαν ονομάσει έτσι. Για όλα τα ναυάγια που έφταναν τσακισμένα από τον καιρό και την κούραση, ζητώντας κάπου να απαγκιάσουν μέσα στα μαύρα χαράματα, όταν έβγαιναν από το καράβι. Τα βρεγμένα ρούχα είχαν αρχίσει να στεγνώνουν σιγά-σιγά πάνω του κι αυτός να κρυώνει. Δεν περίμενε περισσότερο. Ξαναφορτώθηκε όπως-όπως τα πράγματα και άπλωσε το χέρι προς την πόρτα. Την άνοιξε μάλλον αμήχανα. Δεν ένιωθε καμιά σιγουριά για τίποτα εκείνη τη στιγμή. Προχώρησε. Μια ζέστη κάλυψε το πρόσωπό του και τα πνευμόνια του γέμισαν καπνό. Τώρα βιάστηκε να μπει. Το μαγαζί ήταν γεμάτο. Έτσι γίνεται με όλα τα μαγαζιά στα νησιά τις ώρες που φτάνει ή αναχωρεί το καράβι. Πάντα υπάρχουν εκείνοι που φεύγουν και εκείνοι που έρχονται, εκείνοι που ξεπροβοδίζουν και οι άλλοι που υποδέχονται. Το Ναυάγιο ήταν κάτι σαν Κέντρο Διερχομένων. 

Σέρνοντας όλον αυτόν τον εξοπλισμό ήταν δυσκίνητος και χρειαζόταν αρκετό χώρο για να ελιχθεί. Κάπου σφήνωσε. Κάποια παιδιά από το πρώτο τραπέζι έκαναν χώρο μετακινώντας τις καρέκλες τους για να περάσει. Τον κοίταξαν διερευνητικά και μετά ξαναγύρισαν στη γούβα της παρέας τους για να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Για εκείνους δεν ήταν παρά ακόμη ένας κάποιος με στρατιωτική περιβολή -ένας "φαντάρος". Δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Διέσχισε όλο το μαγαζί αναζητώντας κάπου να καθίσει και είδε στον απέναντι τοίχο το μοναδικό άδειο τραπέζι. Δεν θα το 'λεγες ακριβώς άδειο, αφού στη μια καρέκλα του υπήρχε κρεμασμένο ένα μπουφάν και πάνω στο τραπέζι ήταν αφημένα δυο γάντια κι ένα σκουφί. Η άλλη καρέκλα όμως ήταν άδεια. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ήθελε απελπισμένα να αφήσει τα πράγματα, να καθίσει και να πάρει μιαν ανάσα. Να πιει έναν καφέ και να καπνίσει ένα τσιγάρο. Έτσι και έκανε. Τράβηξε την άδεια καρέκλα, έβγαλε το βρεγμένο πανωφόρι και το άπλωσε πάνω της να στεγνώσει. Κάθισε. Ξεκούμπωσε δυο-τρία κουμπιά από το σακάκι για να ανασαίνει καλύτερα και πιο ελεύθερα και έλυσε τη γραβάτα. Χαλάρωσε λίγο και τα κορδόνια στις αρβύλες. Σε λίγα λεπτά τα χέρια του άρχισαν να ζεσταίνονται και να προσαρμόζονται στη θερμοκρασία του χώρου. Το μόνο που είχε απομείνει από την ανεμοθύελλα ήταν το βουητό που ακουγόταν απ' έξω και το τράνταγμα κάθε τόσο στα τζάμια από τις ριπές του αέρα. Έριξε το κεφάλι του ασυναίσθητα πάνω στο στήθος του και άρχισε να ανασαίνει πιο ήρεμα και βαθιά. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στη βουή των τριγύρω ανθρώπων. Στα αυτιά του έφταναν κουβέντες αποσπασματικές, γέλια, φωνές, πειράγματα, διαμαρτυρίες, παραγγελίες στη σερβιτόρα και η μουσική υπόκρουση του μαγαζιού. Τραγούδια ξένα. Όμορφα. Ακόμη κι αυτή τη στιγμή, με αυτές τις συνθήκες, η μουσική ήταν όμορφη. Ευτυχώς κατάφερνε πάντα να του απλώνει ένα χέρι, λες από άλλο κόσμο, που είχε την ικανότητα να τον τραβά μέσα της -στο αλλού.

Εκεί έμελλε να περάσει πολλές απογευματινές αλλά και βραδινές εξόδους του από το στρατόπεδο. Ευτυχώς, ντυμένος με πολιτικά. Στα νησιά θεωρητικά απαγορεύεται η ύπαρξη στρατού κι έτσι οι φαντάροι στις εξόδους τους φοράνε πολιτικά ρούχα. Κάτι ήταν κι αυτό. Τον έκανε να νιώθει λιγότερο ζώο και περισσότερο άνθρωπος. Οι εξοδούχοι φορτώνονταν σε ένα στρατιωτικό καμιόνι και κάθονταν στους ξύλινους πάγκους της καρότσας. Το χειμώνα ο χοντρός χακί μουσαμάς κατέβαινε κι έτσι δεν έβλεπαν τίποτα από το δρόμο που άφηναν πίσω τους. Το φορτηγό τραβούσε για την πόλη και οι φαντάροι, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, δεν σταματούσαν τα χυδαία και χοντροκομμένα αστεία τους σε όλη τη διαδρομή. Εκείνος δεν είχε να ανταλλάξει τίποτα με κανέναν. Πού και πού απαντούσε μονολεκτικά, με ένα βεβιασμένο χαμόγελο στα χείλη. Πνιγμένος μέσα στον καπνό των τσιγάρων της καρότσας και στη θολούρα της υγρασίας του νησιού, μέτραγε τις ώρες μαζί με τα χτυπήματα του αόρατου ρολογιού που κυβερνούσε τη θητεία, τον κόσμο και την καρδιά του. 

Έζησε πολύ μόνος στο Ναυάγιο, ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους και μόνους ανθρώπους που, περαστικοί -είτε για τη θητεία είτε για τις σπουδές τους- έπλεξαν για ένα διάστημα τη ζωή τους με την κλωστή και τη βελόνα του νησιού αλλά παρέμειναν για πάντα άγνωστοι. Δεν ήταν εύκολη η ζωή στο νησί. Δεν ήταν καθόλου εύκολη γιατί ήταν χειμώνας. Όσο όμορφη και πλανεύτρα είναι το καλοκαίρι στο νησί η ζωή για έναν ξένο, τόσο δύσκολη γίνεται το χειμώνα. Όλα είναι αλλιώς. Ο αέρας, η βροχή, το γκρίζο και ανεμοδαρμένο ξημέρωμα, το βεβιασμένο από το κρύο χαμόγελο των ανθρώπων και εκείνη η σκληρή αίσθηση που χαρακώνει το πρόσωπό σου όταν σφίγγεσαι για να περάσεις -το δρόμο απέναντι, τις δυο ώρες εξόδου, την αναμονή σε ένα τηλεφώνημα που δεν απαντάει ή σε μια πόρτα που δεν ανοίγει γιατί δεν σε περίμενε κανείς. Και όλα έχουν το ίδιο χρώμα. Χακί. Ή γκρι. Μόνο την άνοιξη αρχίζεις να βλέπεις ένα αχνό γαλάζιο να φέγγει πίσω από το γκρι και να σηκώνεται μέσα από τη θάλασσα, που σιγά-σιγά, φοβισμένα στην αρχή, αρχίζει πάλι να μοιράζει υποσχέσεις για ταξίδια ηλιόλουστα, χαρές και ευτυχίες, πανιά φουσκωμένα και αεράκι δροσερό πάνω στο αλμυρό πρόσωπο. Και αρχίζεις και θυμάσαι.

Το Ναυάγιο όμως ήταν πάντα βουτηγμένο στο γκρίζο του χρόνου που δεν κυλούσε και στον καπνό. Και στους αγνώστους, που σπάνια ξανάβλεπε. Όπως κι εκείνοι σπάνια τον ξανάβλεπαν. Κάποιο βράδυ συνάντησε την Νίτσα -μια κάποια Νίτσα, παλιά γνωστή του από τα φοιτητικά χρόνια. Η κοπέλα του Θωμά, που αργότερα ήταν γραφτό να φύγει νέος. Κάθισαν και τα είπανε. Σαν να γνωρίζονταν από πάντα. Είχαν χρόνια να βρεθούνε. Κι ας μην έκαναν ποτέ ιδιαίτερη παρέα στην Αθήνα. Εξάλλου, η Νίτσα δεν σπούδαζε στην Αθήνα και ερχόταν μόνο για λίγες μέρες, στα κλεφτά, για να δει τον Θωμά. Εδώ όμως ήταν διαφορετικά. Εκείνη υπηρετούσε ως δασκάλα πια στο νησί. Σε κάποιο χωριό κοντά στην πόλη. Πηγαινοερχόταν κάθε μέρα. Δεν φαινόταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη. Ήταν πολύ στριμωγμένη από τις στενές κοινωνικές συνθήκες του τόπου, από την κούραση του πήγαινε-έλα στο χωριό, από την έλλειψη διεξόδων και από την μοναξιά που βίωνε. Γιατί -κακά τα ψέματα- δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα όταν είσαι ξενομερίτης. Μικρός ο τόπος, εκείνη νέα κοπέλα μόνη της. Γινόταν εύκολα στόχος. Και ο μισθός ίσα-ίσα έφτανε για ένα δωμάτιο που νοίκιαζε, με κουζίνα και μπάνιο. Ήταν και τα μεταφορικά. Μαγείρευε στο σπίτι. Περνούσε και την ώρα της έτσι. Χάρηκαν που βρεθήκανε. Πιάστηκαν σαν σανίδα ο ένας από τον άλλον. Έτσι ένιωθαν όλα εκείνα τα κάποια απογεύματα που ξαναβρεθήκανε στο Ναυάγιο, πίνοντας καφέ και κουβεντιάζοντας για οτιδήποτε. Για την Αθήνα, για τον Θωμά, που ίσως ακόμη την περίμενε, για το στρατό, για το σχολείο της, για το μετά το στρατό του. Εκείνη θα έμενε στο νησί για όσον καιρό ήταν υποχρεωμένη από τη δουλειά της και μετά θα άρχιζε να προσπαθεί να πλησιάσει την Καβάλα, τον τόπο καταγωγής της. Ήξερε ότι θα ήταν δύσκολο αλλά το ήθελε. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα ακόμη για το μετά. Προς το παρόν μπροστά του ήταν ο μεγάλος χειμώνας που μόλις ξεκινούσε. Και -όπως όλα έδειχναν- θα κρατούσε πολύ και θα ήταν σκληρός και δύσκολος.

Η καρέκλα δίπλα του έτριξε και αυτός πετάχτηκε από το λήθαργο στον οποίο είχε χαθεί από ώρα. Ένιωσε μια σκιά να στέκεται όρθια δίπλα του και γύρισε τα μάτια του πάνω της. Ψηλός, ξερακιανός, μεσαίας ηλικίας, με παχύ μουστάκι. Κάθισε. Αμίλητος. Για όλη την υπόλοιπη ώρα ήταν σαν να μην υπήρχε ο ένας για τον άλλο. Ντόπιος έμοιαζε. Αμέσως βυθίστηκε στις σκέψεις του και στους καπνούς του τσιγάρου που άναψε, χαζεύοντας με άδεια μάτια τους θαμώνες. Δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα. Σε λίγο τον έχασε μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και θολής νύστας και δεν τον ξανάδε. Χαμήλωσε τα μάτια του στο μάρμαρο του τραπεζιού και πρόσεξε πως ο καφές του είχε έλθει από ώρα και τον περίμενε μπροστά του. Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα από την κούραση και δεν κατάλαβε την σερβιτόρα όταν τον έφερε. Ούτε κι εκείνη όμως του είχε μιλήσει. Τον άφησε να ξεκουραστεί, έστω αυτό το λίγο, στην καρέκλα. Κάθε μέρα έβλεπε τόσους φαντάρους εκεί μέσα και είχε καταλάβει πολύ καλά πόσο πολύτιμος ήταν ακόμη και ένας πεντάλεπτος ύπνος στην καρέκλα.

Άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν. Νέοι άνθρωποι, φοιτητές και φαντάροι. Παιδιά της πόλης και του νησιού και παιδιά από ξένους τόπους. Άνθρωποι που έχτιζαν τα όνειρά τους, άνθρωποι που δούλευαν τη γη και τη θάλασσα για να καταφέρουν να ζήσουν και άνθρωποι που έρχονταν από μακριά και έβλεπαν τη ζωή τους να διακόπτεται βίαια για κάποιον εντελώς ανεξήγητο συνειδησιακά λόγο και να είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν μια περίοδο ντυμένοι ομοιόμορφα, κρατώντας στα χέρια βαριά, οπλισμένα "σιδερικά".


Ήταν γραφτό εκεί να βρίσκει καταφύγιο αργότερα, όταν τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου όπως περίμενε και έλπιζε. Εκεί έτρεχε κυνηγημένος και απελπισμένος, έχοντας την ανάγκη να νιώσει κάπου σαν στο σπίτι του. Και στο Ναυάγιο έτσι ένιωθε. Μάλλον γιατί ήταν το μέρος που τον υποδέχθηκε και εκεί έφτιαξε την πρώτη του φωλιά. Με τον καιρό, καθώς άρχισε κι αυτός να "παλιώνει", απέκτησε μεγαλύτερη οικειότητα με το χώρο, τους μόνιμους ανθρώπους και τους θαμώνες του. Το καταφύγιο του πρώτου καιρού έγινε μια μικρή σιγουριά και μια βέβαιη και εξασφαλισμένη γωνιά που πλέον είχε μάθει κι εκείνη να τον περιμένει. Του πρόσφερε υπόσταση.

Άκουσε πολλή μουσική και όμορφα τραγούδια όλο το χειμώνα εκεί μέσα. Αλλά εκείνο που κυριολεκτικά ρίζωσε στη μνήμη και στοίχειωσε τη ζωή του ήταν αυτό που ακολουθεί. Ήταν η εποχή που σάρωνε παντού -είμαστε στα 1994, πήγε αργά φαντάρος εξαντλώντας την αναβολή του πανεπιστημίου μέχρι τελευταίας μέρας. Από τότε και για όλη την υπόλοιπη ζωή του, όποτε θα το άκουγε, θα μεταφερόταν αυτόματα σε εκείνη την εποχή και -με την ίδια υγρή και κρύα ανατριχίλα να διατρέχει την σπονδυλική του στήλη- θα ξαναζούσε όλες εκείνες τις σκληρές και ατέλειωτες γκρίζες ώρες που πέρασε εκεί μέσα βουτηγμένος στους καπνούς και στα ερωτηματικά.

video

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Into this House We 're Born*


Στην αρχή τα σκαλιά ήταν πολύ ψηλά και το πόδι μου δεν έφτανε να σηκωθεί για να ανέβει. Εξάλλου, ήταν τόσο αδύναμο ακόμη και ανίκανο να στερεωθεί στο έδαφος ώστε η ύπαρξη ενός στηρίγματος ήταν απολύτως απαραίτητη. Κρατιόμουν γερά από την κουπαστή -όπου υπήρχε, γιατί έβρισκα και κομμάτια σκάλας χωρίς στήριγμα, από όπου έχασκε ο γκρεμός βαθιά μέχρι την απύθμενη και αόρατη άβυσσο. Έβαζα δύναμη και με πείσμα τραβιόμουν πιο πάνω. Είχα συνειδητοποιήσει ότι αυτόν το δρόμο έπρεπε να ακολουθήσω -δεν έμαθα και δεν κατάλαβα ποτέ πραγματικά το γιατί. Το δέχτηκα έτσι απλά και χωρίς πολλές-πολλές απορίες στην αρχή. Αργότερα, μαζί με την πρώτη κούραση, θα έρχονταν και τα πρώτα ερωτήματα -στοιχειώδη στην αρχή-, που αργότερα θα βάθαιναν και θα ρίζωναν γερά.

Δεν ξέρω γιατί βρέθηκα εκεί. Όσες φορές κι αν ρώτησα τους άλλους διαβάτες που συνάντησα στο δρόμο κανένας δεν γνώριζε κάτι περισσότερο. Αυτό που ήξερα όμως ήταν πως από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν ένιωσα πολύ δυσάρεστα και γεννήθηκε μέσα μου ένα αίσθημα -μια τάση- φυγής. Ήμουν όμως εγκλωβισμένος σε ένα χώρο αδιέξοδο. Και, επιπλέον, τυλιγμένος γερά με σφιχτά σχοινιά που δεν μου άφηναν περιθώρια να λυθώ. Σαν τον Προμηθέα. Ήθελα να ξεκολλήσω και από μια παράξενη κόκκινη λάσπη μέσα στην οποία βρίσκονταν παγιδευμένα τα πόδια μου από καιρό. Αυτή η προσπάθεια κράτησε αρκετά. Ευτυχώς εκεί μέσα έβρεχε συχνά και είχα τουλάχιστον νερό. Κάποτε τα κατάφερα και ξεκόλλησα, όχι όμως χωρίς απώλειες. Παραλίγο να τραυματισθώ θανάσιμα, αλλά τελικά χτύπησα άσχημα μόνο στο χέρι και κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός -ή κάθε φορά που θυμάμαι- πονάω αρκετά. 

Χειμώνας καιρός και χρώματα γκρίζα. Κρύο και ανεμοβρόχι που, όσο πέρναγαν οι μέρες, δυνάμωναν. Κάποια στιγμή -αργότερα- όλα γύρω καλύφθηκαν από ένα κάτασπρο μαλακό σύννεφο σαν τον αφρό, που ήλθε και κάθισε πάνω σε οτιδήποτε αντίκριζαν τα μάτια μου μέσα από παράθυρα και πόρτες. Εγώ, ενώ παλιότερα ήμουν ανεπηρέαστος και προστατευμένος από τέτοιες καταστάσεις, τώρα είχα βρεθεί εκτεθειμένος αλλά δεμένος -στην κυριολεξία φασκιωμένος. Αυτή τη φορά όχι όμως με σχοινιά αλλά με ένα σωρό περίεργες λωρίδες που με έσφιγγαν, κάποιες φορές μέχρι σκασμού είναι η αλήθεια. Στα πρώτα μου βήματα μερικές φορές μπουσουλούσα στα τέσσερα για να τα καταφέρω ή σερνόμουν με την κοιλιά στα μικρά, σχετικά ξεκούραστα, ευθεία τμήματα της ανάβασης. Όταν τελικά κατάφερνα να ανέβω στο επόμενο σκαλί, έπαιρνα ανάσα βαθιά και ξεκουραζόμουν. Ήμουν ιδρωμένος και ξεφυσούσα από την προσπάθεια, ενώ τα μακριά και σγουρά μαλλιά μου κόλλαγαν στο μέτωπο και έπεφταν πάνω στα μάτια μου. Τα τραβούσα πίσω με μια κίνηση του αριστερού χεριού για να δω τον καινούργιο κόσμο που ανοιγόταν γύρω μου. 

Είχε πλέον ήλιο και πολλή ζέστη. Ο κόσμος είχε περάσει στην άνοιξη και στο καλοκαίρι. Άπνοια και η ανάσα γινόταν βαριά και γρήγορη και με δυσκόλευε κάπως να συνεχίσω. Ίδρωνα και γύρω μου ήταν όλα καινούργια. Δεν είχα ιδέα τι μου συνέβαινε. Τα προσλάμβανα όλα ως πρωτόγνωρες εμπειρίες, χωρίς να έχω να τους αποδώσω κάποιο χαρακτηρισμό ή ονομασία. Δεν γνώριζα ορισμούς, τίτλους και ονόματα. Ό,τι επαναλαμβανόταν, το αναγνώριζα ως πρότερο συμβάν. Από τον συγχρωτισμό μου με τους συνοδοιπόρους που συναντούσα αραιά και πού αντιστοίχιζα αντικείμενα και καταστάσεις με λέξεις. Απλώς διαπίστωνα. Ότι, για παράδειγμα, αυτά τα τέσσερα παράξενα και μακριά πράγματα στα οποία καταλήγω μου δίνουν τη δυνατότητα να βαδίζω και να προχωρώ στο χώρο, να αγγίζω αυτά που βλέπω γύρω μου και να τα οικειοποιούμαι. Παράξενα πράγματα σε σχέση με την αιχμαλωσία και την ακινησία που είχα βιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μέχρι τότε είχα πλήρη άγνοια των φυσικών ορίων μου, του χώρου, του χρόνου, της σχετικής θέσης των πραγμάτων και των υπάρξεων. Ακόμη και τα βήματά μου, ακόμη και το άπλωμα του χεριού μου, με εξέπλητταν. Ήταν εντελώς πρωτόγνωρες εμπειρίες και αισθήσεις. Έβλεπα τον βραχίονα να εκτείνεται, την παλάμη να ανοίγει και τα δάχτυλα να ξεδιπλώνονται και ένιωθα μεγάλη έκπληξη με αυτό το παιχνίδι. Όλα σαν παιχνίδι τα αντιμετωπίζεις στην αρχή. Είναι, βλέπεις, αυτή η άγραφη μνήμη με την οποία έρχεσαι και -μετά από επτά δευτερόλεπτα- αυτή ενεργοποιείται και εσύ αποκτάς υπόσταση. Μαθαίνεις έτσι τα άκρα σου, τα όριά σου. Ξέρεις και θυμάσαι καλά -σου αποτυπώνεται μια για πάντα- ότι μέχρι εκεί μπορείς να φτάσεις αν απλώσεις το χέρι σου. Αν θες να πας παραπέρα, θα μάθεις αργότερα να επιστρατεύεις άλλους μηχανισμούς και άλλες διαδικασίες. Αρκεί να έχεις καταφέρει πρώτα να δεις τον προορισμό με όλα τα μάτια που διαθέτεις.

Τον κίνδυνο τον είχα γνωρίσει από νωρίς. Από τη στιγμή της ιδιαίτερα βίαιης αποκόλλησης και πτώσης μου στον κόσμο. Η αλήθεια είναι πως εκείνες τις στιγμές είχα σκεφτεί να μην συνεχίσω. Να σταματήσω, να γυρίσω πίσω και να χαθώ πάλι. Ένας περίεργος όμως φυσικός νόμος, σε συνεργασία με μια ξαφνική βία που ένιωσα να μου ασκείται απ' έξω και να με τραβάει με εξολκείς, δεν μου το επέτρεψαν και έπεσα στο κενό, εισπράττοντας το γνωστό κάταγμα στο χέρι. Έτσι έμαθα να μην φοβάμαι τις φυσικές και υλικές απώλειες. Θα ήταν πλέον συνυφασμένες με το κάθε μου βήμα. Συνήθισα από την πρώτη στιγμή να περπατώ χέρι-χέρι με την "ανυπαρξία" -αυτό που αργότερα έμαθα πως εδώ αποκαλούν θάνατο. Τον έβρισκα πάντα κάτω απ' το μαξιλάρι μου και κοιμόμασταν παρέα. Αργότερα γίναμε φίλοι.

