Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

One Less Set of Footsteps...

με όλη μου την αγάπη στο Γιώργο
 
Ξαπλώναμε στο γρασίδι με τις ώρες. Ανάσκελα, με την κιθάρα πάνω στο στήθος, κοιτάζοντας τον πεντακάθαρο ουρανό της άνοιξης. Βέβαια είχε πολύ ήλιο εκείνες τις μέρες, αλλά όλο και κάποιο δένδρο θα θρόιζε τα κλαδιά και τα φύλλα του από πάνω μας, περνώντας τη σκιά του μπροστά απ' τα μάτια μας. Έπεφταν και βελόνες από τα πεύκα. Καμιά φορά παρασύρονταν μέχρι το στόμα μας και μπερδεύονταν μες στα λόγια των τραγουδιών. Όταν ο ήλιος γινόταν μεγαλειώδης και εκτυφλωτικός και ήταν αδύνατο να του ξεφύγεις, απλώς κλείναμε τα μάτια και πλημυρίζαμε από εκείνο το φωτεινό πορτοκαλί χρώμα στα βλέφαρα, ενώ τα άπειρα διακλαδιζόμενα κατακόκκινα αιμοφόρα αγγεία σχημάτιζαν δαντέλες στο οπτικό μας πεδίο. Κολυμπούσαμε τότε ελεύθερα στο ένονο φως που μας προκαλούσε κάτι σαν παραισθήσεις.

-Θες μπύρα;

Ανέμελες ώρες. Οι ώρες που οι ζεστές και διψασμένες για ζωή και πάθος καρδιές των νέων ανοίγουν και κοιτάζονται, μιλάνε, προσεγγίζονται, ανιχνεύουν η μια την άλλη. Τα σώματα πάλλονται από πρωτόγνωρες αισθήσεις και εμπειρίες που φουσκώνουν σαν κύμα έτοιμο να κατακλύσει τον κόσμο. Τα μάτια στέκουν διάπλατα ανοιχτά για να εισπράξουν ό,τι δεν προλαβαίνουν οι υπόλοιπες αισθήσεις, ενώ η ψυχή -σε πλήρη εγρήγορση- οδηγεί τα δάχτυλα πάνω στις χορδές για να επικοινωνήσει. Προσπαθείς να προλάβεις. Νομίζεις πως δεν έχεις χρόνο, πως όλα αυτά είναι τόσα πολλά ώστε θα τα ξεχάσεις και θα τα προσπεράσεις -ή θα σε προσπεράσουν.

-Ναι, εσύ;

Θες κι αυτό, κι εκείνο, και το ένα, και το άλλο, και το τρίτο. Γράφεις σε πακέτα από τσιγάρα, στην τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα, στην παλάμη σου. Κάποιες φορές χαράζεις και στους κορμούς των δέντρων. Το όνομά σου, τα ονόματά σας, μια ημερομηνία, τον τίτλο ενός τραγουδιού. Κρύβεις σε κάποια "μυστική" ρωγμή του βράχου ένα μικρό και ασήμαντο ενθύμιο για να επιστρέψεις και "να το ξαναβρείς". Μμμ, η νεότητα. Γεμάτη όνειρα και τρικυμισμένες θάλασσες. Καράβια της άγονης γραμμής και ξερονήσια. Εμπνευσμένα μικροκοσμήματα, βραχιόλια και περιδέραια φτιαγμένα από βότσαλα, δερμάτινα κορδόνια, χάντρες και μπόλικη φαντασία. Και, φυσικά, σανδάλια. Να και μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα που φέρνει επανάσταση στην ψυχή σου και σε βγάζει στους δρόμους, μακριά από υπόστεγα, ομπρέλες και αδιάβροχα, για να νιώσεις την ουσία του κόσμου αλλά και να επιβεβαιώσεις το ατρόμητο της ύπαρξής σου. Ε, βέβαια, προκαλείς. Τον Κόσμο, τους άλλους, τη φύση και το πεπρωμένο σου. Επειδή δεν πιστεύεις σ' αυτά. Επειδή είσαι νέος. Ούτε καν τα συζητάς. Δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Επειδή είσαι νέος. Μόλις που φτάνουν στα αφτιά σου όσα δεν σε αφορούν άμεσα και ζωτικά και μόλις που διεγείρουν το οπτικό σου νεύρο όσα δεν ερεθίζουν τις αισθήσεις σου. Επειδή είσαι νέος.

-Πάω να φέρω.

Άχρονος χρόνος. Οι ανακατεμένες μυρωδιές του χώματος, της άνοιξης, των λουλουδιών και του γρασιδιού ανέβαιναν από τη γη και μας κατέκλυζαν. Μας ζάλιζαν. Ο άλλος χανόταν μέσα σε ένα ακαθόριστο σύννεφο παραζάλης, μελωδιών, χαράς και αγαλλίασης, επαφής και λαχτάρας -αδημονίας να μην τελειώσει αυτό που κυλάει μέσα μας, πάνω μας και γύρω μας. Έπαιρνε ο ένας την ανάσα του άλλου στο τέλος της φράσης και την προχωρούσε, την τραγούδαγε και τη φύσαγε πάλι στον αέρα. Και αυτό γινόταν συνεχώς, ασταμάτητα. Ο αέναος κύκλος της ζωής και της εξέλιξης.

