Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Jim Croce


 These Dreams
Once we were lovers
but somehow things have changed
Now we're just lonely people
tryin' to forget each other's names

What came between us?
Maybe we were just too young to know
But now and then I feel the same
And sometimes at night I think
I hear you calling my name
Mmm, these dreams
they keep me goin' these days

Once we were lovers
but that was long ago
We lived together then
and now we do not even say hello
Κάποτε αγαπηθήκαμε
αλλά ήλθε κάποια στιγμή που όλα άλλαξαν
Τώρα πια είμαστε δυο μοναχικοί άνθρωποι
και ο ένας προσπαθεί να ξεχάσει το όνομα του άλλου

Τι συνέβη μεταξύ μας;
Ίσως ήμασταν πολύ νέοι για να καταλάβουμε
Έρχονται όμως στιγμές που νιώθω όπως τότε
Και κάποιες φορές τη νύχτα νομίζω
πως ακούω να με φωνάζεις
Αυτά τα όνειρα
με κρατάνε σήμερα στη ζωή

Κάποτε αγαπηθήκαμε
αλλά έχει περάσει πολύς καιρός
Τότε ζούσαμε μαζί
και σήμερα δεν λέμε ούτε γεια


-Τζο, εδώ το κλείσιμο είναι δύο φορές, όχι τέσσερις.
-Ααα, δυο είναι; Πώς μου πάει καλύτερα εμένα με τέσσερις...;
-Καλά, εγώ δεν έχω πρόβλημα.
-Ε, τι; Λες να ενοχληθεί ο Croce;

Γέλιο πνιχτό και συνωμοτικό. Ο Croce είχε φύγει στο αεροπορικό δυστύχημα πριν από 15 χρόνια... Συνεχίσαμε να παίζουμε τον καταληκτικό κύκλο με το μι μινόρε τέσσερις φορές και όχι δύο. Μέχρι το τέλος. Ποτέ δεν το αλλάξαμε, ποτέ δεν μου ξαναείπε τίποτα. Το είχε εντάξει στο τραγούδι. Σαν να ήταν γραμμένο έτσι. Και να πω ότι δεν το ήξερα. Μου το είχε σημειωμένο πεντακάθαρα στο χειρόγραφό του -με κόκκινο στιλό μάλιστα. Έτσι ήταν πάντα όμως. Ενσωματωνόταν σε όλα. Γινόταν ένα και κυλούσε μαζί τους χωρίς κανένα πρόβλημα. Αποδεχόταν τον άλλον όπως ήταν.

-Στην εισαγωγή παίρνω αυτό το μέρος κι εσύ αυτό.
-ΟΚ. Για δείξε μου πώς παίζεται σ' αυτό το σημείο...

Ακολουθούσε ένας καταιγισμός δακτυλοθεσιών και αλλαγής ρυθμών ώστε κάποια στιγμή χανόμουν πάνω στην ταστιέρα. Με έπιανε ζαλάδα. Τον σταματούσα απότομα, έτοιμος να λιποθυμήσω. Μάλλον το καταλάβαινε -δεν παίρνω και όρκο- και προσπαθούσε μετά να μου το δείξει πιο αργά. Όσο μπορούσε τουλάχιστον γιατί δεν ήταν φτιαγμένος για αργά πράγματα. Δούλευε σε πολύ υψηλές στροφές. Τελικά κατάφερα και έμαθα το μέρος της κιθάρας μου καλά. Τυφλά θα έλεγα.

Από όλα τα τραγούδια του Croce που παίζαμε -και παίζαμε αρκετά- αυτό ήταν το πιο αγαπημένο μας. Έφευγε, κύλαγε αβίαστα, μόνο του. Λες και δεν παίζαμε εμείς. Λες και βάζαμε αυτόματο πιλότο στις κιθάρες και έπαιζαν μόνες τους. Με μιαν ανάσα, "με έναν πόνο".

Πολύ ευαίσθητος καλλιτέχνης. Ίσως ο πιο ευαίσθητος που γνώρισα και έπαιξα τραγούδια του. Με ένα ατελείωτο ταλέντο σύνθεσης και γραφής στίχων. Με μεγάλη ευκολία. Αυτό φάνηκε εξάλλου από τα ελάχιστα χρόνια μέσα στα οποία έγραψε τόσα πολλά τραγούδια. Η γυναίκα του Ingrid θυμάται πως ήταν διαρκώς με μια κιθάρα στο χέρι και έφτιαχνε τραγούδια. "Είχε μια απίστευτη ευκολία να κλείνει μέσα σε τρία λεπτά μια ολόκληρη ιστορία", μια αφήγηση για την οποία κάποιος άλλος θα χρειαζόταν σελίδα ή σελίδες. "Ενώ όταν άρχιζε να του γεννιέται ένα πιο 'εσωτερικό' και 'εξομολογητικό' τραγούδι, εκεί αντιμετώπιζε δυσκολίες. Του ήταν σκληρό και δύσκολο να βγάλει ατόφια τα συναισθήματά του".

Εγώ θα το έλεγα κάπως διαφορετικά. Ο Croce είχε μια τεράστια ευκολία στην έκφραση των βαθύτερων συναισθημάτων. Χωρίς να γίνεται γλυκερός, ήταν καθαρά ερωτικός και ανθρώπινα άμεσος. Ίσως επειδή, όντας τόσο ευαίσθητος, σχεδόν "πονούσε" όταν τα έγραφε. Έβγαιναν με κόπο καρδιάς. Ίσως ακόμη επειδή η διαδρομή του στη ζωή, μέχρι τη στιγμή που μας αποχαιρέτησε για πάντα, ήταν πλούσια και με αρκετά δύσκολες, έως και οδυνηρές, εμπειρίες. Τα παραδείγματα τέτοιων τραγουδιών είναι πολλά και λαμπρά. Photographs and Memories, Time in A Bottle, The Hard Way Every Time, Child of Midnight, A Long Time Ago, Gunga Din, Operator. 

Δούλεψε σχεδόν παντού, σε πολλά επαγγέλματα. Η πιο αγαπημένη του όμως δουλειά ήταν όταν οδηγούσε νταλίκα και ταξίδευε συλλέγοντας εμπειρίες. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να καταφέρνει να επιβιώνει, αφού από τη μουσική δεν έφταναν τα έσοδα. Ακόμη και μέχρι τότε που έφυγε, έκανε συνεχώς περιοδείες σε όλη τη χώρα, δίνοντας παραστάσεις σε μικρούς και διαφορετικούς χώρους. Επέστρεφε στο σπίτι για λίγες μόνο μέρες κάθε φορά για να πάρει δυνάμεις και να βρεθεί με την Ingrid. Εκείνη όμως υπέφερε από τη μοναξιά. Τα πράγματα προς το τέλος είχαν αρχίσει να γίνονται δύσκολα και σκεφτόταν σοβαρά κάποια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του. 

Τα καλοκαίρια της ζωής μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μαζί του. Υπάρχει ένα τραγούδι που το ακούω σχεδόν με εμμονή κάθε καλοκαίρι από τότε που τον πρωτοάκουσα. "Lazy days in mid-July, country Sunday mornin', Dusty haze on summer highways, sweet magnolia callin'...", από το Alabama Rain. Κάθε φορά, κάθε χρόνο, νιώθω ότι βρίσκομαι χαμένος κάπου σε μια μικρή κωμόπολη της Αλαμπάμα, μέσα στη σκόνη του δρόμου, και τραβάω για το πουθενά. Μάτια θολά και κουρασμένα, χείλη γεμάτα χώμα που φέρνει ο άνεμος. Η ζέστη αφόρητη και πέντε-έξι εργάτες ξαπλωμένοι κάτω από τους ίσκιους, προσπαθούν να δροσιστούν ξεφυσώντας. Στο τραγούδι οι ήρωες κάποτε περπατούσαν μαζί στη βροχή αλλά τώρα έχουν πια χωρίσει. Μόνο μια κλαίουσα ιτιά έχει απομείνει να τραγουδάει νανουρίσματα και να μοιράζεται τα μυστικά της μες στο καυτό κατακαλόκαιρο.    