Πριν προλάβει να συννεφιάσει πάλι, είχα πιαστεί ξανά από την κουπαστή και τραβούσα για ψηλότερα. Τώρα πια μπορούσα να στηρίζομαι καλά στα πόδια μου και να περπατάω. Ήμουν όρθιος. Είχα μάθει να μετράω το χρόνο και να προσδιορίζομαι στο χώρο. Κάποια στιγμή πέρασε πάνω από το κεφάλι μου ένα χελιδόνι που τραγουδούσε. Μου άρεσε η αίσθηση που μου γέννησε. Αυτό που έβγαινε απ' το στόμα του είχε μια αρμονία που κατάφερνε και εισχωρούσε εύκολα και αβίαστα μέσα μου. Ένιωθα να χαρίζει μεγάλη διαύγεια και ισορροπία σε κάθε σημείο του σώματός μου. Ένιωθα να βλέπω καλύτερα και βαθύτερα. Έπιασα κι εγώ να σφυρίζω έναν αυτοσχέδιο σκοπό κι έτσι άρχισα να συνειδητοποιώ πως μπορούσα να έχω συντροφιά στην ανάβαση. Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ. Έγινε ένα με εμένα, έγινα ένα μαζί του. Δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν Αυτό, μέχρι πολύ-πολύ αργότερα, όταν βρέθηκα σε χώρους εκπαίδευσης του ανθρώπινου νου και "σπούδασα" -όπως λένε οι άνθρωποι. Εκεί, μέσα από την περίφημη Ανάλυση Fourier, αλλά και χάρη σε κάποιον κύριο Πυθαγόρα, που έζησε λένε στα πολύ παλιά τα χρόνια, καθώς και σε ένα ιδιαίτερα γοητευτικό κεφάλαιο των Μαθηματικών -τη Θεωρία των Αριθμών- κατάλαβα. Κατάλαβα πολλά από όσα συνέβαιναν και συμβαίνουν γύρω μου και μέσα μου. Κατάλαβα γιατί μπορώ να ακούω εμμονικά τον ίδιο σκοπό δεκάδες και δεκάδες φορές στη σειρά. Είναι γιατί -όπως συνειδητοποίησα αρκετά μεγάλος πια- η μουσική ήλθε και έγινε κάτι σαν την ανάσα μου. Όπως ανασαίνουμε συνέχεια, δισεκατομμύρια φορές στη διάρκεια της ζωής μας, με τον ίδιο κι απαράλλαχτο μηχανισμό, με μια εισπνοή και μια εκπνοή σε κάθε τέλειο κύκλο αναπνοής, έτσι ακριβώς μπορούσα να ακούω επανειλημμένα το ίδιο μοτίβο αναρίθμητες φορές. Κάποιες φορές η ανάσα γίνεται κοντή και γρήγορη, ενώ άλλες ηρεμεί και χαλαρώνει. Έτσι και η μουσική. Έτσι και τα διαστήματα του μονόχορδου του Πυθαγόρα. Έτσι και τα μέτρα της. Έτσι και τα στάσιμα κύματα. Έτσι και ο μαθηματικός λόγος που συνδέει τη μονάδα με όλους τους ακέραιους αριθμούς.

Δίψαγα πια. Πολλές οι ώρες κάτω απ' τον ήλιο και το δέρμα ξεράθηκε, το στόμα στέγνωσε. Βρέθηκα μπροστά σε ένα μεγάλο πλατύσκαλο και αντίκρισα μια πηγή με καθαρό και κρύο νερό. Φυτεμένη στο βράχο, ήταν πνιγμένη μέσα σε φυλλωσιές και πολύχρωμα μικρά λουλουδάκια του βουνού. Όλα τα χρώματα σε ένα μαγευτικό συνδυασμό. Και να ήθελες, δεν μπορούσες να αντισταθείς. Το νερό ήταν βάλσαμο. Ένιωσα να ξαναγεννιέμαι. Δεν το πολυσκέφτηκα. Έβγαλα τα μουσκεμένα απ' τον ιδρώτα ρούχα μου και άρχισα να πλένομαι με το νερό της πηγής. Έπλυνα και τη σκονισμένη φορεσιά μου και την άπλωσα στον ήλιο να στεγνώσει. Τα χρώματά της έλαμψαν ξανά απ' την αρχή σαν καινούργια. Ήταν πια πεντακάθαρα. Πήρα μαζί μου νερό για το δρόμο. Δεν είχα σκοπό να ξαναδιψάσω.

Μερικές φορές νόμιζα πως έβλεπα κι άλλους να ανεβαίνουν μπροστά μου. Ή άκουγα φωνές εμπρός και πίσω μου. Στεκόμουν να αφουγκραστώ και διέκρινα διακαμούς και ψίθυρους να με συνοδεύουν. Ποτέ όμως σάρκινους ανθρώπους, με χέρια, πόδια και σώματα. Ταξίδευαν σαν θροΐσματα δίπλα στ' αυτιά μου, αφήνοντας στον αέρα μικρές συλλαβές και απαλά φωνήεντα. Εκείνες τις στιγμές ξεχνούσα τα πάντα. Σα να έχανα το δρόμο μου -γεγονός παράλογο θα μπορούσε να πει κανείς αφού ο δρόμος ήταν ένας και μοναδικός. Ήταν εκείνες οι στιγμές που οι φθόγγοι εκείνων και οι φθόγγοι οι δικοί μου έμπλεκαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μικρές ή μεγαλύτερες γεροδεμένες λέξεις -την Γλώσσα. Που μας έφερνε πιο κοντά και μας έδενε με κάποιες αόρατες κλωστές για ένα διάστημα. Αργότερα αυτές οι κλωστές έλιωναν από τις βροχές και την ένταση του αέρα και οι δεσμοί χάνονταν. Και έπιανες άλλο φωνήεν, άλλο φθόγγο στον αέρα. Πέρναγες δίπλα σε άλλες σκιές και νέες αράχνες χάιδευαν το πρόσωπο και τα μάτια σου. Έχτιζες ξανά από την αρχή.

Κάποια βράδια έβλεπα μπροστά μου φωτιές και καπνούς. Μύριζα καμένη γη. Η αναπνοή μου δυσκολευόταν. Έβηχα και ένιωθα να πνίγομαι. Καθώς πλησίαζα, η λάμψη γινόταν ολοένα και εντονότερη, η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Είχα όμως πάντα μαζί μου το νερό της πηγής και, ρίχνοντας λίγες στάλες σε κάθε επόμενο βήμα μου, κατάφερνα και κρατούσα το δρόμο μου καθαρό και άκαυτο. Οι καπνοί κάπως διαλύονταν, ενώ όταν τα πράγματα δυσκόλευαν πραγματικά, έβρεχα το μαντήλι μου με το ίδιο νερό και το έδενα μπροστά στο στόμα μου για να ανασαίνω μέσα από το ύφασμα. Και προχωρούσα με σχετική ασφάλεια. Γύρω μου καίγονταν τα πάντα, ένα παρανάλωμα ζωής και ύπαρξης, ορατής και αόρατης. Εγώ προχωρούσα ακολουθώντας τη μικρή άκαυτη ατραπό που άνοιγα μπροστά μου με τις λιγοστές σταγόνες νερού που φύλαγα πάντα βαθιά στο παγούρι μου.

Ήλθαν στιγμές που ένιωσα τόση κούραση ώστε ξάπλωσα όπου βρέθηκα, χωρίς να με νοιάζει αν ήταν χορτάρι, χώμα ή πέτρα. Σε πλατώματα, δίπλα σε πλατύσκαλα που ανοίγονταν κάποιες φορές δεξιά κι αριστερά της ανόδου, σε μικρά ξέφωτα ή ακόμη και επάνω σε δέντρα. Σκεπάστηκα με ό,τι βρήκα πρόχειρο. Με φύλλα, με χώμα, με σύννεφα. Κάποια φορά δεν έβρισκα τίποτε άλλο για να σκεπαστώ παρά μόνο πέτρες. Και σώριαζα πέτρες γύρω και επάνω μου για να προφυλαχθώ -όσο ήταν δυνατό- από το κρύο. Ήταν αφόρητα βαρύ εκείνο το πάπλωμα. Και σκληρό. Δεν με άφηνε να κουνήσω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι. Αλλά τη νύχτα γινόταν μια υπέροχη ασπίδα προστασίας ενάντια στα άγρια θηρία που τριγυρνούσαν στην περιοχή. Κάθε φορά που αποτολμούσαν να μου επιτεθούν, τα δόντια τους συντρίβονταν και θρυμματίζονταν από τις πέτρες, με αποτέλεσμα να φεύγουν έντρομα με ματωμένα στόματα, μέσα σε φριχτούς πόνους. 

Σε κάθε πλάτωμα έβρισκα διαφορετική εποχή. Είχαν ανακατευτεί μεταξύ τους τόσο πολύ ώστε είχαν κυριολεκτικά καταργήσει τη διαδοχή τους. Δεξιά ήταν η άνοιξη και αριστερά ο χειμώνας. Το καλοκαίρι κρεμόταν από κάποιο σύννεφο και τραμπαλιζόταν μέσα σε ξέφρενη χαρά και ανεμελιά, ενώ το φθινόπωρο φρόντιζε να αφήνει στο δρόμο μου φύλλα ξερά για να μη χάνω το θάρρος μου και λίγη δροσιά για να μαζεύω τις σταγόνες της και να γεμίζω το παγούρι. Ο Δρόμος δεν είχε εποχή. Εγώ διάλεγα την εποχή κάθε φορά. Έμπαινα μέσα της και την ζούσα. Εκείνη ήταν πάντα εκεί και περίμενε. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως ποτέ δεν έζησα δυο ίδια καλοκαίρια ή δυο ίδια φθινόπωρα. Όλα διέφεραν μεταξύ τους σε κάτι. Από το ελάχιστο μέχρι το μέγιστο. Ο Δρόμος όμως ήταν ένας -ίδιος και απαράλλαχτος. Με βροχή και χιόνι, με ήλιο κι αέρα. Ταυτόχρονα. Στο φως και στο σκοτάδι. Το πρωί και το βράδυ. Σαν αλήθεια και σαν ψέμα. Την ίδια στιγμή.

"Άλλες γεωγραφίες αυτές".

*   Από το Riders on the Storm του Jim Morrison και των Doors.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: - Ο σκελετός του κειμένου γράφτηκε στις 29 Αυγούστου 2014. Στη συνέχεια έγραφα και έσβηνα για δυόμισι μήνες συνέχεια. Κρατήθηκε η αρχική ημερομηνία της "σύλληψης".