-Για άκου αυτό...

Κάπου αυτές τις μέρες ο κόσμος υποτίθεται πως "γιορτάζει" τη μουσική. Αυτή που μας ένωσε κι εμάς εντελώς τυχαία ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι. Μοιραία συνάντηση, αναπόφευκτη. Μετά από τόσα και τόσα χρόνια είμαι σίγουρος πια ότι έτσι ήταν. Ξέρω, ακούγεται κάπως περίεργο. Μέσα στον απόλυτο και μεταλλικό ρεαλισμό όμως της ζωής υπάρχουν πάντοτε πράγματα για τα οποία αναρωτιέσαι και τσιμπάς τον εαυτό σου στα κρυφά, ίσως γιατί δεν τολμάς ούτε κι εσύ να τα αποδεχθείς σε όλο τους το βάθος. Ή -πιο σκληρά- γιατί η καθημερινότητα είναι αδυσώπητη και ισοπεδωτική. Ο ρεαλισμός και η τρισδιάστατη αντιμετώπιση των πραγμάτων γίνεται φασιστικά επιτακτική υπόθεση και δεν υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθεί ο ελάχιστος χώρος για οτιδήποτε άλλο. Οι άνθρωποι, αποκαμωμένοι και εξαντλημένοι, διαλυμένοι από την προσπάθεια ύπαρξης και επιβίωσης, είναι αδύνατο να προσεγγίσουν την υπέρβαση. Μένουν καρφωμένοι γερά πάνω στην καυτή μεταλλική πλάκα που τους ρουφάει τη ζωή. Που λιώνει τα όνειρά τους σαν πυρωμένη λάβα. Αδίστακτα και ανυπόκριτα. Χωρίς να τους χαρίζει ή να τους υπόσχεται ένα ελάχιστο χαμόγελο. Και τη νύχτα χάνονται αποχαυνωμένοι σε ένα βαθύ λήθαργο όπου εναποθέτουν την εξουσία του αύριο.

Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν έχουμε κι εμείς τη δική μας ιστορία μέσα σε όλα αυτά. Εντάξει, η πρώτη φορά ήταν μια συνηθισμένη στιγμή της ζωής, όπως χιλιάδες άλλες παρόμοιες που φέρνουν δυο ανθρώπους κοντά. Δεν είχαμε προλάβει να πούμε ούτε τα ονόματά μας. Τα πρώτα λόγια που ανταλλάξαμε ήταν οι στίχοι ενός τραγουδιού που δεν θυμόσουν, κι εγώ, ευρισκόμενος τυχαία στο ακροατήριο με την κιθάρα στο χέρι, προθυμοποιήθηκα να το τραγουδήσω. Μετά έβγαλα και την κιθάρα και συνεχίσαμε να παίζουμε μαζί σαν γνώριμοι από παλιά. Για πολλή ώρα, πολλά τραγούδια, απροβάριστα φυσικά -prima vista. Μέχρι αργά το απόγευμα, όταν πια είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Γύρω μας κόσμος πολύς, ερχόταν κι έφευγε. Όλα έγιναν σε ένα πάρκο -εμάς τα πάρκα μας αγάπησαν, αφού μεγάλο μέρος της ζωής μας το περάσαμε σε αυτά και στις πλατείες. Αλλά η δεύτερη φορά, που ήλθε να συμπληρώσει και να ολοκληρώσει την πρώτη, ήταν λες και η ζωή μας είχε κλείσει ραντεβού. Τρεις μέρες αργότερα, κληθήκαμε να συστηθούμε ξανά ως μελλοντικοί μουσικοί συνεργάτες, υποτίθεται άγνωστοι μέχρι τότε. Θυμάμαι να γελάμε και οι δύο κοιτώντας και δείχνοντας ο ένας τον άλλον και -ξεκαρδισμένοι- να λέμε με ένα στόμα: "Εσύ είσαι;" Ήδη γνωριζόμασταν και κληθήκαμε να συστηθούμε ξανά. Λες και η ζωή, σαν να μην ήταν σίγουρη ότι θα προχωρούσαμε από μόνοι μας, έφερε και έναν τρίτο άνθρωπο-καταλύτη για να μας σιγουρέψει. Οι πιο ρεαλιστές θα μιλούσαν για σύμπτωση. Ας περιοριστούμε λοιπόν στην εκδοχή της σύμπτωσης.

-Πολύ καλό. Πώς το μοιράζουμε;
-Εγώ αυτό το μέρος κι εσύ το άλλο.
-ΟΚ. Πάμε.