Το βιβλίο με τις παρτιτούρες σχεδόν όλων των τραγουδιών ήλθε από την Αμερική. Είχε πάει ταξίδι η Λέλα και της το παραγγείλαμε. Όταν το έφερε κάναμε γιορτή. Εγώ το φωτοτύπισα αμέσως ολόκληρο, το έδεσα σαν μεγάλο σπιράλ τετράδιο και από τότε βρίσκεται στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, έτοιμο κάθε φορά να με συντροφέψει και να με βοηθήσει στις απορίες μου.

Τα τελευταία επτά χρόνια συνεχίζω να παίζω μόνος μου πια το These Dreams. Η δεύτερη κιθάρα λείπει. Την ακούω όμως μέσα μου να συμπληρώνει τα μέρη της. Και το τραγούδι παραμένει πάντα πλήρες και ακέραιο. Τα τελευταία σαράντα χρόνια ο δημιουργός του ταξιδεύει στους ουρανούς. Ένα απόγευμα απογειώθηκε από ένα πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα, όπου είχε δώσει το τελευταίο -όπως αποδείχθηκε- κοντσέρτο του και δεν άγγιξε ποτέ ξανά τη γη. Ήταν γραφτό να μείνει για πάντα εκεί ψηλά.

These Dreams:

 

Αποφάσισε λοιπόν να εγκαταλείψει τα μουσικά πράγματα, κουρασμένος και αηδιασμένος. Η εμφάνιση στο πανεπιστήμιο Northwestern State θα ήταν η τελευταία του. Μετά σχεδίαζαν με την Ingrid να ανοίξουν ένα εστιατόριο με ζωντανή μουσική τζαζ στη γωνία της 5ης Λεωφόρου και του δρόμου που οδηγεί στο πάρκο Horton Plaza του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια -εκεί ακριβώς που το είχαν ονειρευτεί περπατώντας οι δυο τους κάποιο βράδυ. Εκεί όπου το άνοιξε τελικά η Ingrid όταν εκείνος έφυγε, κρατώντας τη μνήμη του ζωντανή αλλά ταυτόχρονα προσφέροντας στέγη σε αμέτρητους νέους μουσικούς που πέρασαν από τη σκηνή του.

Στη συνέχεια υπάρχει ένα υπέροχο αφιέρωμα στον Jim Croce, όπου εμφανίζονται οι φίλοι του, ακούγονται τραγούδια του και δίνονται έντονες και συγκινητικές αφηγήσεις της ζωής του. Μα, πάνω απ' όλα, υπάρχει και μιλά η Ingrid. Εκείνη που υπήρξε η απόλυτη σύντροφος της ζωής του από την τρυφερή ηλικία των δεκαεννιά χρόνων του -εκείνη ήταν δεκάξι- μέχρι την ημέρα που έφυγε, στα τριάντα του. Η Ingrid που αφηγείται με καθαρό μάτι πια, μετά από σαράντα-τόσα χρόνια, όλες τις δυσκολίες της κοινής τους ζωής, τα όνειρά τους, τις ελπίδες τους, τις στενοχώριες τους, τις διαψεύσεις τους και τις χαρές τους. Τη γέννηση του γιου τους, που κυριολεκτικά μεταμόρφωσε τον Jim, χαρίζοντάς του υπευθυνότητα και προστατευτικότητα προς την οικογένειά του. Που τον ενέπνευσε να γράψει και να αφιερώσει στον αγέννητο ακόμη γιο του και στη σχέση του μαζί του μια από τις δυνατότερες και πιο ευαίσθητες μελωδίες της μουσικής -το Time In A Bottle. Συγκινητικά πράγματα δηλαδή.

 

Μερικές από τις θαυμάσιες δημιουργίες του Jim Croce υπάρχουν εδώ:

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Μικρές σκέψεις


ακόμη Πανσέληνος

Με αφορμή μια ανακοίνωση του Μίκη Θεοδωράκη, 
που μου έστειλε αδελφική μου φίλη με μήνυμα.

Δεν ξέρω πια τι να πω.  Και νομίζω πως δεν έχω τη διάθεση να πω απολύτως τίποτα. Δεν ξέρω πια ποια είναι -και αν υπάρχει- μορφή αντίστασης. Φοβάμαι πως το τέρας που μεγάλωνε στη χώρα όλα αυτά τα χρόνια είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο νομίζαμε.

Ίσως εμείς που πληγωνόμαστε πραγματικά και βαθιά στην ευαισθησία και στην κοσμοθεωρία μας να ζούμε σε έναν πολύ κλειστό -τελικά- κύκλο ανθρώπων και δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Μια βόλτα στα μαγαζιά και στις δημόσιες/ιδιωτικές υπηρεσίες αρκεί για να μας πείσει. Η δυσφορία και η ανέχεια που δημιουργούνται και επιβάλλονται στον κόσμο δεν αποτελούν αρκετές εγγυήσεις για την ανάκαμψη της κοινωνίας και -εν τέλει- της χώρας. Χρειάζεται και παιδεία. Και παιδεία σε αυτή τη χώρα ΔΕΝ υπάρχει, κακά τα ψέματα. Τους βλέπουμε όλους γύρω μας να ξεφυσάνε και να βρίζουν, κατηγορούν, απειλούν θεούς και δαίμονες. Και ξεγελιόμαστε νομίζοντας πως όλοι αυτοί θα είναι αύριο στους δρόμους και στις επόμενες εκλογές θα δείξουν σε όλους ανεξαιρέτως τι εστί "μαύρο". Έτσι, για να αντιδράσουν στο άλλο μαύρο, εκείνο της τηλεόρασης.

Εγώ δεν περιμένω τίποτα, δεν ελπίζω, εδώ και χρόνια. Πολύ-πολύ πριν από την κρίση. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν χτίκιαζα ελπίζοντας και αντιδρώντας ενεργά, είτε με τη μουσική μου είτε με άλλους, πιο συντεταγμένους, τρόπους αντίδρασης. Και είχα δει ότι το ποτάμι δεν έχει γυρισμό. Ο κόσμος αποκοιμήθηκε μέσα σε ένα βάλτο καταναλωτισμού και περιορισμένων οριζόντων. Κάθε είδους -ψυχικών, πνευματικών, ψυχαγωγικών, παιδευτικών. Μια κινούμενη άμμος που ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα ρούφαγε τα θύματά της στο τέλμα. Ξέχασαν να ζουν. Αποχαυνώθηκαν και αποκοιμήθηκαν.

Η Μύκονος καλά κρατεί. Μην αμφιβάλλουμε. Το βλέπουμε καθημερινά στα πρωτοσέλιδα και στις θεαματικότητες. Ένα ολόκληρο σύστημα τη στηρίζει και την προωθεί. Και το χειρότερο είναι τα κροκοδείλια δάκρυά του. Διπλά μηνύματα. Ικανά και αρκετά για να προκαλέσουν σχιζοφρένεια στον απαίδευτο κόσμο. Στην πρώτη σελίδα τα "νέα σκληρά μέτρα" και στις πίσω σελίδες lifestyle στα νησιά και στα πρωινάδικα. Δεν προχωράς έτσι. Και το ξέρουν. Όλα για τον Μαμμωνά. Στο βωμό του κέρδους ανθρώπινες ψυχές.

 Και λίγη γεύση από σύγχρονη Ελλάδα. Δεν είναι υπερβολές, δεν είναι γραφικότητες, δεν είναι συμβολική γλώσσα. Είναι σκληρές αλήθειες, που νομίζω λίγο-πολύ οι περισσότεροι συναντήσαμε κάποια στιγμή. Προσωπικά το βίωσα ακόμη και στον στενό μου κύκλο. Άνθρωποι που ουσιαστικά δεν είχαν "πού την κεφαλήν κλίναι" πήγαιναν και αγόραζαν την κάθε νέα καταναλωτική αηδία -κυριολεκτικά αηδία το θέμα και το θέαμα. Σαν να βλέπεις μαϊμού με στολίδια και κοστούμι να υποδύεται τον άνθρωπο. 