- Στη δεύτερη φωτογραφία ένας βράχος που έβλεπα συνεχώς στον ύπνο μου για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Τον αντίκρισα στην πραγματικότητα τον χειμώνα του 1994-95 στο δρόμο για το Σίγρι, στην Λέσβο. Η εμπειρία ήταν συγκλονιστική.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Σε ξένη γη

  Στο πλοίο 


Νύχτα πάνω στο πλοίο. Τέλη Οκτωβρίου και κουνάει αρκετά γιατί φυσάει και βρέχει πολύ. Έχει πιάσει κρύο -το βόρειο Αιγαίο κατεβάζει πια αυτήν την εποχή. Είναι ξαπλωμένος σε μια κουκέτα -ο στρατός τού προσφέρει αυτήν την πολυτέλεια με αρκετά μειωμένο εισιτήριο- και προσπαθεί να μαζέψει τις σκέψεις του. Έχει βολέψει τα πράγματά του -το στρατιωτικό σάκο και μια βαλίτσα με τα πολιτικά- στη μικρή ντουλάπα δίπλα στην πόρτα. Στην καμπίνα οι υπόλοιποι πέντε ταξιδιώτες κοιμούνται βαθιά. Διάφοροι άνθρωποι, ανακατεμένοι. Κάθε καρυδιάς καρύδι. Άνδρες που ταξιδεύουν για δουλειές, για κάποια ανάγκη ή κάποια υποχρέωση. Άνθρωποι με έγνοιες, μικρές ή μεγάλες, που βρίσκουν την ευκαιρία να ξαποστάσουν την κούρασή τους και να ξεχαστούν στο βύθος του ύπνου, αφήνοντας στον κόσμο των ξύπνιων κάθε καημό και ανησυχία για οικογένεια, δουλειά, υγεία. Ας πάνε στο διάολο όλα μια τέτοια νύχτα που η καρδιά του ανθρώπου αναζητά λίγη ξεκούραση σε ένα απάγκιο και στεγνό καταφύγιο -στην κουκέτα του πλοίου. Εδώ μέσα δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για στενοχώριες. Οι ένοικοι κρύφτηκαν στο σκοτάδι της γωνιάς τους και οι φιγούρες τους μόλις και μετά βίας διαγράφονται μέσα στη νύχτα. Κάποιες στιγμές, όταν το πλοίο σκαμπανεβάζει και το αγριεμένο κύμα ξεσπά με θόρυβο πάνω στο θεόρατο κορμί του, οι άνδρες αργοσαλεύουν σαν κάτι να μουρμουρίζουν. Προσπαθούν να αντισταθούν στην ορμή της αυθαίρετης ζωής, που θέλει να εισβάλει βίαια και ασυνείδητα στη μικρή και περιορισμένη ελευθερία και ανυπαρξία τους και να τους επαναφέρει στους δαίμονές τους. Στη συνέχεια ξαναβυθίζονται στη νάρκωση και χάνονται στο τίποτα. 

Κάποιες στιγμές νιώθει να τον πνίγει η παρουσία τους ενώ κάποιες άλλες νιώθει ασφάλεια έχοντας τους συνταξιδιώτες του γύρω του. Αισθάνεται προστατευμένος από αυτό το αμίλητο και ακίνητο ανθρώπινο τείχος. Μια πηχτή μάζα κρέατος, σαν ένα υπερφυσικό μα τρυφερό τέρας που ανασαίνει βαριά και ζεσταίνει την καμπίνα. Οι ανησυχίες και οι φόβοι του κάθε άγρυπνου ταξιδιώτη χτυπάνε πάνω του. Όλα γίνονται μεγάλα στο κεφάλι του μια τέτοια ώρα. Πολλή βροχή, δυνατός αέρας, νύχτα βαθιά. Δεν βοηθάνε. Προσπαθεί να συνέλθει από τα φαντάσματα που νιώθει να τον περιτριγυρίζουν και να τον ζυγώνουν. Απλώνει το χέρι και πιάνει το παγούρι με το νερό. Βρέχει λίγο το πρόσωπο του, ελπίζοντας να νιώσει καλύτερα.

Σκοτάδι, καταμεσής του Αιγαίου. Στην καμπίνα πίσσα. Πού και πού κάποια αστραπή χαράζει τον ουρανό και η καμπίνα φωτίζεται. Έπειτα πάλι σκοτάδι. Το πλοίο τραβάει ρότα βορειοανατολικά. Θα πρέπει τώρα να βρίσκεται στο κέντρο του πελάγους, ακριβώς εκεί όπου οι βόρειοι άνεμοι χυμάνε ανεμπόδιστοι κατεβαίνοντας από τον Αίμο και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το νιώθει πως είναι εκτεθειμένοι. Από μια πλευρά το απολαμβάνει κιόλας. Ζαλίζεται ελαφρά και μαζί με το κεφάλι του ζαλίζονται και οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του. Ανακατεύονται σε ένα απίστευτο συνονθύλευμα, κάνοντας έτσι τη ζαλάδα και τη θολούρα ακόμη μεγαλύτερες. Το αύριο φαντάζει εντελώς αλλόκοτο πια -σχεδόν ακατανόητο. Δική του επιλογή ήταν όμως να πάει στο νησί. Αυτός είχε ζητήσει τη μετάθεση για τον συγκεκριμένο προορισμό. Θα μπορούσε να βρισκόταν στη στεριά αλλά δεν θέλησε. Το είχαν αποφασίσει μαζί. Εκείνη βρισκόταν ήδη στο νησί από τα τέλη Σεπτεμβρίου. Το πανεπιστήμιο της έδινε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές σπουδές της εκεί, σε μια πολύ πρόσφατη και σύγχρονη έδρα με καλή φήμη στον τομέα της. Θα ήταν λοιπόν μαζί, στον ίδιο τόπο. Έτσι η θητεία θα γινόταν πολύ πιο εύκολη για εκείνον ενώ και εκείνη δεν θα τον αποχωριζόταν. Το στρατόπεδό του δεν ήταν πολύ μακριά από την πόλη και θα μπορούσαν να συναντιούνται στις ολιγόωρες εξόδους του. Ίσως καμιά φορά κατάφερνε να παίρνει και διανυκτέρευση.

Καλά ακούγονταν και έδειχναν όλα. Κάτι όμως τον ανησυχούσε. Τελευταία τα πράγματα δεν πήγαιναν πολύ καλά μεταξύ τους. Εκείνη έδειχνε ανήσυχη, ταραγμένη. Όσες φορές εκείνος προσπάθησε να την πλησιάσει και να την ξεκλειδώσει, στάθηκε αδύνατο. Σα να μην ήξερε κι εκείνη τι ήταν αυτό που τη βασάνιζε. Δεν την πίεζε. Πίστευε πως τα πράγματα θα έκαναν τον κύκλο τους και θα έβρισκαν το δρόμο και τις απαντήσεις τους. Εξάλλου, ήξερε πολύ καλά πως με την πίεση δεν πετυχαίνεις ποτέ τίποτα. Οι μήνες περνούσαν κι εκείνη τον κοίταζε με ολοένα και μεγαλύτερη αγωνία και μερικές φορές με κάτι σαν τρόμο στα μάτια της. Την ένιωθε να ιδρώνει και να σφίγγει τα δόντια της για να αποδιώξει κάποιον κακό εφιάλτη που την τριγύριζε. Πάλευε μόνη της. Αυτός, εκ των πραγμάτων, δεν είχε και πολλά περιθώρια να την πλησιάσει. Οι ελάχιστες άδειες που έπαιρνε κάποια Σαββατοκύριακα δεν ήταν αρκετές για να προλάβουν οι δυο τους να συντονιστούν και να ξαναπιάσουν το νήμα από εκεί όπου το είχαν αφήσει την προηγούμενη φορά. Και σίγουρα είχαν μεσολαβήσει καινούργια γεγονότα, άλλες σκέψεις και διαδρομές του μυαλού και της ψυχής, που δημιουργούσαν ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ τους. Ευχόταν η απόφαση να βρεθούν μαζί στο νησί να μην έβγαινε σε κακό. Η αλήθεια είναι ότι φοβόταν. Ήξερε το δύσκολο και -κάποιες φορές- σκοτεινό παρελθόν της. Δεν είχε περάσει εύκολα παιδικά χρόνια και οι πληγές που είχαν ανοίξει τότε πονούσαν ακόμη.

Τώρα το πλοίο κούναγε λιγότερο. Πρέπει να είχαν μπει στο μπουγάζι. Οι άνεμοι του βόρειου Αιγαίου δεν τους χτυπούσαν πια. Κάπου μπροστά, μακριά τους ακόμη, οι σκοτεινοί ορεινοί όγκοι του νησιού είχαν αρχίσει να τους προστατεύουν. Οι άνδρες εξακολουθούσαν να κοιμούνται βαθιά. Σήκωσε λίγο το κεφάλι του για να κοιτάξει έξω από το φινιστρίνι μήπως δει κάποιο φως. Τίποτα. Ήταν και η βροχή που θόλωνε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα και μείωνε την ορατότητα. Λογικά πρέπει να είχαν ακόμη γύρω στις δυο ώρες ταξίδι. Θα έφταναν με το ξημέρωμα. Όλη νύχτα δεν κατάφερε να κλείσει μάτι σχεδόν καθόλου. Και τον περίμενε δύσκολη μέρα. Έπρεπε να παρουσιαστεί στη νέα του μονάδα και να ενταχθεί στη νέα του ζωή. Χαρτιά, γραφειοκρατία, νέοι αξιωματικοί, νέοι στρατιώτες γύρω του. Μια μέρα σκοτεινή και βροχερή σε έναν ξένο τόπο. Δεν είχε ξανάρθει, ήταν η πρώτη φορά. Στο τηλέφωνο εκείνη του περιέγραφε το νησί με τα καλύτερα χρώματα. Πήγαινε ήδη καθημερινά στο πανεπιστήμιο και είχε αρχίσει να έχει τις πρώτες σχέσεις με κάποιους ανθρώπους. Ακουγόταν χαρούμενη και αισιόδοξη. Η επιστήμη της ήταν για εκείνη πάντα ένα μεγάλο στήριγμα και μια μεγάλη απελευθέρωση από όσα την ταλαιπωρούσαν μέσα της. Προς το παρόν έμενε σε μια πανσιόν στην άκρη της πόλης και του έλεγε πως οι οικοδεσπότες είναι πολύ καλοί και ζεστοί άνθρωποι. Θα τους γνώριζε κι εκείνος. Και θα προσπαθούσε να ζήσει. Μέσα απ' τη χαραμάδα που θα του επέτρεπε η θητεία. Σε κάποιες εξόδους, ίσως και σε μερικές διανυκτερεύσεις μαζί της.

video
 

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Φερνάντο Πεσσόα - Το Βιβλίο της Ανησυχίας



Το βιβλίο αυτό ο Πεσσόα το έγραψε ως Μπερνάντο Σοάρες -ένα από τα ονόματα των ετερωνύμων του. Ένα μικρό απόσπασμα για τον θάνατο. Από την έκδοση του 2007 σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα. 



Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Γιάννης Γλέζος - Τα Τραγούδια της Εύας

Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ πριν από περίπου δέκα χρόνια. Οι έξοδοι είχαν περιοριστεί εντελώς -έως μηδενιστεί- εξαιτίας της λαίλαπας που είχε πλέον κατακυριεύσει τη χώρα και την κοινωνία. Και ιδιαίτερα μετά την αναπτέρωση του εθνικού φρονήματος που είχε προκύψει από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και το πρόσφατο ποδοσφαιρικό τρόπαιο. Όλα ήταν πια μια αηδία κι ένα σίχαμα. Τουλάχιστον έτσι τα αντιλαμβανόμουν εγώ. Κοίταζα γύρω μου και έβλεπα την υπερκατανάλωση σε όλη της την ορμή να ισοπεδώνει τα πάντα. Ζωές, ανθρώπους, άξονες πάνω στους οποίους κατάφερνε να ισορροπεί ολόκληρη η ιστορία της ανισορροπίας αυτού του τόπου. Οι πολίτες αυτής της χώρας είχαν φορέσει ο καθένας από ένα τεράστιο και πανύψηλο λοφίο και πήγαιναν καβάλα στ' άλογο! Τέτοια μούρλα επικρατούσε. Ο καθένας θεωρούσε τον εαυτό του απόγονο τουλάχιστον του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (ας μην μιλήσουμε καλύτερα για Σωκράτη ή Ηράκλειτο) και, με αυτήν την αίγλη του σύγχρονου οπλαρχηγού και δικαιωμένου επαναστάτη του κόσμου, έλυνε και έδενε σκορπώντας υποσχέσεις και χρήματα. Ένα Deja Vu της χώρας μετά την απελευθέρωση του 1821, όταν ο καθένας αυτοπροσδιοριζόταν ως σωτήρας του έθνους και ήρωας της επανάστασης. Βαβυλωνία -όπως ακριβώς στο μνημειώδες έργο του Δημήτριου Βυζάντιου. Σήμερα δεν τα θυμούνται αυτά οι Έλληνες -ή κάνουν πως δεν τα θυμούνται για να είναι "μέσα στα πράγματα" και στο σύγχρονο προβληματισμό. Τότε όμως είχε γεμίσει η χώρα "εθελοντές του 2004"... Σαν μαρκαρισμένα γελάδια τριγυρνούσαν σε δρόμους και πλατείες και αλώνιζαν τη χώρα με το σηματάκι καρφιτσωμένο στο πέτο και με το χαμόγελο και την αισιοδοξία της ηλιθιότητας κολλημένη στα χείλη.

Ο Γιάννης Γλέζος φέρει βαρύ όνομα. Τόσο από τη μεριά του Μανώλη Γλέζου όσο και από την άλλη, του Γιάννη Ρίτσου. Ούτε ο ίδιος όμως είναι τυχαίος άνθρωπος. Η αλήθεια είναι πως είναι μάλλον ιδιόρρυθμος -τουλάχιστον αυτό ένιωσα από όσο είχα τη δυνατότητα να καταλάβω, συζητώντας μαζί του εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ πριν από χρόνια στον "Δίαυλο". Συζητήσαμε αρκετά. Για πολλά και διάφορα, με επίκεντρο πάντα την μουσική. Άνθρωπος με ισχυρή και πολύ προσωπική άποψη. Άνθρωπος έντονος και φορτισμένος. Μας μίλησε για την πιο πρόσφατη δουλειά του, "Τα Τραγούδια της Εύας", που είχε εκδοθεί πριν από λίγο καιρό, το 2004. Ήταν εκεί μάλιστα και η ίδια η Εύα, που έγραψε τους στίχους του έργου. Την κάλεσε στο τραπέζι μας. Αρκετά σιωπηλή και απόμακρη, με μια ιδιαίτερη αύρα να την περιβάλλει. Σαν άλλης εποχής, μιας εποχής δικής της. Κάποια στιγμή ένιωσα πως ίσως να δοκίμαζα να ξαναπαίξω μετά από καιρό. Εκεί, στον "Δίαυλο". Σχεδόν το συμφωνήσαμε μάλιστα. Δεν πήρα όμως ποτέ την κιθάρα για να κατέβω στου Φιξ να παίξω. Ίσως δεν το ένιωθα πραγματικά, ίσως τελικά ήταν που ουσιαστικά δεν θα ξανάπαιζα ποτέ πια σε δημόσιο χώρο. Εκείνο το βράδυ ο Γιάννης Γλέζος έπαιξε πολλές ώρες στο πιάνο μόνος του και ερμήνευσε -υπέροχα είναι η αλήθεια- μια μεγάλη σειρά τραγουδιών του, παλιά και καινούργια.  Νομίζω ήταν από τις πιο όμορφες και "πλήρεις" μουσικές βραδιές που έζησα ποτέ.

Οι δραστηριότητές του απλώνονται και σε άλλους τομείς του πολιτισμού και της ευρύτερης κοινωνικής ζωής του τόπου αλλά αυτό δεν εμπίπτει στο αντικείμενο της παρούσας προσέγγισης. Πρόκειται για σπουδαίο συνθέτη, με εργογραφία που εκτείνεται και καλύπτει ένα αρκετά μεγάλο και ποικίλο φάσμα μουσικών. Η δημιουργική του διαδρομή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '60 και συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Με ό,τι κι αν καταπιάστηκε στη μουσική, το αντιμετώπίσε με πολύ μεγάλη σοβαρότητα, γνώση, ευαισθησία, έμπνευση και εργατικότητα. Αυτό δεν μπορεί να του το αρνηθεί κανείς. Η ποιότητα τον χαρακτήριζε πάντα ως συνθέτη και δημιουργό. Δεν απέκλινε ποτέ από τη γραμμή του, προς τιμήν του. Αυτά πρέπει να λέγονται σε μια χώρα όπου με μια εύκολη και λαϊκίστικη "ζεμπεκιά" κάποιοι "έβγαλαν φράγκα" -μέχρι και υπουργικό θώκο απέκτησαν... Αηδίες και ατροφικά Εγώ.

Αποφάσισε να αναλάβει μόνος του την έκδοση του συγκεκριμένου έργου γιατί καμιά εταιρεία (τότε υπήρχαν και δραστηριοποιούνταν ακόμη οι δισκογραφικές εταιρείες) δεν έδειξε ενδιαφέρον. Για τον ίδιο λόγο αποφάσισε να ερμηνεύσει τα τραγούδια ο ίδιος. Πρόκειται για μια συλλογή τραγουδιών μεγαλειώδους και υποδειγματικής ενορχήστρωσης, που αξίζει όχι μόνο της προσοχής αλλά και της σπουδής. Στους στείρους και άνυδρους καιρούς που βιώνει η μουσική τα τελευταία πολλά χρόνια, η ενορχήστρωση αυτού του έργου αποτελεί φάρο στο σκοτάδι. Ως μουσικός, δέκα χρόνια τώρα ακούω αυτή τη δουλειά και την ανακαλύπτω συνεχώς με θαυμασμό αλλά και έκπληξη. Και νομίζω έχει πολλά ακόμη να ανακαλύψω.

Όσον αφορά στην αξιολόγηση των μουσικών συνθέσεων του Γιάννη Γλέζου και των στίχων της Εύας Λίτινα, το θέμα είναι καθαρά υποκειμενικό.

Τα τραγούδια:

Το φυλλάδιο:
https://plus.google.com/photos/108220967301393602969/albums/6083662838565943585  

Άλλα τραγούδια του Γιάννη Γλέζου:
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=index&sort=alpha&composer_id=200 

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Γνωστός τραγουδοποιός (γιος της αδελφής του Γιάννη Ρίτσου και αδελφός της Δέσποινας Γλέζου). Σπούδασε στην Ανωτάτη Εμπορική Αθηνών, την οποία εγκατέλειψε για τη μουσική, πρωτοεμφανιζόμενος σε μπουάτ της Πλάκας. Πήρε μαθήματα πιάνου από τον Γιάννη Παπαδόπουλο και θεωρητικών από τον Γ. Α. Παπαϊωάννου και τον Μιλτιάδη Κουτούγκο. Προσανατολίστηκε στο λεγόμενο έντεχνο ελληνικό τραγούδι επηρεασμένος από τον Μ. Θεοδωράκη (ο οποίος ενορχήστρωσε και διηύθυνε το "Περιστεράκι της Φτωχιάς Αυλής" του Γλέζου με ερμηνευτή τον Γρ. Μπιθικώτση). Στο Φεστιβάλ Λυκαβηττού 1966 ο Γλέζος παρουσιάστηκε ως ο νεότερος των συνθετών που πήραν μέρος. Στη διάρκεια της Δικτατορίας κατέφυγε στο εξωτερικό (Αγγλία,Γαλλία, Ελβετία, ΗΠΑ). Στη Νέα Υόρκη μάλιστα ανέλαβε τη διεύθυνση της Ελληνικής Λαϊκής Χορωδίας (που έδωσε 2 συναυλίες υπό τη διεύθυνση του Θεοδωράκη, με τον Γλέζο στο πιάνο). Στις ΗΠΑ παρακολούθησε μαθήματα σύνθεσης, διεύθυνσης ορχήστρας και φωνητικής. Μετά την πτώση της Δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα και συνεργάστηκε με την Μαρίζα Κωχ. Έγραψε κύκλους τραγουδιών σε στίχους μεγάλων Ελλήνων και ξένων ποιητών (Ρίτσου, Καβάφη, Καρυωτάκη, Ελύτη, Λόρκα, Νερούντα, Χάινε, Χιμένεθ, κ.ά.) με 30 ώς 60 τραγούδια ανά Κύκλο! Πληθωρικός στις εμπνεύσεις του, έχει συνθέσει πολύ περισσότερα από 1.000 τραγούδια. (Πηγή: http://www.ishow.gr)

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Οι κιθάρες μου - YAMAHA C40

Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια έπαιζα μόνο ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα. Η κλασική μου άρεσε πάντα πάρα πολύ, είχα παίξει κάποιες φορές με κιθάρες φίλων, αλλά ποτέ δεν έφτασα στο σημείο να αγοράσω μία. Δεν μου έβγαινε με τίποτα αλλά ούτε αναρωτήθηκα το γιατί. Καταλάβαινα ότι εκείνες τις εποχές δεν ταιριάζαμε. Ότι δεν θα μπορούσα να περιπλανηθώ στα τάστα της με την άνεση, την οικειότητα και την ελευθερία που ένιωθα με τις άλλες δύο. Ένιωθα σαν να μην είχε έλθει ακόμη η ώρα. Ήταν πολύ "καθαρή" σε σχέση με αυτό που έβγαινε από μέσα μου και ζητούσε να εκφραστεί με τη μουσική. Οι άλλες δυο ήταν πιο "βρώμικες", ο ήχος τους πιο μπλεγμένος και θολός, οι νότες σφιχτά δεμένες η μία με την άλλη. Δεν μπορούσες να τις διακρίνεις έτσι όπως διακρίνονται καθαρά και κρυστάλλινα στην κλασική. Είναι οι χορδές, είναι και τα ξύλα. Οι πλαστικές χορδές της κλασικής αποπνέουν και δημιουργούν πάντα μια ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα. Πολύ ανθρώπινη και πολύ απαλή, χωρίς γωνίες. Η μουσική τους πηγαίνει και φωλιάζει παντού με άνεση και χωρίς καμιά προσπάθεια. Στρογγυλοκάθεται σαν βαμβάκι πάνω σε μαλακά μαξιλάρια και βολεύεται με μεγάλη ευκολία. Δεν σε διώχνει όταν έρχεται προς το μέρος σου και πάντα ζητά να καθίσει δίπλα σου. Απλά κάθεται. Ξέρει αυτή και βρίσκει πάντα την αδειανή θέση και την κατάλληλη στιγμή. Κι εσύ, θες δεν θες, τη δέχεσαι και την εισπράττεις, την ακούς. Η μουσική της κλασικής κιθάρας σε πλημμυρίζει, δεν μπορείς να της αντισταθείς.