Θυμάμαι μου έλεγες πάντα πως με αγαπάς μοναδικά γιατί ήμουν ο μόνος που σου άφηνα όλο το χώρο στη ζωή σου, που δεν περίμενα ποτέ από εσένα τίποτα και που δεν σε ρωτούσα για τίποτα. Έτσι ήταν, έτσι γινόταν πάντα. Γιατί ήμασταν και οι δυο πολύ ελεύθεροι για οτιδήποτε άλλο. Και γι' αυτό το λόγο ανθίσαμε -όσα ζιζάνια κι αν ξεφύτρωσαν κατά καιρούς στο δρόμο μας. Με πρόλαβες. Ας είναι. Ούτως ή άλλως μπροστά μου σε βρήκα και σε ακολούθησα. Σε έχω πάντα μέσα μου, γύρω μου, εμπρός και πίσω μου. Στις ηχογραφημένες στιγμές μας, στις φωτογραφίες, στα βιβλία που μου χάρισες, στη μουσική και -κυρίως- στα δεκάδες μικρά σημειωματάκια, γραπτά αφηγήματα και σχέδια που μου άφησες. Εκείνα που μου τρύπωνες στις τσέπες κατά καιρούς σε ανύποπτες στιγμές.

Άνθρωποι ήλθαν και έφυγαν πριν από εμάς και το ίδιο θα γίνεται και μετά από εμάς. Τα παιδιά μάλλον συνεχίζουν να μαζεύονται σε παρέες γεμάτες τη δική τους ζεστασιά και πνοή, τα δικά τους όνειρα -και να ονειρεύονται. Πιθανώς έχουν κι αυτά κιθάρες και φυσαρμόνικες, σχεδιάζουν τα δικά τους τραγούδια, που λένε πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα που έλεγαν και τα δικά μας, και τα τραγουδάνε. Τότε είχαμε το "στέκι" στου Ζωγράφου και στήναμε σκηνικά και προοπτικές. Σήμερα μπροστά τους έχει υψωθεί ένα θεόρατο τείχος και ψάχνουν κι αυτά να βρουν την κερκόπορτα που θα τους οδηγήσει στην έξοδο. Και όλα συνεχίζονται στον αέναο χρόνο, στο αέναο σύμπαν, που καταπίνει τα πάντα στο πέρασμά του σαν μαύρη τρύπα.

Εδώ θα σου χαρίσω για πάντα ένα τραγούδι του Jim Croce, που τόσο τον αγαπούσες και με έμαθες να τον αγαπάω κι εγώ, εμπνευσμένο από ένα υπέροχο ποίημα του Rudyard Kipling. Θυμάμαι, μόλις είχα επιστρέψει από ένα ταξίδι στη Ρώμη, από όπου είχα φέρει το The Faces I've Been του Croce. Με περίμενες στο σπίτι μου, αφού σου είχα δώσει τα κλειδιά και έμενες εκεί όσο έλειπα, και αμέσως καθίσαμε και το ακούσαμε νότα-νότα. Υπήρχε και πολυσέλιδο ένθετο με τους στίχους και φωτογραφίες. Εκεί μέσα βρίσκεται πάντα ο Gunga Din.

Στο γραφείο μου υπάρχουν κρεμασμένες εκατέρωθεν πίσω μου φωτογραφίες σου, φωτογραφίες μας, καθώς και κάποια από τα σημειώματά σου. Απέναντί μου, ψηλά στον τοίχο, υπάρχουν κολλημένες οι αφίσες που έφτιαξες κατά καιρούς για τους διάφορους χώρους όπου παίξαμε. Κι έτσι σε έχω παντού. Και όταν ακούω κάποιο όμορφο τραγούδι, σε θυμάμαι και σου μιλάω, στενοχωρημένος που δεν προλάβαμε να το ανακαλύψουμε μαζί και να το παίξουμε. 

Πάνε χρόνια πια από εκείνο το ολόλαμπρο απόγευμα του Απρίλη. Παρακολούθησα τα πάντα από την ταράτσα, παρέα με ένα ποτήρι και μια κιθάρα, αντικρίζοντας τον ανέφελο ουρανό, μέχρι τα βάθη του ορίζοντα, και κοιτάζοντας ασταμάτητα την ευθεία γραμμή του Υμηττού που χάραζε το στερέωμα. Εκεί, κάπου στα πόδια του, ήσουν εκείνη τη στιγμή και παραμένεις από τότε. Σε συνόδευε μια γραμμή μελαγχολικών αγαπημένων προσώπων και μελωδιών που αγάπησες. Το τραγούδι που σου στέλνω δεν είναι καθόλου τυχαίο, ούτε ξεπηδάνε κάποιες αναμνήσεις μαζί του. Δεν το παίξαμε ποτέ δημοσίως. Το ακούσαμε όμως εκείνη την πρώτη μέρα του δίσκου και αρκετές φορές τα επόμενα χρόνια. Εγώ εξακολουθώ να το ακούω συνέχεια. Γιατί, όπως λέει και ο Kipling στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, "ήσουν καλύτερος άνθρωπος από εμένα".

Ο Τζο σου 

video  

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Ορφέας και Ευρυδίκη


-Υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από εδώ μέσα ζωντανοί, 
ψιθύρισε η Ευρυδίκη σκύβοντας στο αφτί του Ορφέα.