 

 

-Αφού ο γείτονας πήρε τζιπ, εμείς δεν θα πάρουμε; (status)
-Οι διπλανοί μας αγόρασαν σπίτι στην τάδε περιοχή νεόπλουτων. Μήπως να το σκεφτούμε κι εμείς; (status)
-Μήπως δεν μας φτάνουν τα τέσσερα δωμάτια και χρειαζόμαστε playroom, ειδικό δωμάτιο-ιματιοθήκη, τρία μπάνια, κήπο μπρος-πίσω και μια "μικρή" πισίνα; (prestige)





 
Και έπεσαν στα δάνεια με αποπληρωμή μισόν αιώνα. Και, άντε, κομμάτια να γίνει, το δάνειο δεν είναι κακό πράγμα. Αλλά πήραν δάνεια χωρίς να διαθέτουν το ελάχιστο αντίκρισμα σε οποιαδήποτε μορφή. Είναι κάτι σαν να επιμένεις να λύσεις τριτοβάθμια εξίσωση χωρίς να ξέρεις την προπαίδεια. Και τη χώρα την έπιασε χτικιό. Έχασε το μέτρο. Γιατί, εννοείται πως τίποτα από τα παραπάνω δεν αποτελεί από μόνο του παραβίαση του ορίου. Η παραβίαση έρχεται όταν η ανάγκη μας δημιουργείται και δεν προκύπτει από μόνη της ως αποτέλεσμα εξελικτικής πορείας.

Έτσι λοιπόν η νεοανερχόμενη δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ έπιασε γρήγορα οροφή χαμηλά και δεν μπορεί να ξεκολλήσει, παρά τα ενωτικά συνέδρια, παρά τη διαρκή προβολή του Γλέζου-συμβόλου κατά των Γερμανών κατακτητών, παρά τη "διεκδίκηση" των πολεμικών αποζημιώσεων, παρά τα κάποια χαρισματικά του στελέχη, κλπ., κλπ., κλπ. Γιατί απλώς η μεγάλη, διευρυμένη του μάζα προέρχεται από το δυσαρεστημένο ΠΑΣΟΚ -στην ουσία από την δυσαρεστημένη Ελλάδα, αφού η άλλη μισή νομίζει πως "είναι στα πράγματα"- που κατέφυγε εκεί ευκαιριακά.

Οι Έλληνες για άλλη μια φορά σκέφτονται και ενεργούν ανακλαστικά και χωρίς σκέψη. Με το θυμικό τους και όχι με την ψυχή τους, που ζητα ελευθερία -όπως κάθε ψυχή. Νόμισαν πως φορώντας "κόκκινα γυαλιά" θα γίνονταν αυτομάτως δεκτοί στις αυλές των διαφόρων "μυκονοειδών" εξοχικών και παραλιών. Γελοίοι σαλτιμπάγκοι. Είπαμε, "Ο Έλληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέπτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξανδρο είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε τουλάχιστον τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη" (Νίκος Δήμου, Η δυστυχία του να είσαι Έλλην).

Ο Μίκης είναι ποτισμένος με τα ιδεώδη, τις πρακτικές και τις (απάνθρωπες) εμπειρίες άλλων εποχών. Έχει όλες τις δικαιολογίες να τα λέει αυτά. Τον σέβομαι βαθύτατα και τον θαυμάζω απεριόριστα. Υπήρξε ένας καθαρός αστός που για χάρη της ιδεολογίας του ακολούθησε τη φωνή της καρδιάς του. Έφτασε μέχρι τις εξορίες και τα βασανιστήρια της φάλαγγας στη διαβόητη οδό Μπουμπουλίνας. Θα μπορούσε να μείνει στο Παρίσι και να διαπρέψει ως συνθέτης σοβαρής μουσικής. Ακόμη και όταν η εταιρεία του τον έφερε στην Ελλάδα ως το αντίπαλο δέος στον χατζιδάκειο θρίαμβο, εκείνος θα μπορούσε να επιλέξει να μην αναμιχθεί ενεργά με την πολιτική και τους αγώνες. Ούτε 1-1-4, ούτε Λαμπράκηδες, ούτε πορείες, ούτε εξορίες, που τις είχε ήδη γευθεί παλιότερα και είχαν πονέσει το κορμί και την αξιοπρέπειά του. Δεν το έκανε. Επέλεξε το δρόμο της συνέχισης του αγώνα.

Όσοι δεν πρόδωσαν ποτέ την ψήφο τους, τον καταλαβαίνουν. Αλλά το μέγα πλήθος της Ελλάδας δεν είναι έτσι. Γι’ αυτό και δεν αντιδρά στις κάλπες (γιατί αυτή είναι η τελική αντίδραση). Τρώει ακόμη από το λίπος του. Το λίπος που δυστυχώς περιβάλλει πλέον τα πιο ζωτικά του όργανα -με πρώτο τον εγκέφαλο. Και όταν τελειώσει το λίπος, θα φάει τις σάρκες του αντί να φάει αυτούς που ψήφιζε και εξακολουθεί να ψηφίζει.

Δεν με πειράζει τόσο που δεν βγαίνουμε στους δρόμους. Αυτό που πραγματικά με πειράζει -και με πείθει για όσα λέω- είναι τα αποτελέσματα των εκλογών κάθε φορά. Τότε, δυστυχώς, επιβεβαιώνομαι.

 

Επειδή ο σύνδεσμος που παραπέμπει στα λόγια του Μίκη μπορεί να χαθεί από το δίκτυο ανά πάσα στιγμή, προτίμησα να μεταφέρω το κείμενο αυτούσιο εδώ. 
Λέει λοιπόν ο Μίκης:

“Ή τώρα ή ποτέ”! Κι όταν λέω “ποτέ”, το εννοώ. Γιατί εάν ο ελληνικός λαός δεν αδράξει αυτή την τελευταία ευκαιρία, θα είναι χαμένος, γονατισμένος, εξαθλιωμένος και ντροπιασμένος για πάρα – πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ίσως και για αιώνες”…

Είσαι νέος… Διάβασε καλά! Αν θες διαφώνησε, αλλά μην αδιαφορείς! Η πατρίδα εκπέμπει σήμα κινδύνου. Δεν ακούς; Ποιόν περιμένεις να τη σώσει; Ποιόν περιμένεις να σε σώσει; Κατάλαβέ το. Η λαίλαπα του πολέμου, του ακήρυκτου πολέμου που ζούμε, είναι ανεξέλεγκτη. Ο εχθρός έχει ήδη περάσει το κατώφλι του σπιτιού σου. Όσο κοιτάμε, βέβαια, την τηλεόραση δεν το αντιλαμβανόμαστε. Δεν θα βγει, όμως, από εκεί κανένας σωτήρας…

Ο σωτήρας είσαι εσύ, γιατί η πατρίδα είσαι εσύ! Αν κάτσεις με τα χέρια σταυρωμένα, πολύ σύντομα θα δεις τα παιδιά σου σκλαβωμένα. Θα δεις τον εαυτό σου να δουλεύει για ένα πιάτο φαΐ, δουλικά, ώρες ατελείωτες. Θα δεις την περιουσία σου να παραδίδεται στους ξένους επειδή έτσι το θέλησαν κάποιοι. Θα δεις μια Ελλάδα ανοχύρωτη να σκίζεται σε κομμάτια και να μοιράζεται στους εχθρούς της. Κι όλα αυτά επειδή δεν αντέδρασες όταν είχες τη δυνατότητα να το κάνεις. Η ένδοξη χώρα των Ελλήνων, η ποτισμένη από αίμα ηρώων και μαρτύρων, το λίκνο της Ρωμηοσύνης, στα βάρβαρα χέρια του 4ου Ραΐχ και των συνεργατών του. Αμαχητί. Τι τραγική ειρωνεία…

Έλληνα αδελφέ μας, δεν υπάρχει, πια, η πολυτέλεια της αδιαφορίας. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για χάσιμο. Μην απελπίζεσαι. Δράσε! Μην το σκέπτεσαι άλλο, ξεσηκώσου! Τώρα. Αύριο θα είναι αργά. Η αρχή του ξεσηκωμού βρίσκεται πάντοτε, στην πνευματική αφύπνιση, στην αναζήτηση και συνειδητοποίηση της αλήθειας. Η Ελλάδα, η πατρίδα σου, αναλογικά με την έκταση της και τον πληθυσμό της, είναι η πιο προικισμένη χώρα του κόσμου.


