Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Μακριά

Θα παραμένει πάντα ζητούμενο
-η Πατρίδα. Η κάθε "πατρίδα" 
που έχεις κρυμμένη βαθιά μέσα σου
Εκεί πρωτογνώρισες τη σκόνη του δρόμου
και τη στάχτη της μέρας που έσβησε
Εκεί τα αρχαία θροΐσματα
χύμηξαν στα αφτιά σου
για να κατοικήσουν άλλη μια παρθένα γη
Ο πρώτος ήλιος άρχιζε 
να σκαρφαλώνει στον ουρανό
και το πρώτο φεγγάρι να ξεθωριάζει
ξαναβουτώντας στην άβυσσο

Μην την ψάξεις σε χάρτες -δε θα τη βρεις
Δεν είναι φτιαγμένη από υλικό που χαρτογραφείται
Μην την αναζητήσεις στην αγορά -ούτε εκεί είναι
Δεν έχει όνομα, δεν έχει στίγμα, δεν εκτίθεται
Είναι αθόρυβη σαν πούπουλο,
τρομάζει εύκολα και χάνεται πάλι
Γι' αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή και υπομονή
για να φτάσεις κοντά της
Και αγάπη
Είναι αόρατη σα γυαλί
γι' αυτό βλέπεις μέσα της
χωρίς να συνειδητοποιείς ότι είναι εκεί

Αφήνει όμως σκιές όπου κι αν βρίσκεται
Μόνο από αυτές μπορείς να την αναγνωρίσεις
Κυνήγησέ τες, τρέξε πίσω τους
Μη φοβηθείς αν χαθούν στη στροφή
Μην τρομάξεις αν μεγαλώσουν ξαφνικά
Δικές σου ζωές, δικές σου στιγμές,
γεμίζουν κάδρα στο διάδρομο 

Θα ακροβατείς μια ζωή ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο
-όχι ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, 
αλλά ανάμεσα σε ένα άχρονο κάποτε και στο τώρα
Θα ισορροπείς διαρκώς πάνω στον ομφάλιο λώρο
που σε συνέδεσε με το Άπειρο

Το καλοκαιράκι θα σε φτάνουν οι μικρές σπίθες
και το χειμώνα οι ολόλευκες νιφάδες 
θα σου γνέφουν απ' το παράθυρο
Οι μυρωδιές δεν θα είναι ίδιες ποτέ ξανά
και θα καταφέρνουν μόνο να "θυμίζουν"
-ακόμη κι όταν επιστρέφεις εκεί, 
πατώντας τα ίδια χώματα 
και ανασαίνοντας άρρυθμα μες στο ίδιο σκοτάδι

Σχέση μακρινή, σχέση αιώνια,
Θα την τροφοδοτείς συνεχώς
εσύ από μόνος σου
Γιατί από τη στιγμή
που εσύ γεννιέσαι,
εκείνη αποτραβιέται
Σαν ένα παιχνίδι
όπου εκείνη κρύβεται
κι εσύ δεν μπορείς
να την αποφύγεις
Βρίσκοντας πάντα τη χαραμάδα
από όπου θα εισχωρείς
στο στεγνό της μέλλον

Για να συνεχίσει να υπάρχει
Γιατί χωρίς αυτή δεν υπάρχεις ούτε εσύ
Κι έτσι κατορθώνεις και πηγαινοέρχεσαι
Κι έτσι καταφέρνεις και αιωρείσαι αέναα

Για να γίνεσαι Οδυσσέας κι εκείνη Ιθάκη
απομακρύνεσαι ασυνείδητα,
χωρίς να καταλαβαίνεις πως έτσι ξεκινάς
το ταξίδι της επιστροφής
στη Θάλασσα των Σαργασσών σου,
σαν το χέλι που διαρκώς επιστρέφει
-σαν άσκηση σε εμβρυακή στάση με φόντο το χρόνο