Και του έδωσε ένα καθρεφτάκι.

video
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σήμερα το πρωί ξύπνησα ανακουφισμένος. Ξαφνικά μέσα από το μυαλό μου είχε ξεπηδήσει το αντίδοτο στο μύθο. Άνοιξα τα μάτια και, αυτόματα σχεδόν, ψιθύρισα τα παραπάνω λόγια. Όταν συνειδητοποίησα τι είχα πει, χαμογέλασα. Ο πανάρχαιος μύθος είχε βρει την έξοδό του, τη λύτρωση, την κάθαρση. Από τότε που θυμάμαι να πρωτοδιάβασα την ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης, πολύ παιδί ακόμα, με στοίχειωνε το άδοξο τέλος της. Κάθε φορά νόμιζα πως κάτι θα αλλάξει και ο Ορφέας θα προλάβει, θα τα καταφέρει να αντισταθεί να κοιτάξει πίσω του. Να στρέψει το κεφάλι και να αντικρίσει το Χάος. Ποτέ δεν συνέβη. Ο Ορφέας δεν σώθηκε ποτέ. Και μαζί του χάθηκε και η Ευρυδίκη. Οι δυο νέοι ήταν γραφτό να μην ζήσουν την αγάπη τους. Για μένα όμως αυτό το φινάλε συγκρουόταν με την κοσμοθεωρία και την ευαισθησία μου... Και -σαν να μην έφτανε αυτό- από την εφηβεία μου μέχρι και σήμερα έχω κυριολεκτικά εμμονή με την "Ευρυδίκη" του Μάνου Χατζιδάκι από τους Δεκαπέντε Εσπερινούς. Είναι μια μελωδία που δεν εγκατέλειψα ποτέ στη ζωή μου και σχεδόν δεν υπάρχει φορά που θα πιάσω την κιθάρα στα χέρια μου και δεν θα την αναζητήσω πάνω στις χορδές. Αυτόματα κι εμμονικά. Λες και έχει περάσει στο αίμα μου. "Πώς σε λένε;" "Ορφέα." "Κι εμένα Ευρυδίκη". Σήμερα το πρωί ένιωσα ότι τα διόρθωσα όλα. Σήμερα το πρωί ένιωσα ότι τους ένωσα.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Τρένο-φάντασμα


Τι να δημοσιεύσεις αυτές τις μέρες με το κλείσιμο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης εν μία νυκτί... Αυτά είναι αδιανόητα πράγματα, έτσι όπως έγιναν. Όλα χρειάζονται χώρο και αέρα. Αλλιώς πρόκειται για επικίνδυνες εκτροπές, που μπορεί να εκκολάψουν το αβγό του φιδιού. Βέβαια, όλα είναι συζητήσιμα και διαπραγματεύσιμα -μερικές φορές και αιρετικά. Αλλά πρέπει να υπάρχει απόσταση. Αλλιώς δεν βλέπεις καθαρά. 

Ψάχνεις την άκρη, τα μπερδεύεις, και νομίζεις ότι όλα μηδέν

Φυσικά και δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ευχάριστο το γεγονός της απώλειας εργασίας για τόσους ανθρώπους μέσα σε μια στιγμή. Αν όμως θέλουμε να σώσουμε το δάσος και όχι το δένδρο, ο οργανισμός αυτός έπρεπε να κλείσει. Είχε καταντήσει μια τεράστια αυτοκρατορία που σάπιζε από χρόνια σε όλα της τα άκρα. Όπως πολλά από τα άλλοτε σύγχρονα μηχανήματά της που παρέμειναν στα κουτιά και απαρχαιώθηκαν στα υπόγεια γιατί κανένας δεν ήταν αρκετά υπεύθυνος να αναλάβει δράση και να τα βγάλει από τα υπόγεια για να λειτουργήσουν. Τι να πεις μετά;

Το σκάφος είχε ξεφύγει της πορείας του από χρόνια και ταξίδευε ακυβέρνητο. Ένα τρένο-φάντασμα δηλαδή. Κλειδούχοι, φύλακες το είχαν ξεχάσει και είχαν πάψει να ασχολούνται μαζί του. Μόνο κάποιοι ρομαντικοί υπήρχαν, που εξακολουθούσαν να εργάζονται πραγματικά εμπνευσμένα, φιλότιμα και ευσυνείδητα -όπως συμβαίνει παντού άλλωστε. Εδώ όμως δεν ήταν όπως αλλού. Εδώ πρόκειται για την κρατική προπαγάνδα, για την εθνική (υποτίθεται) γραμμή.

Φταίει η μαμά, που σου πουλάει παραμύθι ότι δήθεν και δεν

Η κίνηση ήταν προμελετημένη. Την ήξεραν όλοι από καιρό. Αλλά για άλλη μια φορά οι μεγαλοσυνδικαλιστές τσιμουδιά. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις ρηξικέλευθων αλλαγών. Επένδυση για την ύστατη στιγμή της έκρηξης έτσι ώστε η παρουσία τους να αποκτήσει τραγικά μεσσιανική υπόσταση και να αποτυπωθεί στη συνείδηση του απλού πολίτη, που αποσβολωμένος παρακολουθεί στο έργο σημεία και τέρατα.