Μάθε, λοιπόν, ότι τα αποθέματα του υπεδάφους μας είναι αμύθητης αξίας. Η αξία του ορυκτού μας πλούτου ανέρχεται σε τρισεκατομμύρια ευρώ. Πρόσφατα, σε μεγάλη εκδήλωση που όλα τα μέσα απέκρυψαν (Ίδρυμα Κακογιάννη, 7-11-12), ειδικοί επιστήμονες βεβαίωσαν, για πρώτη φορά σε ευρύ κοινό, ότι μόνο τα άμεσα αξιοποιήσιμα κοιτάσματα υδρογονανθράκων εκτιμώνται σε ένα τρισεκατομμύριο ευρώ. Κι εκτός του ανυπολόγιστης αξίας, υπεδάφους μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η γεωγραφική μας θέση μας καθιστά παγκόσμιο κόμβο εμπορίου. Ότι η ναυτιλία μας είναι η μεγαλύτερη παγκοσμίως κι η αξία του τουρισμού μιας τέτοιας, νησιωτικής κι όχι μόνο, χώρας είναι ανυπολόγιστη.

Πως θα ανεχθείς να δεσμεύονται όλα αυτά τα έσοδα σε ένα “Ταμείο Αξιοποίησης Δημόσιας Περιουσίας” με στόχο την -ες αεί- αποπληρωμή του μεθοδευμένα υπέρογκου χρέους; Αντιλαμβάνεσαι τώρα την έσχατη προδοσία που συντελείται; Κατανοείς γιατί οι “σύμμαχοί” μας, μας… “σώζουν” μέσω Μνημονίων από την κρίση που αυτοί δημιούργησαν; Για να μας κατακτήσουν χωρίς να υποψιαστούμε και να καταφέρουν το μεγάλο ξεπούλημα της γης μας. Βλέπεις γιατί τα παπαγαλάκια του συστήματος κάνουν ό,τι μπορούν, χρόνια ολόκληρα τώρα, να σε πείσουν ότι όλα γίνονται “για το καλό σου”; Για να σε κατακτήσουν αδιαμαρτύρητα. Για να σε κατακτήσουν ολοκληρωτικά. Γιατί όποιος κατακτά τις συνειδήσεις, κατακτά ολοκληρωτικά…

Έκρυψαν τα όλα, τα αντικατέστησαν με γραβάτες. Τα τάνκς, μετατράπηκαν σε απεσταλμένους της τρόικας, οι βόμβες λέγονται τώρα δάνεια. Σ’ έκαναν να προσκυνάς τους Εφιάλτες σου, για μια θεσούλα στο Δημόσιο, που τώρα θα στην πάρουν. Η προδοσία μετονομάστηκε σε σωτηρία, η αντίσταση σε ανοησία. Έτσι, μεταμφιεσμένοι, “Έλληνες” και ξένοι κατακτητές απεδείχθησαν πολύ αποτελεσματικοί.

Σε έπιασαν στον ύπνο, σε κορόιδεψαν και συνεχίζουν ξεδιάντροπα να το κάνουν. Μας υποδούλωναν ενώ εμείς θαυμάζαμε τη “δημοκρατία” που μας σέρβιραν. Και θα αποθρασύνονται περισσότερο όσο τους αφήνεις. Δεν αργεί η ώρα που θα στρέψουν εναντίον του συμπατριώτη σου, όπως καλά ξέρουν να το κάνουν. Για να ισοπεδώσουν τα πάντα στον πολύπαθο τούτο τόπο, κι ύστερα να ‘ρθουν ως ελευθερωτές να τους δοξάσεις υπηρετώντας τους. Το ίδιο ιστορικό σκηνικό για άλλη μία φόρα.

Μην τους αφήσεις! Θυμήσου τους αγώνες των προγόνων σου και τίμα το αίμα που χύθηκε ως τα σήμερα. Εμπνεύσου απ’ το φρόνημα των αγωνιστών του Ελληνικού Έθνους. “Να ‘ρθει ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλει και τα δυο μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να ‘χω, στραβός θανα είμαι”, έλεγε ο Μακρυγιάννης απηχώντας το διαχρονικό ανυπέρβλητο πνεύμα του Ελληνισμού.

Αγάπα την πατρίδα σου! Αγάπα την άδολα, μακριά από μισαλλοδοξία. Αγκάλιασε τον συμπατριώτη σου αληθινά, ό,τι κι αν πρεσβεύει “ιδεολογικά”. Δεν είναι αυτός ο εχθρός σου. Αυτοί που σε σαγήνευσαν με τις υποσχέσεις τους και θέλησαν να σε κάνουν συνένοχο με τα ρουσφέτια τους, αυτοί είναι οι αντίπαλοί μας. Αυτοί που σ’ αποκοίμισαν όσο θαύμαζες τον εκσυγχρονισμό τους, σ’ είχαν προγραμματίσει να ξυπνήσεις μέσα σε εμφύλιο σπαραγμό.

Ξύπνα αδελφέ πριν το μοιραίο! Μην περιμένεις τίποτα απ’ όσους διαχειρίζονται ”πολιτικά” την κατάσταση. “Αλίμονο στους αγώνες που κρέμονται από τα χαρτιά. Το γένος δεν χρειάζεται τα χαρτιά κανενός για τη λευτεριά του. Έχετε πίστη; Έχετε καρδιά; Αλλιώς καθίστε εκεί που κάθεστε. Ραγιάδες εσείς, ραγιάδες και τα παιδιά σας, ραγιάδες και τα παιδιά των παιδιών σας”, έκραζε πριν δύο αιώνες ο Παπαφλέσσας.

Τώρα είναι η σειρά σου! Να πεις το νέο “ΟΧΙ”! Να πεις το νέο “Μολών Λαβέ”! “Η Λευτεριά δεν χαρίζεται, κατακτιέται”!

Δεν είσαι μόνος σου στον αγώνα αυτό. Πολλοί είμαστε αυτοί που αρνούμαστε πεισματικά να γίνουμε οι πρώτοι Έλληνες στην τρισχιλιετή ιστορία αυτού του Έθνους που θα σκύψουν, ομοθυμαδόν, το κεφάλι στον κατακτητή. Έστω και καθυστερημένα, ξεσηκωθήκαμε, πολεμάμε και θα νικήσουμε! Ένωσε τη σπίθα του αγώνα σου μ’ αυτήν του διπλανού σου. “Μέχρι η σπίθα να φουντώσει και να γίνει η καθαρτήρια φωτιά που θα μας σώσει”. Για μια ανεξάρτητη Ελλάδα, μ’ αληθινή δημοκρατία και υγιή πατριωτισμό!

Και μη ξεχνάς το που χρωστάς… “Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ‘ρθουν, θα περάσουν. Κριτές, θα μας δικάσουν, οι αγένητοι, οι νεκροί”. (Κ. Παλαμάς).

Μίκης Θεοδωράκης

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Χειμωνιάτικος Ήλιος

Πανσέληνος

Έργο 44. Κύκλος τραγουδιών σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Ερμηνεύει ο Μανώλης Μητσιάς. 