Όλη η ζωή μια συνεχής επιστροφή
Το ξέρεις -όλα τα ξέρεις
Και τους ποιητές διάβασες, και τους ρήτορες άκουσες
Και όλες οι Σειρήνες του κόσμου
ήλθαν και τραγούδησαν στα αφτιά σου ψιθυριστά
Και οι προαιώνιες γενιές των ανθρώπων
έσκυψαν στον ύπνο σου και σου έγνεψαν
με τη μορφή προγόνων, πουλιών και αερικών
Σου είπαν πολλές φορές πάντα το ίδιο
-πως όλα είναι ένα ταξίδι γυρισμού

Αλλά εσύ πάλι θα φεύγεις
-τουλάχιστον έτσι θα νιώθεις
ή έτσι θα σου αρέσει
να νομίζεις πως νιώθεις
-πως φεύγεις μακριά

Ο ένας ζήτησε το "ψηλότερα" 
ο άλλος το "τίποτα"
Δίκιο είχαν και οι δύο
ο ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό", 
συμπλήρωσε κάποιος τρίτος
Δίκιο είχαν και οι τρεις
Κι αν ρωτούσαμε και τέταρτο,
δίκιο θα είχε κι αυτός
Το ίδιο θα μας έλεγαν όλοι
-μέχρι την Αλεξάνδρεια...

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Οι κιθάρες μου - GIBSON ES 345TD STEREO

Όπου εμφανιζόταν έκανε εντύπωση. Τόσο για το διάσημο όνομα που έφερε όσο και για τον ήχο της. Θυμάμαι κάποια φορά βρέθηκα σε ένα στούντιο ηχογράφησης με έναν ικανότατο ηχολήπτη -που χρησιμοποιούσε μάλιστα εκείνα τα χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις- και υπήρξε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μου ζήτησε από το κοντρόλ να παίξω κάτι για να ρυθμίσει τον ήχο της. Έπαιξα μερικές νότες και τον είδα πίσω από το τζάμι να απλώνεται στην καρέκλα του, χωρίς να πειράζει κανένα κουμπί στην τεράστια κονσόλα που είχε μπροστά του, και να μου λέει από το μικρόφωνο: "Παίξε οτιδήποτε, απλά και μόνο για να την ακούω. Δεν χρειάζεται κανένα εφέ. Θα την αφήσω σκέτη."

Την πρωτοείδα στη βιτρίνα στις αρχές του 1988. Στο παρελθόν είχε ήδη γνωρίσει άλλους δυο ιδιοκτήτες. Είχε κατασκευαστεί κάπου στα 1971-72 -όπως συμπέρανα πολύ αργότερα από τον αριθμό σειράς. Ήταν δηλαδή αρκετά παλιά πια. Και μάλιστα ήταν και πολύ ταλαιπωρημένη, αφού κάποιος από τους προηγούμενους κατόχους της είχε επέμβει βάναυσα στο ξύλο, προσπαθώντας να εγκαταστήσει τρίτο μαγνήτη και αργότερα κλείνοντας το άνοιγμα όπως-όπως. Δεν πτοήθηκα. Την άκουσα στον ενισχυτή και μαγεύτηκα. Εξάλλου, από μαθητής θυμάμαι να μου αρέσει υπερβολικά το συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά ήξερα πολύ καλά ότι θα αργούσα πάρα πολύ να καταφέρω να την αγοράσω -αν ποτέ τα κατάφερνα. Το κόστος μιας καινούργιας Gibson αυτού του τύπου ήταν τεράστιο για τις οικονομικές μου δυνατότητες. Παρά τα ελατώμματά της, αποφάσισα να την αγοράσω. Ο πωλητής με παρότρυνε. Ώρα σου καλή, Μάρκο μου, όπου κι αν είσαι. Με τα χρόνια γίναμε φίλοι, με εκ βαθέων εκμυστηρεύσεις και συνευρέσεις εκτός μαγαζιού, και διαπίστωσα ότι δεν το έκανε από εμπορικό συμφέρον. Πίστευε αυτά που μου έλεγε. Η κιθάρα ήταν εκπληκτική.