Ο τρόπος βέβαια ήταν εντελώς άκομψος. Ηγεμονικός, θα έλεγα, και απολυταρχικός. Ακόμη και οι ετοιμοθάνατοι γνώριζαν -ή γνωρίζουν, εκεί όπου εφαρμόζεται ακόμα η θανατική ποινή- πότε θα εκτελεσθούν. Και ο καθένας κάνει τη δική του, προσωπική προετοιμασία. Αλλά ποτέ έτσι ξαφνικά.

Αποκοιμηθήκαμε σαράντα χρόνια τώρα και συνηθίσαμε το ναρκωτικό. Κουκιά τρώγαμε, κουκιά λέγαμε. Αυτή είναι η ιστορία. Κατακλυσθήκαμε από παπανδρεϊκές λογικές, που όμως είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται από την αυγή της μεταπολίτευσης -ρεβανσιστικές λογικές μιας καταπιεσμένης δογματικής αριστεράς ίσως; Οι Έλληνες που σήμερα είναι μέχρι 40 χρονών μεγάλωσαν μέσα σε σε αυτή τη δυσώδη ατμόσφαιρα και δεν μπορούν καν να φανταστούν πως πρόκειται για πλήρη διαστρέβλωση του αξιακού συστήματος. Η ΕΡΤ έπρεπε να κλείσει και να ξανανοίξει. Διαφορετική σε όλα και σε όλους. Πρότυπα πραγματικά πρωτοπόρων καναλιών υπάρχουν στην Ευρώπη. Μπορούν, αν θέλουν, να δημιουργήσουν κάτι από την αρχή. Δεν χρειάζεται να αυτοσχεδιάσουν ούτε να πειραματιστούν με άγνωστες συνέπειες.

video 
Όλα αυτά είναι πράγματα τα οποία ο Μάνος Χατζιδάκις είχε δει ήδη από το 1975. Μπήκε στο ραδιομέγαρο ως διευθυντής του τρίτου προγράμματος αλλά, επί πρωθυπουργίας Γεωργίου Ράλλη, με ένα απλό τελεσίγραφο τον έστειλαν σπίτι του. Γιατί είχε αρχίσει να ενοχλεί με το λόγο και τις απόψεις του. Ήταν αιρετικός και τάραζε τα νερά της ραδιοτηλεόρασης, που είχαν αρχίσει να λιμνάζουν για τα καλά. Ήταν ίσως το μοναδικό πραγματικά αξιόλογο γεγονός που συνέβη μέσα στο κτήριο στη διάρκεια της ζωής του. Αν και τίποτα δεν κατάφερε κι εκείνος να αλλάξει ουσιαστικά στο εστιατόριο της ΕΡΤ. Εκεί που, όπως έλεγε, έβλεπες "όλη τη νεοελληνική αποτυχία". Σοφά διαλεγμένα λόγια. Έπρεπε να περάσουν 26 ολόκληρα χρόνια από εκείνη την εξομολόγησή του στο ραδιόφωνο της ΕΡΑ2 το 1987 για να πέσει βαρύς ο πέλεκυς. Ο κόμπος δεν λυνόταν όσες φορές κι αν προσπάθησαν οι διάφοροι επαΐοντες. Στην ουσία ποτέ δεν προσπάθησαν. Κάποιες ανακατατάξεις διευθυντών έκαναν και τίποτε άλλο. Πασαλείμματα. Σαν τις γάτες που τα κάνουν και ύστερα τα σκεπάζουν. Γόρδιος δεσμός. Τότε χρειάζεται κόψιμο. Η ιστορία μας διδάσκει πως δεν γίνεται αλλιώς.

Δυστυχώς αυτή ήταν η ενσάρκωση του φρικτού και συντηρητικότατου δημόσιου τομέα της σύγχρονης Ελλάδας. Η ΕΡΤ είχε γίνει το όνειρο κάθε πικραμένου ή αποτυχημένου "του χώρου" προκειμένου να κόψει μερικά Δελτία Παροχής Υπηρεσιών και να κάνει την "αρπαχτή" κάτω από το τραπέζι, αφού στην επιφάνεια φαίνονταν όλα λιτά και μετρημένα. Η εθνική ραδιοτηλεόραση έμεινε στάσιμη, με μια σειρά μεγάλων προσδοκιών να την ακολουθούν όλα τα χρόνια. Η ΕΡΤ ήταν πάντα το τρένο-φάντασμα που "θα μπορούσε να είναι" και όχι αυτό που πραγματικά ήταν. Κοιτάζαμε στον καθρέφτη και δεν βλέπαμε το πραγματικό είδωλο γιατί, απλούστατα, δεν κοιτάζαμε σε καθρέφτη αλλά σε κάποια εξιδανικευμένη κατάσταση, σε ένα συνεχώς ερχόμενο, αλλά πάντα απόν, μέλλον. 