Το παράδοξο -θα 'λεγε κανείς- ήταν πως όλα τα χρόνια έπαιζα πάρα πολλά τραγούδια που θα αποδίδονταν πολύ καλύτερα με κλασική κιθάρα. Επέμενα όμως να μην παίζω αυτές τις μουσικές με κλασική. Κάτι συνέβαινε με τον τρόπο με τον οποίο έπαιζα ακουστική κιθάρα -ή και ηλεκτρική αργότερα- που λες και αντιστάθμιζε κατά κάποιον τρόπο την απουσία της. Πολλές φορές μου είχαν πει διάφοροι ακροατές, είτε επρόκειτο για απλούς θαμώνες είτε για επαγγελματίες μουσικούς ή ηχολήπτες, πως προσέγγιζα την κιθάρα σαν να ήταν πιάνο. Δεν ξέρω αν ήταν από τη μεγάλη μου αγάπη για το πιάνο -το οποίο δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω αλλά ούτε να νοικιάσω γιατί ήταν εξωφρενικά ακριβό για τις δικές μου οικονομικές δυνατότητες εκείνες τις εποχές, αν και είχα ψάξει το θέμα πάρα πολύ- ή ήταν απλώς ο δικός μου τρόπος να προσεγγίζω το όργανο.

Την εποχή εκείνη, όταν διάλεξα να παίζω ακουστική κιθάρα, μάλλον ήθελα να κάνω περισσότερο αισθητή την παρουσία μου, την προσωπική μου φωνή και έκφραση. Ήθελα να διατρανώσω το Εγώ και το Θέλω μου. Και σίγουρα η επιλογή των συρμάτινων χορδών ήταν καταλληλότερη. Εξάλλου, η κλασική κιθάρα ήταν συνδεδεμένη με τα ωδεία και τις παρτιτούρες κι εγώ δεν ήθελα να ενταχθώ σε καμιά τάξη, ούτε ήθελα να ακολουθώ κανόνες, περιορισμούς και μετρημένους χρόνους. Ήθελα να κάνω το δικό μου. Να ορίζω μόνος μου το χώρο και το χρόνο μου στη μουσική και στην κιθάρα. Έτσι ακολούθησα το δρόμο μου, το δρόμο της ζωής μου, που με έβγαλε σε διάφορες γειτονιές, άλλοτε παράξενες, άλλοτε επικίνδυνες κι άλλοτε μαγικές. Στην πορεία, βέβαια, έμαθα και κανόνες και μέτρα και χρόνους και εκείνα τα μαύρα σημαδάκια πάνω στις πέντε γραμμές, αλλά αυτό έγινε αρκετά αργότερα και καθαρά για λόγους περιέργειας και διευκόλυνσής μου στην προσέγγιση κάποιων ιδιαίτερων μουσικών δημιουργημάτων. Εκείνα τα μαύρα σημαδάκια έκαναν πολλές φορές τη μουσική μου ζωή πιο εύκολη.


Τα τελευταία χρόνια οι προσωπικές μου διαδρομές ήταν σκληρές, πολύ σκληρές. Με εμπειρίες που χαράχτηκαν βίαια και βαθιά και παραλίγο να με εξοντώσουν σε φυσικό επίπεδο. Μαζί με όλα αυτά είχα αρχίσει να κουράζομαι και να πονάω πολύ σωματικά και ψυχικά. Τα χέρια και τα πόδια μάτωναν έτσι καθώς περπατούσα πλέον ξυπόλυτος και γδερνόμουν ολόκληρος με το παραμικρό σε κάθε μου βήμα. Δεν χρειαζόμουν πια το σκληρό κι απάνθρωπο σύρμα, δεν το άντεχα. Είχε καταντήσει μια υπερβολή στη ζωή μου, η οποία θα κινδύνευε σοβαρά αν εξακολουθούσα να παίζω μαζί του. Είχε φτάσει η ώρα για να απομακρυνθώ και να προχωρήσω χωρίς εκείνο στην επόμενη φάση. 

Στην τελευταία στροφή πριν από την προσγείωση, έτσι καθώς μπαίνεις στην τελική ευθεία για την κάθοδο, έχεις πλέον εξαντλήσει τα περισσότερα καύσιμά σου και κατεβάζεις το σύστημα προσγείωσης. Έτσι έκανα κι εγώ εκείνο το καλοκαίρι του 2008 στη Νάξο. Βρισκόμουν πια μερικά μέτρα πριν από τον διάδρομο και έβλεπα μπροστά μου την ευθεία γραμμή που σχημάτιζαν τα αναμμένα φωτάκια, χαραγμένη πάνω στη γη, να χάνεται στο βάθος. Αν δεν κατόρθωνα να την πιάσω κατεβαίνοντας, θα γινόμουν κομμάτια. Τώρα όμως βρισκόμουν ακόμη στον αέρα και έχανα διαρκώς ύψος, σχεδόν σε ελεύθερη πτώση. Η κλασική κιθάρα θα γινόταν το σύστημα προσγείωσης που θα με βοηθούσε να προσεγγίσω τον διάδρομο. Αργά, απαλά κι ανθρώπινα -σαν κι εκείνη. 

Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που δεν είχα πάρει μαζί μου κιθάρα σε διακοπές. Προφανώς, όπως το σκέφτομαι πια μετά από κάποια χρόνια, ο κύκλος των συρμάτινων χορδών είχε ολοκληρωθεί -για εκείνη την περίοδο τουλάχιστον, όπως αποδείχθηκε αργότερα- και μου ήταν αδιανόητο να τον συνεχίσω. Περπατώντας μια μέρα στην πόλη ένιωσα πολύ έντονη την έλλειψη μιας κιθάρας και μετάνιωσα που δεν είχα μια μαζί μου. Όταν όμως έφερα στο νου μου τις κιθάρες μου, ένιωσα μια περίεργη "αποστροφή". Δεν τις ήθελα. Δεν ήθελα εκείνες, ήθελα κάτι άλλο. Κατάλαβα. Από μέσα μου ξεπήδησε εντελώς αβίαστα η θέληση και η απόφαση να αγοράσω μια κλασική κιθάρα. Από εκεί, από το νησί. Θα είχε και την ιδιαίτερη χάρη της αφού θα ήταν βαφτισμένη στα νερά του πανάρχαιου Αιγαίου. Δεν μπορεί, μεγάλο νησί είναι, σκέφτηκα. Με χιλιάδες μόνιμους κατοίκους που έχουν παιδιά. Θα υπάρχει κάποιο ωδείο, οι μαθητές θα μαθαίνουν μουσική. Στον κεντρικό δρόμο ανακάλυψα το μαγαζί που έψαχνα. Ήταν ο τοπικός αντιπρόσωπος της YAMAHA. Μπήκα μέσα και ζήτησα να δω τις φθηνές κλασικές κιθάρες. Μου έδειξαν δυο-τρία μοντέλα και, χωρίς να χρειαστεί να καθυστερήσω ιδιαίτερα, αποφάσισα να αγοράσω την C40. Ακουγόταν αρκετά ικανοποιητικά -θα έλεγα πως για τα αυτιά μου ο ήχος της ήταν επαρκής. Εξάλλου, ήμουν σε διακοπές και δεν ήθελα να επενδύσω πολλά χρήματα αφού η κιθάρα θα ήταν εκτεθειμένη σε πολλές μετακινήσεις, στον ήλιο, στην άμμο και γενικά στην ευκολία και στην προχειρότητα των διακοπών -και μάλιστα σε νησί. Ένιωθα πως σιγά-σιγά, μέρα με τη μέρα, θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι μου για το προσεχές μέλλον. Ότι είχε έλθει η ώρα να ξημεροβραδιάζομαι μαζί της και να την έχω πάντα στα χέρια μου. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος να ξοδέψω πολλά χρήματα. Την ίδια μέρα απέκτησε και μια μικρή χαλκομανία με έναν συμπαθητικό καρχαρία που χοροπηδά. Δεν την πρόσεξα, δεν την προφύλαξα ποτέ ιδιαίτερα. Την άρπαζα απότομα και άρχιζα να παίζω το οτιδήποτε. Έτσι όπως ακριβώς μου ερχόταν η διάθεση κάθε φορά. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σκέψη και φροντίδα. Και όταν αυτό που έβγαινε από μέσα μου στέρευε, κουραζόταν ή βαριόταν, την έβαζα στην άκρη της.

Οι χορδές γυρίστηκαν ανάποδα για να εξυπηρετούν την αριστερόχειρη καλλιτεχνική μου φύση και οι πρώτες νότες σηκώθηκαν στον αέρα. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα εξαιτίας του γυρίσματος των χορδών γιατί -όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι κιθαρίστες- το πίσω κοκαλάκι στον καβαλάρη της κλασικής δεν αποκλίνει πολύ από την ορθή γωνία ως προς τις χορδές, όπως συμβαίνει στην ακουστική, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν μεγάλες απώλειες στην τονικότητα και στις αρμονικές όταν οι χορδές γυρίσουν ανάποδα. Αλλά αυτά είναι τεχνικά θέματα -που όμως είναι εξίσου σημαντικά γιατί αλλιώς δεν υπάρχει σωστός ήχος, δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Το θέμα είναι πως είχα πια φτάσει σε έναν ακόμη προορισμό στη ζωή μου, έτσι ένιωσα. Σε έναν ακόμη σταθμό όπου θα κατέβαινα για να ζήσω. Φρέσκος και καινούργιος ταξιδιώτης, γεμάτος φόρα, κέφι και όρεξη. Γεμάτος όνειρα για εξερευνήσεις και περιπλάνηση. Ήταν το κομμάτι που έλειπε και θα με συμπλήρωνε. Τα τελευταία χρόνια χώλαινα μουσικά. Χρόνο είχα, δεν μου είχε λείψει. Αλλά οι κιθάρες παρέμεναν ξεκούρδιστες και κλειδωμένες στις θήκες τους. Έδειχναν να έχουν σωπάσει. Σιγή στα σύρματα και σκληροί ελιγμοί στην ψυχή. Είχε έλθει η ώρα να μαλακώσουν όλα. Να αποκτήσουν μια πιο ανθρώπινη υπόσταση και να αφήσουν το ποτάμι της ζωής να τα παρασύρει. Η κλασική κιθάρα ήλθε και έμεινε στη ζωή μου για αρκετά χρόνια ως η αποκλειστική κιθάρα μου. Οι υπόλοιπες παροπλίστηκαν εντελώς. Ούτε που άντεχα να τις κοιτάξω. Τα μεσημέρια, στα διαλείμματα από την πολύωρη δουλειά, ο ύπνος με έβρισκε ανάσκελα, αγκαλιά με την κλασική. Είχα μεγάλη ανάγκη τον απαλό, τρυφερό της ήχο -ακόμη και την απλή αίσθησή της πάνω στο σώμα μου. Το μικρό της βάρος και το μικρότερο μέγεθος σε σύγκριση με τις "άλλες". Έμαθα να παίζω αλλιώς -διαφορετικά. Η ταστιέρα ήταν πια πολύ φαρδιά και εντελώς επίπεδη και τα δάχτυλα έπρεπε να βρίσκουν αυτόματα τις νέες θέσεις πάνω της. Στην αρχή ήταν δύσκολο. Συνηθισμένος σε πιο στενές ταστιέρες, τα δάχτυλα πατούσαν άλλα αντ' άλλων και έτριζαν όλα -χορδές, τάστα και ξύλα. Νευρίαζα, καθυστερούσα, τα παράταγα. Νομίζω όμως πως τελικά ο τρόπος μου βρήκε την έκφρασή του χωρίς φόβο και πάθος πια. Μαζί της μαλάκωσα κι εγώ και απεκδύθηκα πολλά βάρη και κελύφη του παρελθόντος. Αλλά ταυτόχρονα ήλθα πάλι σε επαφή με τη μουσική, μια επαφή και μια σχέση που είχα αρχίσει να χάνω. Είδα τη μουσική κι εμένα από άλλες πλευρές και διαπίστωσα πως η κλασική κιθάρα δεν ονομάστηκε τυχαία "κλασική".  