Φυσικά το πρόβλημα ήταν τα χρήματα. Ήμουν φοιτητής και οι 88.000 δραχμές που κόστιζε -ως μεταχειρισμένη, γιατί καινούργια δεν θυμάμαι πόσες εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές κόστιζε, ίσως υπερέβαινε και το εκατομμύριο- ήταν απαγορευτικές. Το μαγαζί ήταν στο κέντρο της Αθήνας κι έτσι μετά το πανεπιστήμιο περνούσα κάθε μέρα και την έβλεπα με μια κρυφή αγωνία μήπως είχε πουληθεί. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με το σχήμα και το χρώμα της στο μυαλό μου. Ένιωθα να με τραβά σαν το μαγνήτη και ήταν αδύνατον να κάνω πίσω. Μίλησα στην αδελφή μου για το θέμα μου κι εκείνη προθυμοποιήθηκε να πάρει δάνειο μέσω της δουλειάς της και να πληρώνω εγώ τις δόσεις. Έτσι το άντεχα, θα τα κατάφερνα. Ήδη εργαζόμουν τα βράδια σε μαγαζιά και δεν φοβόμουν μήπως δεν τα βγάλω πέρα. Όλα εξελίχθηκαν ταχύτατα. Παρακάλεσα τον Μάρκο να μην την πουλήσει αφού ήταν θέμα ημερών να έχω τα χρήματα στα χέρια μου. Όταν πλέον την αγόρασα, το μόνο που θυμάμαι είναι πως την ένιωθα τεράστια μέσα στην παλιά, σκληρή θήκη της -και σίγουρα ήταν πολύ βαριά. Ήταν θεόρατη και όλα εκείνα τα μπιχλιμπίδια που είχε επάνω της -μαγνήτες, διακόπτες, κουμπιά, διακοσμητικά- την έκαναν να μοιάζει με ολόκληρο στολισμένο καράβι στα μάτια μου. Ήμουν μόλις 23 χρονών και είχα μια τέτοια Gibson εκείνη την εποχή. Μεγάλη υπόθεση! 

Ήταν πάντα κάτι σαν την "γιορτινή" κιθάρα μου στα χρόνια που έπαιζα μουσική. Θυμάμαι πως όταν περίμενα κάποια ξεχωριστή βραδιά με φίλους την έπαιρνα πάντα για να παίξω μαζί της. Έπαιξα επίσης μαζί της στο Θέατρο Βράχων, τον Μάιο του 1992, με ενίσχυση πολλών-πολλών βατ. Ήταν αδιανόητος ο ήχος της εκείνο το βράδυ. Όταν ολοκληρώθηκε η παρουσία μας στη σκηνή και κατεβήκαμε, αυτό που είχαν να μου πούνε όλοι ήταν ο υπέροχος ήχος της κιθάρας. Όσο για τα τραγούδια που παίξαμε -κουβεντα! Είχε πολλή πλάκα. Η αλήθεια είναι πως είχα κυριολεκτικά σοκαριστεί γιατί δεν είχα ξαναπαίξει μαζί της σε τόσο ισχυρά μηχανήματα. Επειδή λοιπόν είναι "σκάφος", κούφια δηλαδή στο εσωτερικό της, δεν τολμούσα να σηκώσω τα δάχτυλά μου από τις χορδές ούτε για κλάσμα του δευτερολέπτου, αφού, λόγω του συντονισμού, θα γκρεμίζονταν τα βράχια!

Κάποιο καλοκαίρι στου Ζωγράφου
Έχω αρκετές φωτογραφίες μαζί της και, όντως, διαπιστώνω πως την χρησιμοποίησα σε κορυφαίες στιγμές. Άντεχε τα πάντα. Σε κάθε είδος εμφάνισης. Όταν μάλιστα είχε πίσω της ολόκληρη μπάντα, τότε κυριολεκτικά απογειωνόταν. Γιατί ο ήχος της είναι πολύ έντονος και το εκτόπισμά της τεράστιο. Η αλήθεια είναι πως ήταν δύσκολο να παίξω μόνος μου μαζί της. Γινόταν -δε λέω- και μάλιστα ήταν πολύ γλυκός ο ήχος της σε κάποιες συγκεκριμένες ρυθμίσεις, αλλά το συλλογικό αποτέλεσμα του συγκροτήματος ήταν απίστευτο. Επίσης ήταν πολύ βαριά για τη σκηνή και μεγάλη. Αυτό την καθιστούσε κάπως δύσχρηστη μέχρι να την συνηθίσω, στα πρώτα τραγούδια. Αλλά ήταν θέμα εξοικείωσης. 