Οι κάθε λογής τιμητές δεν άργησαν να μαζευτούν στην αυλή του ναού προκειμένου να συλλέξουν τα ψιχία των ψήφων, του ναρκισσισμού, της καταπιεσμένης και άνεργης ζωής και της τελευταίας κρατικής δημοσιότητας. Το κύκνειο άσμα πρέπει να τραγουδηθεί με επικό τρόπο. Το σύνθημα είναι πλέον η επανάσταση. Μέχρι για χούντες και ΥΕΝΕΔ φτάσαμε να ακούσουμε. Ότι η επταετία τάχα ήταν "παιδική χαρά" μπροστά σε αυτό που ζούμε σήμερα. Μακάρι ο καλός Θεός της Ελλάδας να προστατεύει τη χώρα από χούντες και δικτάτορες γιατί η εκείνη η παιδική χαρά ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Μη φτάνουμε να καταπίνουμε την κάμηλο. Αντιλαμβάνομαι πλήρως την οργή και την παρορμητική αντίδραση που ξεπηδά από διάφορες κοσμοθεωρίες. Όταν όμως σε ταΐζουν κουκιά, κουκιά λες.

video

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Σύρου 3

Στην Κατερίνα*

Η μεσαία αδελφή της μάνας μου ήταν η Πότα – απ’ το Παναγιώτα, έτσι τις λένε
τις Παναγιώτες στη Λακωνία, στην πατρίδα τους. Κοντά τριάντα πέντε χρόνια πια από τότε που έφυγε ξαφνικά και βίαια. Το Μάρτιο του ’79. Τη χτύπησε αυτοκίνητο τη θεία μου την ώρα που διέσχιζε τη λεωφόρο για να επιστρέψει στο σπίτι της μετά τους Χαιρετισμούς. Γύρω στις τρεις ώρες νωρίτερα είχε περάσει απ’ το σπίτι να πάρει τη μάνα μου, να πάνε μαζί στην εκκλησία. Διάβαζα τα μαθήματά μου στη μικρή βιβλιοθήκη που γινόταν και γραφειάκι. Ήλθε από πάνω μου, μου μίλησε, της μίλησα, με χάιδεψε στο κεφάλι κι έφυγε. Χαμογελαστή, όπως πάντα. Δεν την ξαναείδα. 

Η λεμονιά στην αυλή του σπιτιού της, μέσα στο μεγάλο βαρέλι κάτω από την κολόνα, έχει μείνει χαραγμένη μέσα μου. Όπως και τα υπέροχα πλακάκια στο σκεπαστό κομμάτι της αυλής. Όπως και το περιμετρικό παρτέρι της αυλής, με τα λουλούδια και το τεράστιο φύλλωμα με τα χωνάκια στη γωνία, δίπλα στην εξωτερική σκάλα για την ταράτσα. Εκεί που μαζεύονταν δεκάδες σφήκες, τρυπώνοντας μέσα στα κωνικά πορτοκαλί λουλούδια. Έτρεμα να πλησιάσω και η πρόσβαση στην ταράτσα γινόταν απαγορευτική. Βούιζε ο τόπος την άνοιξη και το παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχαν φυτέψει εκείνον το θεόρατο θάμνο ακριβώς πάνω στη σκάλα. Μα, εκείνοι πώς ανέβαιναν; Δεν φοβόντουσαν τα τσιμπήματα; Εγώ, κανα-δυο φορές που ανέβηκα, το τόλμησα υπό την προστασία του θείου μου - στον οποίο είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε όλα. 

Ό,τι έλεγε, πέρναγε μέσα μου χωρίς καμιά αμφισβήτηση. Και χωρίς φόβο, ενοχή, ή δεύτερη σκέψη. Πράγμα που διατηρήθηκε, μαζί με απεριόριστη εκτίμηση και αγάπη στο πρόσωπό του, μέχρι που έφυγε κι εκείνος από τη ζώη, πολλά-πολλά χρόνια μετά το '79. Ήμασταν καλή παρέα. Έμαθα πολλά πράγματα κοντά του. Ήταν ευρηματικότατος και ικανότατος σε οτιδήποτε με το οποίο καταπιανόταν. Από τη μελιτζανοσαλάτα που έφτιαχνε με περηφάνια μέχρι τις επιδιορθώσεις στο σπίτι αλλά και τις πολύ έντεχνες και λεπτοδουλεμένες μικροκατασκευές του.