Ήδη άνοιγα νέους δρόμους.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Πλημμύρα

Στον τόσο ευαίσθητο φίλο Τηλέμαχο, 
που ζει εκεί ψηλά, στις πλαγιές του Ολύμπου.
Θυμάμαι τα βράδια που παίζαμε το "Απόψε είναι βαριά" 
και οι τουρίστριες χόρευαν ξυπόλυτες πάνω σε σπάσμένα πιάτα, 
σε ένα σουρεαλιστικό υπαίθριο παραλιακό παράπηγμα, στα μέσα του '80...  

Μ' αρέσει πια να βλέπω τη βλακεία γύρω μου. Μ' αρέσει που ξεχειλίζει από παντού. Κυλάει στους δρόμους σαν υγρό ποτάμι και κατακλύζει τα πάντα. Χρόνια τώρα τη βλέπω. Στην αρχή το θέαμα φάνταζε αποκρουστικό. Αργότερα εξοργιστικό και ντροπιαστικό. Κάποτε πέρασα μια μεγάλη περίοδο στην οποία ένιωθα συμπόνοια και συμπάθεια. Έβλεπα την ταλαιπωρία όλου αυτού του κόσμου -όχι ότι κι εγώ δεν πλήρωνα το μερίδιό μου- και είχα την τάση να πάρω στην πλάτη μου και να σηκώσω ξένα βάρη, λες και έφταιγα εγώ και έπρεπε να άρω τις "αμαρτίες" του κόσμου. Η αλήθεια είναι πως όσο και όπως μπορούσα, έτρεχα. Με τον τρόπο μου. Με τον τρόπο του ο καθένας. Αλλά έχοντας πάντα στο μυαλό την αδυναμία και την ευάλωτη θέση του συνανθρώπου. Την ανημπόρια, τη φτώχεια, την πείνα και την εξαθλίωσή του. 

Με τον καιρό όμως έφυγαν αυτές οι αντιδράσεις και το τοπίο μέσα μου άλλαξε. Άρχισα να αποστασιοποιούμαι από πάθη και εμπάθειες. Οι θερμοκρασίες έπεσαν και οι άνεμοι καταλάγιασαν. Δεν ήταν αδιαφορία για τα κοινά, δεν ήταν μισανθρωπία. Κατάλαβα πια πως πίσω από όλα αυτά που συνέβαιναν στον κόσμο υπήρχε κάτι άλλο, κάτι μεγαλύτερο. Είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου, αυτό που είχε αρχίσει να διαγράφεται εδώ και είκοσι χρόνια, όταν άρχισε η Μεγάλη Κατρακύλα, όχι μόνο στα στενά πλαίσια της χώρας αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Και επειδή η ζωή αρχίζει εκεί όπου τελειώνει κάθε φαντασία, η πραγματικότητα τελικά ήταν πολύ πιο αδρή και αμείλικτη από κάθε προσδοκία. Εδώ πια είχαμε να κανουμε με μια νέα τάξη πραγμάτων (New World Order) -όπως πολύ σωστά και εύστοχα, όπως αποδεικνύεται, την αποκαλούσαν τα διάφορα κέντρα εξουσίας σε όλον τον κόσμο. Δε λέω, ήμουν κάτι παραπάνω από βέβαιος για αυτήν την Πτώση, αλλά η Εξορία που ακολούθησε για τον Άνθρωπο ήταν στην αρχή απερίγραπτη. Βαριά και βαθιά. Βουβάθηκα και κατάπια τη γλώσσα μου. Μού κόπηκε η ανάσα και χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να αρχίσω να βλέπω πάλι καθαρά. Τον πρώτο καιρό ήμουν πλημμυρισμένος από οργή και ντροπή. Ήταν οι αρχικές, σπασμωδικές αντιδράσεις της ορμής για επιβίωση. Ένιωθα οργισμένος για όλους και όλα εκείνα που μας είχαν οδηγήσει σε αυτήν την αδιανόητη κατάσταση, που φυσικά έπληττε αμείλικτα κι εμένα όπως όλους. Μάλλον όμως δεν είχα εκτιμήσει το πραγματικό μέγεθος της Πτώσης, αφού όλα όσα συνέβαιναν τώρα ήταν κατά πολύ χειρότερα από όσα υποσυνείδητα ανέμενα. Αργότερα κάθισα και σκέφτηκα πως η ζωή πάντα θα με ξεπερνάει κι έτσι άρχισα να συμμαζεύω την οργή και τις σκέψεις μου. Ο λόγος έγινε λιγότερο κοφτερός και οξύς, ενώ τα γεγονότα, που έρχονταν και διαδέχονταν απανωτά το ένα το άλλο, τα βίωνα με λιγότερο οδυνηρό τρόπο. Φυσικά, οι αντικειμενικές δυσκολίες -που για κάποιους και κάποιες φορές έφτασαν να καταστούν ανυπέρβλητες και οριακές για την ίδια τη ζωή τους- δεν έπαψαν να υφίστανται, ενώ εμφανίζονταν διαρκώς νέες. Έτρεξα στην αρχή να συνδράμω όπου, όπως και όσο μπορούσα. Έφτασα ίσως στην υπερβολή. Ήταν αδύνατο να καταφέρω οτιδήποτε σε συλλογικό επίπεδο. Κανένα αποτέλεσμα. Ίσα-ίσα, υπήρξε μια μεγάλη διάψευση των συμμετοχικών και ομαδικών προσπαθειών, ενώ πολλές φορές όλες εκείνες οι δράσεις επέστρεφαν σαν μπούμερανγκ από τα κέντρα εξουσίας αλλά και από την υπερβολική πολυδιάσπαση του κόσμου. Κι έτσι κάποια στιγμή αναρωτήθηκα: μια Πλημμύρα δεν ήταν εκείνη που ερχόταν κάθε φορά στην ιστορία της Γης για να ξεπλύνει τα πάντα στο πέρασμά της; Έτσι ήταν. Και λούφαξα αποδεχόμενος την νομοτέλεια. Η εικόνα άρχισε να παγώνει, ενώ όταν ήλθε το μούδιασμα κάποιοι μίλησαν για "προσαρμογή" και "προσομοίωση" με το Τέρας. Στην αρχή, το παραδέχομαι, σχεδόν συμφώνησα. Έβλεπα πως δεν υπήρχε περιθώριο καμιάς αντίδρασης. Όλα είχαν κλείσει από παντού. Διαφυγή καμιά. Αργότερα όμως άρχισα να αποστασιοποιούμαι συνειδητά και από αυτή τη θέση και αίσθηση. Προσπάθησα να βρω μια άλλη εξήγηση, μια ερμηνεία που θα "αγκάλιαζε" κατά κάποιον τρόπο τόσο τη Δράση όσο και την Αντίδραση -μια ολιστική προσέγγιση και επόπτευση. Συνεχίζω να την χτίζω. Έχει ξεπεράσει το ύψος του νερού από καιρό και εξακολουθεί να ανεβαίνει. Ανασαίνω ελεύθερα.

Έχω σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο, όπως κάνουν οι απελπισμένοι και οι διασωθέντες σε εκείνες τις ασυγκράτητες πλημμύρες που συμβαίνουν στην Άπω Ανατολή, όταν τα ποτάμια καλύπτουν ό,τι βρούνε στο πέρασμά τους, και ατενίζω την πλάση γύρω μου να κατρακυλάει. Κάπου μακριά απέναντι, σε ένα άλλο δέντρο, βλέπω ένα σκύλο, σε μια θεόρατη θημωνιά που ξεπροβάλλει μέσα απ' το νερό έχει σκαρφαλώσει ένα καγκουρό και σε ένα στύλο του ηλεκτρικού ισορροπεί μια γαζέλα, ενώ μια ομάδα λύκων -μολονότι αυτοί συνήθως πάνε μόνοι τους αλλά ας όψεται η ανάγκη- βλέπω να ανηφορίζει βιαστικά προς την κορυφή του λόφου της στέπας.

Χαζεύω τους ανθρώπους να κυλιούνται απελπισμένοι στο βόρβορο μιας ατέλειωτης και άπατης πηχτής ηλιθιότητας. Το μεγάλο και χρόνια ταλαιπωρημένο πλήθος σέρνεται αγκιστρωμένο σε τεράστιους κορμούς που χυμάνε μαζί με την πλημμύρα. Σε κορμούς που, όταν ήταν όρθιοι, έδειχναν μεγάλα και εύρωστα δένδρα, γεμάτα κλαδιά και φύλλα που έριχναν τη σκιά τους σε κάθε διψασμένο και κουρασμένο περαστικό. Αλλά να που και τώρα, μετά την ξύλευση που υπέστησαν από τη φύση και την ροή των εξελίξεων, συνεχίζουν να προσελκύουν και να κρατάνε γερά δεμένους πάνω τους χιλιάδες, εκατομμύρια άπορους και απέλπιδες ναυαγούς. Ανθρώπους ανώνυμους και βασανισμένους, αρπαγμένους τον έναν απ' τον άλλον -απ' το σκισμένο πουκάμισο που περισσεύει πίσω τους και επιπλέει μουσκεμένο, απ' το απλωμένο χέρι που προσπαθεί να ισορροπήσει στα νερά, απ' το πόδι που σπαρταράει για να κρατηθεί στην επιφάνεια της νερουλής λάσπης. Επάνω στους κορμούς βλέπω διάφορες γνωστές φάρες. Αυτούς που άλλοτε έβλεπα ντυμένους με λαμέ και στρας να υποδύονται την εκλεκτή και άρχουσα κάστα, τους άλλους με το σχετικά έως αρκετά επιμελημένα αφρόντιστο κάζουαλ γουέαρ των σκεπτόμενων πολιτών που φορούσαν απίθανα σχέδια και χρώματα σκελετών στα γυαλιά και ασχολούνταν με τον τραυματισμό της πεταλούδας πιτσουτσούνι στη Νήσο Χονσού ή με το τελευταίο άφταστο καλλιτεχνικά πολυθέαμα, και τους άλλους με τα σοβαρά, κυριλέ ρούχα που σύχναζαν σε μοστράτα καφέ και εκδηλώσεις των ΒΠ* -πρόκειται για αυτούς που έχουν στα χέρια τους τη χώρα και την σώζουν διαρκώς μέσα από τις κοσμικές στήλες και τα έδρανα του Παλατιού -για να μην ξεχνάμε και την πραγματική και ουσιαστική λειτουργία κάποιων κτηρίων... Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, τα λαμέ και τα στρας έχουν λασπωθεί από καιρό και οι κάτοχοί τους μοιάζουν μάλλον με γουρούνια, που όμως -και εδώ είναι η τρομακτική τους ικανότητα να μεταλλάσσονται- βρίσκονται στο στοιχείο τους και απολαμβάνουν τα λασπόλουτρα δίχως να ενοχλούνται. Έχουν μάλιστα ήδη εντάξει τη λάσπη στο νέο τους λουκ και την επιδεικνύουν περιφερόμενοι αυτάρεσκα. Κυλιούνται σαν λασπωμένα κτήνη και αφήνονται στην ορμή των στοιχείων της φύσης, έχοντας την εντύπωση πως πρόκειται για ένα ακόμη κοσμοπολίτικο event από εκείνα στα οποία μαζεύονται και χαριεντίζονται ανόητα, φορώντας διαδοχικά όλες τις μάσκες που διαθέτουν στο βεστιάριό τους -κι από μέσα το δάκρυ ας πηγαίνει κορόμηλο. Το τερμάτισαν. Παραδίπλα, τα κόκκινα γυαλιά επιτέλους γδάρθηκαν ή ξεθώριασαν. Δεν νομίζω πως οι κάτοχοί τους θα αισθάνονται ιδιαίτερα υπερήφανοι γι' αυτήν την κατάντια τους, γνωρίζοντας πως οι εκδορές είναι πλέον κάτι παραπάνω από ορατές στους "άλλους". Όνειδος και ξεπεσμός. Σχεδόν σαν να γλύφουμε εκεί όπου άλλοτε φτύναμε -αφού εξακολουθούν να φοράνε τα ίδια γυαλιά και τις ίδιες στολές, απερίσπαστοι μέσα στο ασυνείδητο και μη ρεαλιστικό ονειρικό τους βάθος. 