Έχει ένα καταπληκτικό μανίκι. Τόσο λεπτό που νομίζεις πως δεν υπάρχει. Αυτό καθιστά το παίξιμο παιχνίδι και νιώθεις το χέρι σου να γλιστρά πάνω της χωρίς καμιά προσπάθεια. Τα τάστα της δηλαδή είναι πανεύκολα. Υπέροχα κατασκευασμένα από την εταιρεία, με αποζημίωναν πάντα για το βαρύ σώμα της. Πάντα είχα την αίσθηση ότι το μανίκι της δεν ήταν φτιαγμένο από ξύλο, μεταλλικά τάστα και εκείνα τα υπέροχα φιλντισένια διακοσμητικά. Είχα την αίσθηση ότι πρόκειται για φτερό. Τόσο απαλό και βελούδινο είναι στην αίσθησή του. Και αέρινο. Το χέρι και τα δάχυλα κυριολεκτικά ίπτανται από πάνω του.

Εκεί όμως που φαίνεται ξεκάθαρα η ποιότητα του οργάνου είναι το κούρδισμα. Δεν προλαβαίνω να στρέψω το κλειδί και η νότα έχει έλθει στη θέση της, στην οποία διατηρείται για σχεδόν δώδεκα δευτερόλεπτα! Το ίδιο συμβαίνει τόσο στην οκτάβα όσο και στην αρμονική. Η βελόνα στο παλιό κουρδιστήρι παραμένει καρφωμένη και ασάλευτη. Μόλις εκπνεύσει ο χρόνος των αρκετών δευτερολέπτων, η βελόνα πέφτει απόλυτα ομαλά και γλυκά μέχρι πίσω. Αφού κάθε φορά που την κουρδίζω, κάθομαι και χαζεύω τη βελόνα, χωρίς να πιστεύω αυτό που βλέπω. Γιατί κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σε καμιά άλλη κιθάρα μου -και, απ' όσο γνωρίζω, είναι γενικά πάρα πολύ σπάνιο. Α! Και κάτι άλλο. Το κούρδισμά της δεν επηρεάστηκε ποτέ από την υγρασία. Εκεί που την αφήνω, εκεί την ξαναβρίσκω. Ο καιρός αλλάζει, βγαίνει ήλιος και η ατμόσφαιρα βράζει και στεγνώνει, συννεφιάζει και βρέχει καταρρακτωδώς για μέρες -αυτή δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ακόμη και μετά από μήνες -αδιανόητα πράγματα. Λες και ζει στον κόσμο της. Σε έναν κόσμο μονωμένο από το υπόλοιπο εξωτερικό περιβάλλον, από το οποίο παραμένει ανεπηρέαστη και άθικτη. Στη γυάλα της.