Η πρώτη εγγραφή του έργου κυκλοφόρησε το 1986. Το φθινόπωρο όμως ο Μάνος Χατζιδάκις απέσυρε τη συγκεκριμένη ηχογράφηση και ηχογράφησε εκ νέου το έργο με τον ίδιο ερμηνευτή αλλά με διαφορετική ενορχήστρωση. Η δεύτερη εγγραφή κυκλοφόρησε στις αρχές του 1987. Αργότερα ήλθε και η ψηφιακή εκδοχή με πολυσέλιδο ένθετο, φωτογραφικό και πληροφοριακό υλικό. Η ορχήστρα αποτελείται από πέντε μόνο όργανα: Βιολί, κλαρίνο, κιθάρα, πιάνο και κοντραμπάσο. 

Το έργο:

1. Ασυλλόγιστα χρόνια
2. Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει
3. Κορίτσι της νύχτας
4. Χρόνε νυχτοπούλι παγερό
5. Γκρεμίσαμε τα φράγματα
6. Έτσι πάει ο κόσμος
7. Χειμωνιάτικος ήλιος
8. Τα παιδιά της καταιγίδας
9. Έπεσε η κυβέρνηση
10. Έγκλημα και τιμωρία
11. Λάουρα
12. Στον ποταμό τον Πάμισο
13. Κυρά του κόσμου


Όπως λέει ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις στη δεύτερη -και μοναδική πλέον- έκδοση:


Στο σημείωμα της πρώτης έκδοσης ο Μ. Χατζιδάκις έγραφε ότι τα τραγούδια του δίσκου γράφτηκαν σε συνεργασία με τον Νίκο Γκάτσο ειδικά για τον Μανώλη Μητσιά. Και συνεχίζει εκφράζοντας την άποψή του περί μουσικής ακρόασης:
"Λυπάμαι μόνο που τον δίσκο αυτόν θα τον ακούσουν και ακροατές που δεν μ' αρέσουν. Μα δεν βρήκα μέχρι στιγμής τρόπο να τους το απαγορεύσω. Κι αυτό μου δημιουργεί μελαγχολία". Όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις, "αν το ακούσετε, ακούστε ολόκληρο το έργο και χωρίς να τρώτε μπιφτέκια ταυτόχρονα ή να χτυπάτε παλαμάκια".

Αξίζει να αναφερθεί πως όταν ο Νίκος Γκάτσος παρουσίασε στον Μάνο Χατζιδάκι τους στίχους του τραγουδιού "Λάουρα", εκείνος συγκινήθηκε βαθιά. Ο Γκάτσος είχε ανασύρει από τη μνήμη του κάποια κοπέλα ονόματι Λάουρα, με την οποία ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ερωτευμένος την εποχή του πολέμου. Και της έγραψε τραγούδι.

Η πρώτη εκδοχή του δίσκου περιλάμβανε μπουζούκι στην ενορχήστρωση και -από όσο θυμάμαι γιατί τον είχα ακούσει μόνο μια φορά- τα τραγούδια ήταν αρκετά πιο αργά και μακρόσυρτα. Στη δεύτερη ενορχήστρωση το μπουζούκι αφαιρέθηκε και το έργο απέκτησε πιο κλασική μορφή με τη συμμετοχή των πέντε κλασικών οργάνων. Ο ρυθμός έγινε αρκετά πιο γρήγορος, τόσο πολύ ώστε νόμιζες πως πρόκεται για άλλα τραγούδια πλέον.

Ο Μανώλης Μητσιάς εδώ ερμηνεύει μάλλον τα πιο δύσκολα τραγούδια της καριέρας του υπό την αυστηρή καθοδήγηση του Μάνου Χατζιδάκι.

Θυμάμαι να παίζουμε μαζί με ένα φίλο μου το "Έγκλημα και τιμωρία" στις διάφορες μπουάτ που εμφανιζόμαστε εκείνα τα χρόνια. Ιδρώναμε.


Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Κύπρος, 20 Ιουλίου 1974

 
Το δεδομένο και ζητούμενο ήταν πως η Κύπρος έπρεπε να πέσει ολοκληρωτικά στα χέρια των Αμερικανών. 

Επειδή βρισκόταν στο δρόμο προς τα πετρέλαια. Επειδή ήταν η γέφυρα προς τη Μέση Ανατολή, που ήδη από τότε υπόθαλπε έναν ανησυχητικό και ύποπτο μουσουλμανισμό - ο Νάσερ το 1952 έβαλε σκοπό να μετατρέψει την Αίγυπτο σε δημοκρατία ισλαμικού τύπου κι έτσι το Ισραήλ βρέθηκε μόνο και απροστάτευτο δίπλα στους λύκους, που έδειχναν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Τόσο αγώνα είχαν κάνει οι Εβραίοι για να "ιδρυθούν" το 1948... Βέβαια και ο Αιγύπτιος μονάρχης είχε προφανώς αντιδράσει σε εκείνη ακριβώς την ενορχηστρωμένη κίνηση Αμερικανών και Εβραίων, που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν αποφασίσει να εγκατασταθούν στη νέα επαρχία που είχε καθορίσει η συνάντηση Μόσχας/Γιάλτας. Ο Αιγύπτιος δεν είχε σκοπό να τους αφήσει μόνους κυρίαρχους στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα κέρδιζε έδαφος και αυτό ήταν κάτι που σίγουρα δεν το ήθελε κανένας. Το τόξο που θα δημιουργούσε ο ελληνικός κόσμος θα ήταν τεράστιο και θα κάλυπτε ολόκληρη την ανατολική λεκάνη. Αυτό έβρισκε αντίθετες τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής - Αγγλία και ΗΠΑ - αλλά και την Τουρκία. Τα υποθαλάσσια κοιτάσματα - αν δεν είχαν από τότε διαγνωσθεί - θεωρούνταν πολύ πιθανά. Ήταν ένας ακόμη πολύ σημαντικός λόγος για τη διάσπαση της συνέχειας της ελληνικής επικράτειας. Σύμφωνα με Αμερικανό δημοσιογράφο, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος υπήρξε από το 1952 έμμισθος πράκτορας της CIA.

Άρχισε όμως να τους κάνει νερά προς το 1972-73, όταν αποφάσισε να τοποθετήσει στη θέση του πρωθυπουργού τον Σπύρο Μαρκεζίνη και να προκηρύξει εκλογές για τις 10 Φεβρουαρίου 1974 με τη συμμετοχή του πολιτικού κόσμου. Από το Παρίσι ο Καραμανλής δίνει εντολή για συμμετοχή στις εκλογές ενώ ο Ηλιού δείχνει να το σκέφτεται σοβαρά. Οι Κανελλόπουλος και Μαύρος - πέρα από τις προσωπικές ηγετικές πολιτικές τους βλέψεις - ήταν αρκετά κομπλεξικά άτομα (σύμφωνα με πολλές συγκεκριμένες και επώνυμες μαρτυρίες αλλά και τα δεδομένα της διαδρομής τους στην ιστορία) και έδειξαν να αρνούνται τη συμμετοχή τους. Οι Αμερικανοί έδρασαν πάλι
αστραπιαία. Για άλλη μια φορά διύλισαν τον κώνωπα και εκμεταλλεύθηκαν κάθε δυνατότητα που παρουσιαζόταν μπροστά τους. Εκείνη τη φορά εκμεταλλεύθηκαν την διογκούμενη αντίδραση του ελληνικού λαού κατά της μακρόχρονης δικτατορίας, με τις στερήσεις των ελευθεριών, τα βασανιστήρια, τις λογοκρισίες και τις παντός τύπου γελοιότητες. Έστησαν ή υπόγεια συνέδραμαν στην εκδήλωση της αντίστασης στο Πολυτεχνείο και εξώθησαν τα πράγματα στα άκρα. Ήταν 17 Νοεμβρίου. Στις 25 Νοεμβρίου "απέλυσαν" με ένα απλό σημείωμα τον Παπαδόπουλο μέσω του νέου εκλεκτού τους Δημητρίου Ιωαννίδη και προχώρησαν στο σχέδιό τους για εξόντωση της Κύπρου. Το καλοκαίρι η Κύπρος έπεσε. Και μόλις έπεσε, θέρισαν και τον Ιωαννίδη. Τους ήταν πλέον άχρηστος. Οι Έλληνες μπορούσαν πλέον να ζήσουν πολιτικά "ελεύθεροι". 