Όταν ήμουν μικρός, τα καλοκαίρια στον Πλαταμώνα, όπου κυριολεκτικά «βουλιάζαμε» πάνω από ένα μήνα και οι δυο οικογένειες σε κάποιο δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα, κολυμπούσαμε μαζί. Σχεδόν δεν έμπαινε ο ένας χωρίς τον άλλο. Μια τέτοια μυστική συμφωνία υπήρχε μεταξύ μας. Με τα μαύρα βατραχοπέδιλα και τις μαύρες μάσκες με τους αναπνευστήρες στο χέρι, εκείνος να προχωρά μπροστά κι εγώ να ακολουθώ, καθώς σιγά-σιγά αρχίζαμε να βρεχόμαστε με το αλμυρό νερό. Παρατηρούσαμε τα ψάρια αλλά βγάζαμε και κοχύλια. Μεγάλα. Και είχε πολύ πλάκα γιατί έτσι όπως κολυμπούσαμε ψάχνοντας το βυθό, μόλις βλέπαμε κάποιο μεγάλο κοχύλι βουτάγαμε και οι δυο ταυτόχρονα σε έναν αγώνα κατάδυσης μέχρι κάτω. Άλλες φορές τον προλάβαινα, άλλες με προλάβαινε εκείνος. Μμμ, τώρα που το σκέφτομαι, δεν πολυθυμάμαι να είχε βγάλει πολλά ενόσω ήμασταν μαζί. Μάλλον με άφηνε να τα πιάσω πρώτος, δεν εξηγείται αλλιώς. Ήταν ψηλός και δυνατός, με κάτι τεράάάάάστια πέδιλα, που, μια να έδινε, θα έφτανε αμέσως στο κοχύλι. Αρκετά από εκείνα τα κοχύλια τα έχω ακόμα. Σε κάποια είχα γράψει και χρονολογία στο εσωτερικό τους - δεκαετία του '70. 

Άλλες πάλι φορές πηγαίναμε για σκουλήκι. Το χρησιμοποιούσε για δόλωμα στο ψάρεμα. Ήταν μεγάλος ψαράς. Πόσες και πόσες φορές θυμάμαι τον κουβά του γεμάτο μουρμούρες. Τόσες πολλές που, εκτός από εκείνες που τρώγαμε εμείς, έδινε και στον κυρ-Νίκο τον Κομματά για το μαγαζί του. Για το σκουλήκι πηγαίναμε το απόγευμα, όταν ο ήλιος έπαιρνε σιγά-σιγά να βασιλέψει. Εκεί που έσκαγε το κύμα και με την πλάτη στη θάλασσα, σκύβαμε ή γονατίζαμε στην άμμο και σκάβαμε με τα χέρια. Ανάμεσα στα χαλικάκια της ακροθαλασσιάς, βυθισμένα στη μουσκεμένη παραλία, βρίσκαμε χοντρά κόκκινα ή ψιλούτσικα καφέ σκουλήκια. Ο μπάρμπας μου τα έβαζε σε ένα κεσεδάκι με λίγο νερό για να διατηρηθούν μέχρι το βραδινό ψάρεμα ή τα κρατούσε στο ψυγείο για άλλη μέρα. Λίγο πριν σκοτεινιάσει, φεύγαμε.

Το ψάρεμά του ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία στα μάτια μου. Και ξέρω γιατί. Γιατί ποτέ δεν φώναζε και δεν διαλαλούσε την «πραμάτειά» του - όχι δηλαδή την ψαριά αλλά αυτό που έκανε, τον τρόπο που το έκανε. Τον απορροφούσε εντελώς η όλη διαδικασία και, έχω την παιδική εντύπωση, πως όλα γίνονταν στη σιωπή. Σε μια απέραντη και γαλήνια σιωπή, σαν κι αυτή που επικρατούσε στο βυθό των ψαριών. Γι' αυτό μου άρεσε. Δεν ήταν καθόλου κραυγαλέο το όλο γεγονός. Εγώ παρακολουθούσα εκστασιασμένος. Ψάρευε απ' έξω. Έριχνε πετονιά με το χέρι.
Κάθε φάση της διαδικασίας ήταν μαγική. Άνοιγε το ξύλινο
τρίποδο καρεκλάκι με το καταπληκτικό καφέ δερμάτινο κάθισμα, που στερεωνόταν στα τρία πόδια με μεγάλα χρυσαφένια καρφιά, ξετύλιγε τις πετονιές, διάλεγε αυτή που θα χρειαζόταν - ίσως και κάποιες αναπληρωματικές - και έβγαζε το κεσεδάκι με το δόλωμα. Όταν άκουγα το κλικ του τεράστιου κόκκινου φακού, καταλάβαινα πως είχε έλθει η ώρα να δολώσει. Η παραλία ξαφνικά φωτιζόταν έντονα σε εκείνο το σημείο, σαν παρατεταμένο σινιάλο. Στο δεύτερο κλικ όλα πάλι σκοτείνιαζαν. Τότε δεν είχε αγοράσει ακόμη εκείνο το διαστημικό καλάμι που πήρε αργότερα και έκανε την όλη διαδικασία του πετάγματος της πετονιάς παιχνίδι. Το άπλωμα της «μισινέζας»στην ακροθαλασσιά ήταν σπουδαία υπόθεση. Την ξετύλιγε βηματίζοντας αργά στο πλάι. Όταν θεωρούσε πως το μήκος ήταν πια αρκετό, άρχιζε να δολώνει. Και μετά γυρνούσε πάντα προς το μέρος μου για να μου πει να απομακρυνθώ και να προσέχω μην με χτυπήσει έτσι καθώς άρχιζε να την ανεμίζει σα λάσο για να την εκσφενδονίσει τόσο μακριά που σχεδόν χανόταν από τα μάτια μου. Κάθε φορά το ίδιο. Η αγωνία να δω μέσα στη νύχτα, όσο ήταν δυνατό, πού θα σκάσει το βαρίδι στην επιφάνεια της θάλασσας. Άλλοτε είχε φεγγάρι και άλλοτε η βραδιά φωτιζόταν κάπως από τα φώτα του χωριού. Πολλές φορές έχανα το σκάσιμο, δεν προλάβαινα ή δεν κατάφερνα να το διακρίνω στο σκοτάδι. Έπειτα την τραβούσε γρήγορα στην αρχή μερικά μέτρα προς τα έξω και μετά καθόταν στο καρεκλάκι με την πετονιά στο χέρι ή στεκόταν όρθιος προσπαθώντας να «ακούσει» το τσίμπημα των ψαριών στο χέρι του. Μετά από απροσδιόριστη κάθε φορά ώρα τον έβλεπα ξαφνικά να ταράζεται και να αρχίζει να τραβά την πετονιά με τρομακτική ταχύτητα. Ήταν η δεύτερη στιγμή αγωνίας. Θα είχε ψάρι στην άκρη;