Όλοι λένε -και μερικώς έχουν δίκιο- πως το μεγάλο πρόβλημα σε αυτά τα μοντέλα είναι τα ηλεκτρικά τους. Όχι η αξιοπιστία τους, αλλά το γεγονός πως δεν υπάρχει πρόσβαση στα διάφορα κυκλώματα. Δεν υπάρχει βιδωτό καπάκι στο πίσω μέρος, το οποίο να ανοίγει και να μπορείς να παρέμβεις για να την επιδιορθώσεις. Εγώ πάντως νομίζω πως ο λόγος είναι πολύ-πολύ απλός. Δεν χρειάζεται επιδιορθώσεις. Είναι στα χέρια μου εικοσιπέντε χρόνια τώρα και δεν έχει συμβεί το παραμικρό. Ούτε καν παράσιτα από τη σκόνη και τα χρόνια που πέρασαν. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Ό,τι πληρώνεις παίρνεις, λέει η γνωστή έκφραση. Εδώ επιβεβαιώνεται περίτρανα. Μιλάμε για την κορυφαία εταιρεία στον κόσμο και για ένα κορυφαίο μοντέλο της. Παρά το γεγονός ότι είναι τόσο γερασμένη και ταλαιπωρημένη, λειτουργεί άψογα. Και, σημειωτέον, υπάρχει κι εκείνος ο εξαθέσιος varitone διακόπτης που πρέπει να είναι μεγάλος ηλεκτρονικός μπελάς με περίπλοκο κύκλωμα... Όλα τέλεια όμως. Τόσο λειτουργικά όσο και κατασκευαστικά. Η κιθάρα απλώς γερνάει φυσιολογικά. Οι διακόπτες χάνουν τη γυαλάδα τους, τα μεταλλικά τμήματα θαμπώνουν και ξεθωριάζουν και το ξύλο στεγνώνει.

Όταν φέτος αποφάσισα να συντηρήσω αλλά και να βελτιώσω τις κιθάρες μου, η Gibson έκανε -κυριολεκτικά- εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς! Ανοίχτηκαν και καθαρίστηκαν οι μαγνήτες, γυαλίστηκαν τα καπάκια τους, αντικαταστάθηκαν τα παλιά, φθαρμένα μεταλλικά τμήματα, που από χρυσά είχαν σχεδόν ξεφλουδίσει, αντικαταστάθηκαν τα μεταλλικά κλειδιά της GROVER με καινούργια χρυσά της GIBSON με κοκκάλινη λαβή, αγοράστηκε νέο μαύρο προστατευτικό πλαστικό για τις γρατζουνιές και...τέλος, βρήκα και αγόρασα το σχεδόν τριγωνικό τμήμα στην κορυφή του μπράτσου, με την κατακόρυφη λέξη STEREO, που είχε εξαφανιστεί από κάποιον προηγούμενο κάτοχο. Στην εποχή του Διαδικτύου όλες αυτές οι βελτιώσεις -αποτέλεσμα συναλλαγών- έχουν γίνει πανεύκολες. Όλα τα καινούργια εξαρτήματα κατέφθασαν ταχυδρομικά από την Αμερική μέσα σε λίγες μέρες. Έψαξα, τα βρήκα και τα παρήγγειλα. Τόσο απλά. 

Ήταν ώρα όμως. Την ταλαίπωρη, την είχαν διαλύσει, την είχαν εξοντώσει, της είχαν αλλάξει τη "φύση". Δεν άντεχα να την βλέπω έτσι πια, σαν ξεπεσμένη αρχόντισσα μέσα σε φθαρμένες παμπάλαιες τουαλέτες να σέρνονται και να μαζεύουν τη σκόνη των πατωμάτων και του χρόνου. Εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια ζούσε έτσι, φυτοζωούσε. Χαμένος στις προσωπικές διαδρομές μου εκείνα τα χρόνια, ούτε που έβλεπα πόσο παρατημένη ήταν. Μου ήταν αδύνατο. Είχα να ασχοληθώ με δικά μου θέματα και να ομφαλοσκοπήσω αρκετά. Πού καιρός για να στρέψω τα μάτια μου δίπλα μου; Να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να την βελτιώσω και να την ομορφήνω ξανά. Της αγόρασα και καινούργια θήκη -μια πανέμορφη σοκολατί με κόκκινη εσωτερική επένδυση και πολλές πόρπες ασφάλισης. Η παλιά vintage εργοστασιακή θήκη με την χρυσή μεταλλική πλακέτα της φίρμας δεν πετάχτηκε. Μπήκε σε μεγάλη νάιλον σακούλα και φυλάχτηκε. Είχε διαλυθεί. Δεν γινόταν να χρησιμοποιείται πια. Αλλά δεν μου πήγαινε και η καρδιά να την πετάξω. 