Ο Καραμανλής δεν γύρισε στην Ελλάδα πριν "διευθετηθεί" το θέμα της Κύπρου, μολονότι τον είχαν καλέσει αρκετές φορές στη διάρκεια της επταετίας να έλθει και να αναλάβει εν λευκώ την κατάσταση στη χώρα. Γνώριζε ότι πρώτα έπρεπε να διχαστεί το νησί. Μετά θα ερχόταν ως μεσσίας για να τακτοποιήσει τα πράγματα και να συνδέσει τη χώρα με την Ευρώπη, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του. Γνώριζε επίσης πολύ καλά ότι οι Αμερικανοί έβγαζαν φλύκταινες στο άκουσμα του ονόματός του (κάτι που συνεχίστηκε με το όνομα της οικογένειας και τις κατοπινές δεκαετίες) και δεν ήθελε με τίποτα να εμπλακεί στα σχέδιά τους, αφού θεωρούσε ότι αποτελούσε πολύτιμη παρακαταθήκη και περιουσία της Ελλάδας και δεν έπρεπε να σπαταληθεί έτσι άσκοπα. Θα χρησιμοποιούσε τον εαυτό του για να σώσει την Ελλάδα από την πολιτική έρημο στην οποία άρχιζε να εισέρχεται. Θα την πάντρευε με την Ευρώπη.

Άλλη μια φορά στο ρου της ιστορίας κανείς δεν σκέφτηκε τους ταλαίπωρους και δύσμοιρους ανθρώπους. Πόνος. Έπεφταν πάλι θύματα στο βωμό του κέρδους και της εξουσίας. Οι ποιητές και οι συγγραφείς θα έβγαζαν πάλι τις λευκές κόλλες και θα ακόνιζαν τα μολύβια τους. Οι συνθέτες και οι τραγουδοποιοί θα κούρδιζαν τα όργανα και θα γέμιζαν τις παρτιτούρες με χοροπηδηχτές νότες. Ο λαός θα μαζευόταν σε σπίτια, μπουάτ και γήπεδα για να τραγουδήσει σύσσωμος το "τη Υπερμάχω Στρατηγώ". Θρήνος. Μετά από λίγο καιρό οι μανάδες και οι γυναίκες θα έκλαιγαν πάνω στις φωτογραφίες των παιδιών και των συζύγων τους, τις οποίες θα περιέφεραν μπροστά στις αδιάκριτες και αδυσώπητες δημοσιογραφικές κάμερες που διψούσαν για θεαματικότητα. Τραγωδία.

Το σύνθημα και το σχέδιο "Δεν Ξεχνώ" ανήκουν πνευματικά στον Νίκο Δήμου και η έμπνευση της σύλληψής του παρατίθεται αυτούσια όπως την περιέγραψε ο ίδιος στα βιβλία του:

"Το σήμα σύμβολο για την Κύπρο 'Δεν ξεχνώ' δημιουργήθηκε το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, την ημέρα που ο δεύτερος Αττίλας έκοψε την Κύπρο στα δύο. Ακούγοντας τα νέα στο ραδιόφωνο, οραματίστηκα την Κύπρο μαχαιρωμένη και την γραμμή του Αττίλα σαν μια ροή πηγμένου αίματος που σιγόσταζε. Όταν έφτασα στο γραφείο μου (τότε είχα τη διαφημιστική εταιρεία) κάλεσα τον
διευθυντή του σχεδιαστηρίου, τον Διονύση Γεωργιόπουλο,
του έδωσα ένα χάρτη της Κύπρου, την ιδέα και το κείμενο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Τυπώσαμε χιλιάδες αυτοκόλλητα, τα στείλαμε στις εφημερίδες και κατακλυσθήκαμε από αιτήσεις. Τυπώσαμε όσα μπορούσαμε, κάναμε αντίγραφα της μακέτας και τα δίναμε σε όποιον ήθελε να τυπώσει για λογαριασμό του, μεταφράσαμε το σύνθημα σε πολλές γλώσσες (μας το ζητούσαν, μαζί με μακέτες, Έλληνες φοιτητές από όλο τον κόσμο). Πήραμε εκατοντάδες γράμματα – το σημαντικότερο από τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Τώρα το σήμα-σύμβολο έχει γίνει κοινό κτήμα – ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν την προέλευσή του. Αλλά για μένα είναι κάτι πολύ προσωπικό: ένας φόρος τιμής και αγάπης στα μέρη εκείνα της Κύπρου – Κυρήνεια, Μπελλαπάις, Σαλαμίνα, Αμμόχωστο – που είχα επισκεφθεί και αγαπήσει τρία χρόνια πριν την εισβολή".

Ακολουθεί το πολεμικό ανακοινωθέν που εξέπεμψε το ΡΙΚ στις 20 Ιουλίου 1974.


Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Για την Ελένη


Έργο 38 (1977-1980) του Μ.Χ.
Κύκλος τραγουδιών σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Εξώφυλλο Γιώργου Σταθόπουλου. Τραγουδά ο Στέλιος Μαρκετάκης.


Ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει ότι τα τραγούδια αυτά "αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο που δημιουργεί μια φορτισμένη ατμόσφαιρα λαϊκού ερωτισμού με λεπτές αποχρώσεις παραλόγου και μυστηρίου. Κάτι σαν θρίλερ πάθους κι ερωτικής αναζήτησης, μέσα από μελαγχολικές τοποθεσίες διαφορετικών κάθε φορά πόλεων, όπως η Αγορά, του Μακρυγιάννη, η Ακροκόρινθος και η Αγια-Σοφιά, που αποτελούν συγχρόνως και τόπους αναζήτησης κάποιας Ελένης. Η Ελένη είναι ο μύθος για ένα κορίτσι του καιρού μας που έχει χαθεί. Η Ελένη είναι ένα φάντασμα με τη μορφή ενός κοριτσιού, που κάθε τόσο φανερώνεται και χάνεται μέσα από τις βροχές, μέσα από τα σύννεφα και μέσα από τον ήλιο. Η Ελένη, όπως η Μελισσάνθη, η Μάγδα και η Μαριάνθη των Ανέμων, ανήκει στην πολύ προσωπική μου μυθολογία. Τα τελευταία χρόνια πολλές φορές σαν είμαι μόνος σκέπτομαι την έννοια κορίτσι να μπλέκεται παράξενα στον μύθο μου και στη ζωή μου. Ίσως γιατί η ηλικία μ’ εμποδίζει να δοκιμάσω την απειρία μου σε απομακρυσμένες ή καινούργιες εμπειρίες. Κι έτσι θα μείνω μ’ ό,τι θυμάμαι από τον έρωτα, συγκεχυμένα και μισά. Με μιαν Ελένη που κάπου στη γη ή μες στην απέραντη οικουμένη έχει ταφεί".

Το έργο:

1. Θέμα νυχτερινού αγγέλου (ορχηστρικό)
2. Για την Ελένη
3. Στην πύλη τ' Αδριανού
4. Τραγούδια στο ηλεκτρόφωνο
5. Από το βράδυ ως το πρωί
6. Μυρίζει ο κόσμος γιασεμί
7. Νυχτερινός άγγελος
8. Το παλιό σπίτι
9. Καημός στη χαραυγή
10. Όταν θα βγάλω το χακί
11. Ψηλά στην Ακροκόρινθο
12. Ο μάγκας
13. Θάνατος στη λαχαναγορά


Άκουσα τα τραγούδια με τον Στέλιο Μαρκετάκη στις αρχές της δεκαετίας του '80. Τον δίσκο κυριολεκτικά τον κατάπια ολόκληρο και μονοκόμματα. Αυτή η άγουρη, ακατέργαστη φωνή και ερμηνεία του Μαρκετάκη "έγδαρε" και "ξεφλούδισε" τους στίχους και τις μουσικές. Το τοπίο έγινε ανάγλυφο και ταξίδευα πολύ εύκολα πάνω από λόφους, βουνά και ποτάμια σε όλη την Ελλάδα, αναζητώντας μιαν Ελένη που δεν ήξερα καν αν υπήρχε. Οι εποχές άλλαζαν και διαδέχονταν η μια την άλλη, ενώ ο άνεμος βούιζε στα αφτιά μου καθώς πετούσα πάνω από τον ανάγλυφο χάρτη. Οι ανάσες των ανθρώπων ανέβαιναν μέχρι επάνω. Τις ένιωθα ζεστές και κουρασμένες από τη δουλειά στ' αμπέλια και στις ελιές. Οι μέρες και οι νύχτες τους έγιναν και δικές μου καθώς έμπαινα στα σπίτια τους και αφουγκραζόμουν τους καημούς τους. Υπήρχε πολύ χώμα μέσα στους στίχους. Και σκόνη πολλή. 