Ε, καλά, υπάρχουν κι άλλοι, ξέρω. Είναι κάτι ανεκδιήγητα τυπάκια που υιοθετούν ένα και καλά σαρκαστικό ύφος με άφθονο "χιούμορ" -σαν βγαλμένο από εκείνο το πλήθος ανόητων και εντελώς κακόγουστων/kitsch έντυπων κόμικς που κυκλοφορούσαν σωρηδόν και γέμιζαν μάταιες και ματαιόδοξα άτοπες κουλτουριάρικες βιβλιοθήκες στις δεκαετίες του '80 και του '90- και ανταλλάσσουν α-νοησίες βγαλμένες από το αργοκίνητο έως ακίνητο και φοβισμένο πνεύμα που συντηρούν κάτω από το κρανίο τους. Ε, ναι! Με μπόλικη χλεύη και σαρκασμό για τους "άλλους" που δεν "πιάνουν το πνεύμα" τους. Έχουν όμως πλάκα οι κερατάδες, όπως και να το κάνεις. Γιατί μόλις έλθει το πλήρωμα του χρόνου και φουσκώσει η κοιλίτσα από γκαστριά -όταν πρόκειται για γυναίκες- μετατρέπονται σε κοτάρες ολκής και δέχονται επισήμως συγχαρητήρια για την "εκπλήρωση του προορισμού της ζωής τους" και για τον "πιο αγαπημένο άντρα/γυναίκα της ζωής τους" (το ακόμη αγέννητο μωρό, καλέ!), ή αντίστοιχα, όταν πρόκειται για άνδρες, φουσκώνουν σαν γάλοι όταν "χτυπήσουν μουράτη γκόμενα" -που την περιφέρουν σαν τον πρωτόγονο άνθρωπο των σπηλαίων, ευτυχώς όχι από τα μαλλιά ένεκα ο φεμινισμός, ενώ αρπάζουν λαίμαργα τον ρόλο του "οικογενειάρχη" προκειμένου να ξεφύγουν από τα δόντια της αδίστακτης Ελληνίδας μάνας-βδέλλας. Τη συνέχεια την ξέρουν όλοι. Κυριακάτικες επισκέψεις σε πεθερικά και συν-πεθερικά, όλοι συνδαιτυμόνες γύρω από το αχνιστό πιλάφι πάνω στο άσπρο τραπεζομάντηλο. Στη γνωστή σύναξη με τα μπόλικα υπονοούμενα, που ενίοτε βγάζουν μάτι, τις μπηχτές και τα βλέμματα που σκοτώνουν. Το κρασί σκεπάζει τα πάντα, κάποιες φορές επιτυχώς και άλλες φορές με καταστροφικές συνέπειες για την σύμπνοια και την ενότητα της οικογένειας και των προαιώνιων δεσμών αίματος. Πολύ συχνά αυτές οι συνευρέσεις καταλήγουν σε τραγωδίες-τραγέλαφους ή, συχνότερα, στη συμφωνία για το πότε οι παππούδες θα κρατήσουν τα εγγόνια για να "χαλαρώσει λίγο το ζευγάρι".

Πάνω στο δέντρο μου προσπαθώ να με χτυπά ο ήλιος όσο γίνεται περισσότερο για να στεγνώνω σιγά-σιγά από τη βλακεία. Με έχει χτυπήσει κυρίως στην αριστερή πλευρά. Μούσκεμα είμαι κι εγώ ενω κάποιοι απίθανοι τύποι κάνουν ράφτινγκ και περνάνε με τις βάρκες τους κυριολεκτικά σφυρίζοντας μέσα απ' τα πόδια μου. Πώς καταφέρνουν μερικοί, βρε παιδί μου, και επιβιώνουν ακόμη κι εδώ; Είναι πράγματι αξιοθαύμαστοι, αν και εντελώς ύποπτοι. Πώς είχαν προνοήσει και φόρεσαν τις περίπλοκες και φανταχτερές στολές τους; Είχαν ειδοποιηθεί; Και από ποιον; Πάλι βρώμα μού μυρίζει κι εδώ. Κοίτα τους! Σαν παγώνια γεμάτα λειλιά, κράνη και χρώματα. Σαν παραφουσκωμένες χαρχουδοπεταλούδες. Λες και πάνε σε εξόρμηση του Κλικ για κατάβαση του Αχέροντα. Να δεις που θα έχουν μαζί τους και φωτογράφο!

Η πλημμύρα φουσκώνει, το ποτάμι απλώνεται διαρκώς αλλά τα περιθώρια στενεύουν. Αν δεν κάνουμε κάτι, θα μας πνίξει η πραγματική πλημμύρα που έχει προκληθεί από το ποτάμι της μεγάλης βλακείας -αν δεν είναι ήδη αργά. Η βουή της ακούγεται εδώ και χρόνια και σε λίγο θα σκεπάζει τα πάντα. Το να πιάσει όμως όποιος μπορεί μια κορυφή ή ένα δέντρο μπορεί τελικά να μην είναι λύση. Γιατί μετά για να επικοινωνήσει με τους άλλους θα χρειάζεται να επιστρατεύσει ουρλιαχτά και αλυχτήματα. Αλλά πάλι, καμιά φορά σκέφτομαι όπως στην αρχή. Πως οι πλημμύρες και οι κατακλυσμοί εμφανίστηκαν αρκετές φορές στην ιστορία του κόσμου για να ξεπλύνουν το παρελθόν και να προετοιμάσουν το μέλλον. Ούτως ή άλλως, η ζωή κύκλους κάνει.

Μ' αυτά και μ' αυτά περί πλημμύρας και κάθε "αποκλεισμένου" σε ψηλή κορφή μού ήλθε στο μυαλό ο Τηλέμαχος. Ζει πάντα εκεί ψηλά, στον Παλιό Παντελεήμονα, στον Κάτω Όλυμπο. Θυμάμαι μού είχε παίξει την ΤΡΑΝΤΑΦΛΙΑ τότε, στα μέσα του '80, όταν ανέβαινα σχεδόν κάθε βράδυ στο ταβερνάκι που είχε στην είσοδο του χωριού. Τρώγαμε, πίναμε, κουβεντιάζαμε πολύ και για όλα και κάποια στιγμή έπιανε το μπουζούκι ή τον τζουρά και τραγούδαγε. Το τραγούδι αναφέρεται σε αυτήν ακριβώς την πτώση από τα ψηλά στα χαμηλά -στον "ξεπεσμό", όπως έλεγε ο Τηλέμαχος. Δημιουργός και ερμηνευτής του ο Τηλέμαχος Ζαγρέας. Στην κιθάρα ο υπεροχος Μπαντούκ. 


video 

- παλιό χωριό: Παλαιός Παντελεήμονας Πιερίας
- Μαλαθριά: Δίον Πιερίας
- "Απαράτσις τς καστανιές κι πήγις στα καπνά": εννοεί άφησες το βουνό και κατέβηκες στον
  κάμπο, σε χαμηλότερο επίπεδο ζωής. 

*ΒΠ: Βορείων Προαστίων

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Συνάντηση

- Το θυμάσαι αυτό;
- Ναι, αμέ.
- Μού έλειψες πολύ.
- ...
- Άγρια πράγματα.
- Το ήξερα, τι νόμιζες τότε, πως δεν το ήξερα ότι ήταν και θα ήταν άγρια;
- Το ξέρω ότι το ήξερες. Εγώ δεν ξέρω τι ήξερα τότε. Ήταν όλα σαν ψέμα,
  σαν σύννεφο, σαν ζαλάδα.
- Κι αυτό το ήξερα. Το ήξερα καλά. Γι' αυτό έφευγα.
- Και γι' αυτό έφυγες για πάντα.
- Μπορεί.
- Κι εγώ αργότερα έφευγα. Δεν άντεχα. Ειδικά από τότε που έφυγες κι 
  εσύ.
- Το ήξερα. Σε έβλεπα.


- Σήμερα δεν ξέρω αν το θυμάμαι πια.
- Αν καθίσεις και το προσπαθήσεις, θα το θυμηθείς. Πάντα τα θυμόσουν 
  όλα.
- Δεν ξέρω.
- Εγώ όμως τώρα πια ξέρω. Να δεις που θα το θυμηθείς.
- Έχει νόημα χωρίς εσένα;
- Σ' αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω. Είναι πρακτικώς αδύνατο.
- Καταλαβαίνω. Τουλάχιστον, αν και μπορεί να μην ήξερα -με τη βαθιά και
  συνειδητή έννοια της γνώσης-, καταλάβαινα κι ένιωθα.
- Γι' αυτό σ' αγαπούσα.
- Δεν έχουν νόημα αυτά τώρα πια στη ζωή.
- Όπως ακριβώς το λες. Στη ζωή.
- Γιατί; Έχουν αλλού;
- ...
- Καλά.


- Το ξέρεις ότι σε έχω πάντα μαζί μου, δίπλα μου, από τότε που έφυγες.
- Το ξέρω. Είδες πώς έρχονται τα πράγματα; Εγώ σε είχα κοντά μου μέχρι
  τότε που έφυγα, και μετά, από τότε που έφυγα, με έχεις εσύ συνέχεια
  κοντά σου.
- Είναι για να μην χαθούμε ποτέ.
- Δεν πρόκειται να χαθούμε ποτέ.
- Τι θα πει "ποτέ" εδώ όπου μιλάμε;
- Δεν μπορώ να σου πω. Όπως και ό,τι ακριβώς αντιλαμβάνεσαι. Εξάλλου,
  είπαμε, εσύ αντιλαμβανόσουν πάντα τα πράγματα.
- Καλά.


- Τι λες; Θα προσπαθήσεις να το θυμηθείς;
- Μπορεί. Κάποια στιγμή.
- Σ' αφήνω τώρα. Πρέπει να βγω.
- Να βγεις. Αλλά να μην απομακρύνεσαι για πολύν καιρό.
- Δεν υπάρχει καιρός. Ούτε απομακρύνομαι.
- Το ξέρω. Το βλέπω. 

Γραμμένο με αφορμή το "Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα",
που είχα -σκόπιμα- να ακούσω χρόνια
και φέτος το φθινόπωρο ξανάπιασα την κιθάρα για να το παίξω,
βουτηγμένος στις αναμνήσεις από τον Φίλο μου...