Σαν σφήνα μου γεννιέται στο κεφάλι κάτι άλλο τώρα. Κάτι που δεν έχει σχέση με την κιθάρα, αλλά που ξαφνικά ξεπρόβαλε φλεγόμενο, αναζητώντας απαντήσεις. Δεν ξέρω τι νόημα έχει να κρατάω πράγματα που γνωρίζω πως δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω ποτέ. Τα τελευταία χρόνια, που μεγαλώνω και οι δεκαετίες κάνουν γρήγορα φτερά, έχω πετάξει πολλά πράγματα και ενθύμια, γεγονός που σε άλλες εποχές θα θεωρούσα αδιανόητο. Αλλά δεν με ενδιαφέρουν πια παρά μόνο όσα χρησιμοποιώ. Είτε πρόκειται για ρούχα, είτε για αντικείμενα, είτε για "ζωντανές" αναμνήσεις, που όμως έκαναν τους κύκλους τους. Έτσι πέταξα ένα πρωί εδώ και χρόνια τις εκατοντάδες κασέτες μου. Φρόντισα να αντιγράψω όσα ανεπανάληπτα αποτυπώματα ζωής περιείχαν και τις πέταξα. Και ένιωσα να φεύγει ένα βάρος από πάνω μου. Ένιωσα να ελαφραίνω και τα πόδια μου να πατάνε λιγότερο βαριά στη γη. Εξάλλου, αυτό είναι το ζητούμενο. Να ζω με λίγα. Για να μην ξεχνάω ούτε στιγμή τη μοίρα και τον προορισμό μας. Ότι δεν παίρνουμε τίποτα μαζί μας στο τέλος. Παρ' όλα αυτά, έχω ακόμη αρκετά. Μακάρι να μπορούσα να κρατήσω μόνο τις κιθάρες μου -αλλά κι απ' αυτές το ιδανικό θα ήταν να παραμείνω με μία, στην πραγματικότητα δεν χρειάζεσαι δεύτερη-, τα πιο αγαπημένα βιβλία μου, τον υπολογιστή μου (πλέον, αφού είναι η σύγχρονη "βιβλιοθήκη" και "δισκοθήκη" μας) και τα απαραίτητα ρούχα. Ελάχιστα μάλιστα. Δυο ζευγάρια αθλητικά παπούτσια, τα μαύρα φανελάκια μου και όλες τις μαύρες φόρμες και μαύρες μπλούζες. Τέλος, το αμερικάνικο μπουφάν, που ζει και βασιλεύει τόσα χρόνια και είναι παντός καιρού. Τίποτε άλλο. Με συντροφιά τον καφέ. Εσπρέσο σκέτο. Διάβασμα, δουλειά, μουσική ακρόαση, κιθάρα. Μ' αυτά.

Από αλλού όμως ξεκίνησα και μακριά έφτασα. Αυτό έτσι είναι. Δεν το ελέγχεις. Η σχέση με τη μουσική, η σχέση με τα όργανα, είναι μεταφυσική. Γιατί έχει να κάνει με την ψυχή, που δεν έχει καταγραφεί και χαρτογραφηθεί ακόμη από την επιστήμη. Και -μοιραία- αυτά τα δυο είναι δεμένα αλληλένδετα μεταξύ τους. Η μουσική και η μεταφυσική. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Το ένα εμπνέει το άλλο. Το ένα ακουμπά στο άλλο όταν το ένα από τα δυο υποφέρει ή στενοχωριέται.

Η Gibson έλαμψε και ακτινοβόλησε μέσα στη νέα της φορεσιά. Το ξύλο σαν να φωτίστηκε και τα ένθετα φιλντισένια διακοσμητικά στο μανίκι άστραψαν. Μέσα στη νέα της θήκη η χρωματική αντίθεση του χρώματος του ξύλου και των χρυσών εξαρτημάτων με την πύρινη εσωτερική επένδυση είναι εκτυφλωτική. Και κάθε φορά που την ανοίγω για να παίξω είναι χαρούμενη και φωτεινή -σαν να μου χαμογελάει.