Κάποια στιγμή κατέβηκα και είπα να περπατήσω. Παίρνοντας την ανηφόρα για την Ακροκόρινθο μές στο κατακαλόκαιρο, ίδρωνα και το πουκάμισο κόλλαγε πάνω μου. Το καπέλο με δυσκολία κατάφερνε να κρατήσει μακριά τις καυτές ακτίνες του ήλιου. Εγώ όμως προχωρούσα. Έπρεπε να είμαι εκεί την ώρα που βραδιάζει για να ακούσω το πουλί που θα στέναζε. Κάτω χαμηλά, στα πόδια μου, έβλεπα το στρατόπεδο, τυλιγμένο στα σύρματα και στους φράχτες. Κάπου εκεί μέσα κάποτε βάδισαν και τα δικά μου χνάρια. Τόσα χρόνια όμως πια μετά, θα πρέπει να σβήστηκαν.  

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Το Καταραμένο Φίδι


Έργo 6 (1949-50) του Μ.Χ. Σoυΐτα μπαλέτoυ για δυο πιάνα και φωνή.

Ανέβηκε για πρώτη φορά από το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου το Μάρτιο του 1951 στο θέατρο Ρεξ, με θέμα βασισμένο στο Θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη. Χορογραφία Ραλλούς Μάνου και κοστούμια Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. 

Σημαντική συμβολή στην παράσταση είχε και ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο οποίος γράφει σε κάποιο κείμενό του: "Ο Μάνος, με την αγάπη του, έβαλε ένα λίθο στην τέχνη μου και στην τέχνη του Καραγκιόζη, η δε Ραλλού Μάνου, από το 1950, δεν έπαψε να παρουσιάζει Το Καταραμένο Φίδι του Χατζιδάκι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από τότε έγινα κι εγώ μόνιμος συνεργάτης του Χοροδράματος για δεκαπέντε χρόνια στην εκτέλεση κοστουμιών και σκηνικών. Δεν θα ξεχάσω τα ασταμάτητα χειροκροτήματα στο τέλος της πρεμιέρας του έργου, όταν, βγάζοντας το κεφάλι μου από το κοστούμι του Φιδιού, μαζί και ο Μάνος και η Ραλλού, αντίκρισα το κατενθουσιασμένο κοινό..."

Στην πρώτη εγγραφή του έργου στο πιάνο ήταν ο συνθέτης, ενώ στην παρούσα ηχογράφηση πιάνο έπαιξαν οι Γιάννης Παπαδόπουλος και Αργύρης Κουνάδης και τραγούδησε ο Γιώργoς Μoύτσιoς.

Το έργο:
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
1. Εισαγωγή - Πρόλογος
2. Τελάλημα - Καυγάς - Τελάλημα (τραγούδι)
3. Σερενάτα του Νιόνιου
4. Είσοδος του Πασά - Σουρούπωμα - Χορός της Βεζυροπούλας
5. Χορός της μοιρασιάς

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
1. Κάτω στο ρέμα (τραγούδι) - Νοσταλγικός και πολεμικός χορός του Καραγκιόζη
2. Χορός του Νιόνιου - Χορός των τριών Εβραίων - Χορός του Μπαρμπα-Γιώργου
    Είσοδος του Μεγαλέξαντρου - Σκότωμα του Φιδιού - Έξοδος του Μεγαλέξαντρου
3. Μεγάλος χορός του Καραγκιόζη
4. Τελικός χορός - Επίλογος

Όλη η χώρα είναι τρομοκρατημένη από την εμφάνιση ενός τρομερού φιδιού. Την κρίσιμη στιγμή ο Πασάς προσφέρει ένα γενναίο ποσό και το χέρι της κόρης του σε όποιον καταφέρει να σκοτώσει το τέρας. Διάφοροι ήρωες παρελαύνουν προσπαθώντας μάταια να σκοτώσουν το φίδι, αλλά μόνον ο Μεγαλέξαντρος αποδεικνύεται άξιος αντίπαλος. Ο Καραγκιόζης, που παρεμβαίνει και τον βοηθάει σε μια κρίσιμη στιγμή, πανηγυρίζει πιστεύοντας πως σκότωσε ο ίδιος το θεριό. Στο τέλος η αλήθεια αποκαλύπτεται και ο Καραγκιόζης τρώει ένα γερό χέρι ξύλο μέσα στη γενική θυμηδία.


 

Μάνος Χατζιδάκις - Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης


Κύκλος τραγουδιών με θεατρική μορφή, σε κείμενα και στίχους του Μάνου Ελευθερίου (α΄πλευρά) και του συνθέτη (β' πλευρά) για δύο γυναικείες φωνές, δύο ανδρικές, μικρή ορχήστρα, χορευτές και ηθοποιούς. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση του έργου έγινε στο Πολύτροπο της Πλάκας, στις 13 Δεκεμβρίου του 1973.

Ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει για το έργο:
"Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα νύχτα και μέρα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου σε κάποιαν ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το Μεθυσμένο Κορίτσι βυθίζεται σ' ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη -αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου Κοριτσιού".

Το έργο:
A. Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ 
[Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου. Ερμηνεία: Μαρία Κατήρα, Γιάννης Δημητράς]
1. Ο Οδοιπόρος
2. Η μπαλάντα του Οδοιπόρου
3. Τα σπασμένα ποδήλατα
4. Στα νερά του Ιορδάνη
5. Κρίση
6. Το αίνιγμα
 

Β. ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ και Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ 
[Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις. Ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής, Φερενίκη Βαλαρή, Εύα Καναβαράκη]
7. Το Μεθυσμένο Κορίτσι
8. Επέτειος
9. Ο Αλκιβιάδης
10. Ο τρελός κόσμος
11. Οράματα
12. Ο φόβος

Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη.


Δεν μπορώ να αρνηθώ πως πρόκειται για το πιο αγαπημένο μου έργο του Μ.Χ. Αν και ποτέ δεν αγόρασα το δίσκο, έτυχε από πολύ νωρίς να τον ακούσω από φίλους και να έχω όλα τα χρόνια στη βιβλιοθήκη μου μια κασέτα ηχογραφημένη από το ράδιο. Αργότερα, δεν θέλησα να τον αγοράσω ποτέ. Λες και θα χάλαγε η μαγεία εκείνης της τραχιάς και πρωτόγονης ηχογράφησης με τα παράσιτα και τις παρεμβάσεις των εκφωνητών. Τον έμαθα και τον συνήθισα -τον αποστήθισα- σαν ένα οδοιπορικό κι αυτόν. Όταν ήλθε στη ζωή μας το Διαδίκτυο, το έργο έφτασε πλέον στα χέρια μου σε ψηφιακή μορφή και έτσι παραμένει από τότε. Ο μύθος είναι συγκλονιστικός και αποκαλυπτικός της ζωής. Ο Οδοιπόρος, το
Κορίτσι, ο Αλκιβιάδης. Ο άνδρας, η γυναίκα, η μητέρα, η ομοφυλοφιλία, η ανάγκη των δυο φύλων για γονιμοποιό ένωση, η αρχαία κληρονομιά, η ευχή, ο λαβύρινθος, οι ψευδαισθήσεις, η απώλεια, η ζωή και ο θάνατος. Η κατάρρευση της αυτο-λατρείας που χαρακτήριζε τον Υπεράνθρωπο εκείνου του απερίγραπτου Νίτσε... Υπάρχουν όλα. Τόσο αξεδιάλυτα μπλεγμένα μεταξύ τους ώστε κάποιες στιγμές κυριολεκτικά χάνεσαι στους δαιδάλους και στους ελιγμούς του μύθου της ζωής. Όπως συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή.

Ο μεγάλος Μάνος Ελευθερίου αναρριχάται μάλλον στην κορυφαία κατ' εμέ -στο σύνολό της- προσφορά του στην ποίηση της ελληνικής στιχουργικής, με την Μπαλάντα του Οδοιπόρου κορωνίδα της σισύφειας πορείας του Ανθρώπου στη γη.    

Στο σύνδεσμο που ακολουθεί υπάρχει μια όμορφη και γλαφυρότατη περιγραφή της πρεμιέρας του έργου από έναν αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα εκείνης της βραδιάς στην Πλάκα

 
 

Η μπαλάντα του Οδοιπόρου
(Μάνος Ελευθερίου)

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δεν μου χαμογελά
Στα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο που δεν πονά
Όπου πάω κι ένα λάθος με τυραννά

Ποιος προφήτης τώρα θ’ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ’ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές
Δεν τον θέλω και φοβάμαι το γυρισμό
Δες ποιος είμαι, πού πηγαίνω -για το χαμό

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Ο Κύκλος με την Κιμωλία


Σκηνική μουσική και τραγούδια για το ομώνυμο έργο του Bertolt Brecht σε μετάφραση και απόδοση στίχων Οδυσσέα Ελύτη. Γράφτηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι τα έτη 1956-1957 και παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Σκηνικά και κοστούμια: Γιώργος Βακαλό. Τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος. Πιάνο: Μάνος Χατζιδάκις.

1. Τέσσερις στρατηγοί
2. Ανάγκη να σε πάρω εγώ
3. Η μπαλάντα του στρατιώτη
4. Μια φορά κι έναν καιρό 

Ο Kύκλος με την Kιμωλία είναι το πρώτο έργο του Μπρεχτ που ανέβηκε σε ελληνική θεατρική σκηνή, το 1957, ενώ το μουσικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1959.

Η ιστορία της υπηρέτριας Γρούσας και του λαϊκού δικαστή Αζντάκ δείχνει τον θρίαμβο της μητρότητας και της δικαιοσύνης. Η Γρούσα έσωσε και ανάθρεψε με θυσίες, με απερίγραπτους κινδύνους, αλλά και με απέραντη αγάπη και καλοσύνη ένα ξένο παιδί, όταν η βιολογική του μητέρα το εγκατέλειψε για να σωθεί η ίδια.

Τρία χρόνια αργότερα η Γρούσα σύρεται στα δικαστήρια με την κατηγορία ότι έκλεψε το παιδί. Τώρα η φυσική του μητέρα το διεκδικεί με δακρύβρεχτα επιχειρήματα επικαλούμενη "δεσμούς αίματος".

Ο δικαστής Αζντάκ, ένας ρακένδυτος, μέθυσος κλεφτοκοτάς που τυχαία έγινε δικαστής, αλλά που διαθέτει σοφία και λαϊκή συνείδηση, προστάτης των φτωχών και πολέμιος των πλουσίων, πρέπει να πάρει δίκαιη απόφαση. Θα βάλει το παιδί μέσα σ’ ένα κύκλο και θα ζητήσει από τις δύο γυναίκες να βάλουν όλη τους τη δύναμη και να τραβήξουν το παιδί από τα χεράκια του -η καθεμιά προς τη μεριά της- έξω από τον κύκλο. 

Έτσι και γίνεται. Και ο Αζντάκ έβγαλε κρίση. Μητέρα του παιδιού είναι εκείνη που το αξίζει.

Μια τρυφερή ιστορία μητρότητας αλλά και μια σαρκαστική κωμωδία πάνω στη δικαιοσύνη και στην εξουσία. Ένα έργο που ασκεί κριτική στους λειτουργούς των θεσμών, στους πολιτικούς, στους στρατιωτικούς, στους δικηγόρους, στους γιατρούς, στους ιερωμένους. Αυτό που λέμε "λαϊκό θέατρο".

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ συνδυάζει τη σκληρή κριτική προς την εξουσία με την ελπίδα του για τον άνθρωπο.

 
Το κείμενο του Bertolt Brecht σε μετάφραση Γιώργου Βαμβαλή:
http://www.scribd.com/fullscreen/53621425?access_key=key-1egqhcphxtfh4vo8xz5p 

Μάνος Χατζιδάκις - Ο Κύκλος του CNS


Κύκλος έξι τραγουδιών για πιάνο και βαρύτονο, που γράφτηκαν από το συνθέτη το 1952.

Ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει πως "οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν με τη μουσική τους. Κλίμα τους είναι η υγρασία ενός λιμανιού και θέμα ο χωρισμός. Είναι τραγούδια κι έτσι μονάχα ολοκληρώνουν αυτό που θέλησα να πουν" (Μυθολογία, εκδόσεις Ύψιλον).
Πρώτος τραγούδησε τον Κύκλο του C.N.S. ο
ηθοποιός και λυρικός τραγουδιστής Γιώργος Μούτσιος.

1. Με πνίγει ετούτη η θάλασσα
2. Ο αφέντης έφυγε πρωί
3. Μια θλιμμένη αρχόντισσα
4. Στην αποβάθρα
5. Σε παραλία ερημική
6. Εγώ είμ' ένα σύννεφο

Η πρώτη του παρουσίαση έγινε τον Ιανουάριο του 1959 στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών από τον Γιώργο Μούτσιο και τον Μάνο Χατζιδάκι στο πιάνο.

"Τον Κύκλο του C.N.S. τον έγραψα το 1952, με αφορμή το θάνατο του φίλου μου Etienne Rohrich Moritz στις 9 Αυγούστου 1951 και τον χάρισα στον άλλο φίλο μου στη Βαρκελώνα, στον Carlo Novi Sanchez. Η ιδέα προϋπήρχε στο τελευταίο κομμάτι των Έξι λαϊκών ζωγραφιών -ιδέα που ολοκληρώθηκε μετά από πέντε χρόνια στην Ερημιά. Τη δοκιμή την είχα κάμει ήδη στα μοιρολόγια για τις Χοηφόρες του Αισχύλου. Ξεκίνησα από τον ελεγειακό χαρακτήρα των δημοτικών μας τραγουδιών και σύγχρονα θέλησα να προχωρήσω πιο πέρα, για να δώσω όσο γίνεται περισσότερο το μεσογειακό χαρακτήρα. Τους στίχους τους έγραψα ή με τη μουσική ή πρώτα απ΄αυτήν, ακολουθώντας πιστά ή ψάχνοντας πολλές φορές μια φόρμα, ένα σχεδιάγραμμα που να περικλείει με λιτότητα ό,τι ήθελα να πω. Το κλίμα του λιμανιού, του ερημικού λιμανιού με την απεραντοσύνη της αγριεμένης θάλασσας και με τη λυπητερή έκφραση τ' ουρανού, νομίζω πως ταίριαζε καλύτερα στα τραγούδια μου αυτά, που θρηνολογούν τον άδικο χαμό ενός νέου παιδιού -θέμα παλιό μα πάντα πανίσχυρο και ζωντανό. Τα τραγούδια αυτά -που μ΄ απασχολήσανε ίσαμ΄ ένα χρόνο για να τα ολοκληρώσω- τ΄ αγαπάω ιδιαίτερα, γιατί μου φτιάξανε μερικά χρόνια ζωής απ΄ τα πιο δικά μου...", σημείωνε ο Μάνος Χατζιδάκις στο οπισθόφυλλο της πρώτης έκδοσης.