Στην κορυφή λοιπόν της αυλής, κάτω από το παράθυρο της κουζίνας, βρισκόταν η βρύση με το χτιστό τσιμεντένιο πεζούλι γύρω-γύρω. Και στη συνέχεια ήταν η στριφογυριστή σκάλα για την «ταράτσα». Εκεί που ο θείος ο Νίκος είχε συνήθως ένα κυνηγόσκυλο. Θυμάμαι τον Ροκ και την Πέγκι. Καταπληκτικά σκυλιά και τα δυο και πανέξυπνα. Ράτσας πόιντερ, λαγωνικά όνομα και πράμα. 

Γιατί ήταν και κυνηγός. Κάποιες φορές είχα πάει κι εγώ μαζί του, με είχε πάρει στο καρτέρι της μπεκάτσας, στους πρόποδες του Κισσάβου. Τι στιγμές κι εκείνες… Έπρεπε να καθόμαστε ανακούρκουδα χωρίς να βγάζουμε ανάσα. Ήταν χειμώνας, γύρω στις πεντέμισι το απόγευμα, την ώρα που τα πουλιά κατά σμήνη άφηναν την πλαγιά του βουνού και κατέβαιναν να περάσουν τη νύχτα τους στην άκρη της θάλασσας. Βαθύ γκρίζο σούρουπο και ο καιρός σχεδόν χιονιάς τέτοια εποχή στη Θεσσαλία. Κρύο τσουχτερό και η μούρη του σκυλιού δίπλα μας να αχνίζει, περιμένοντας τον πυροβολισμό και την εντολή του αφεντικού του να χιμήξει. Μόλις τα πουλιά έφταναν σχεδόν από πάνω μας, άρχιζαν οι τουφεκιές των κυνηγών. Ομοβροντίες. Όσα λαβώνονταν έπεφταν στο χωράφι με τα ξερόχορτα και τους θάμνους, εκεί που ήμασταν κρυμμένοι εμείς. Τα σκυλιά ξεχύνονταν καταπάνω τους να τα αρπάξουν μέσα από τα χόρτα και να τα φέρουν στο αφεντικό τους. Συγκλονιστικές στιγμές. Το πέρασμα από την απόλυτη σιωπή και το «καρτέρι» στην ομοβροντία και στον πανικό των σκυλιών, που τσακώνονταν μεταξύ τους ποιο θα πρωτοαρπάξει το πουλί από το χώμα. Όλα γίνονταν και τέλειωναν μέσα σε λίγα λεπτά. Για αυτά τα λίγα λεπτά είχαμε κάνει όλη τη διαδρομή από τη Λάρισα μέχρις εκεί και είχαμε στηθεί βουβοί περιμένοντας τις μπεκάτσες. Έπειτα, αφού το πανηγύρι τελείωνε, οι κυνηγοί σηκώνονταν από τις θέσεις τους και άρχιζαν να κοκορεύονται ποιος πήρε τα περισσότερα πουλιά και τίνος το σκυλί είναι πιο άξιο. Πείραζαν ο ένας τον άλλο και σύγκριναν τη λεία τους. Πέρναγαν τα πουλιά στη ζώνη τους και τράβαγαν πια για τα αυτοκίνητα, που τα είχαν αφήσει δίπλα στο ρέμα, λίγο μακρύτερα, έτσι ώστε να μην κάνουν φασαρία την ώρα της άφιξής τους. Έλυναν τα δίκαννα και τις καραμπίνες και τα όπλα επέστρεφαν στις θήκες τους. Θα τα καθάριζαν πια στη Λάρισα, με την ησυχία τους, είτε όλοι μαζί παρέα πίνοντας τσίπουρο είτε ο καθένας στο σπίτι του, όπου θα εξιστορούσαν στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας άλλο ένα επιτυχημένο χειμωνιάτικο καρτέρι μπεκάτσας.


Το σπίτι λοιπόν της οδού Σύρου 3 είχε τρεις εισόδους. Μια κεντρική και δυο πλαϊνές – τη μια απέναντι από την άλλη. Η κεντρική οδηγούσε απευθείας στο σαλόνι, μέσα από ένα μικρό χωλάκι, και άνοιγε πάρα πολύ σπάνια. Ίσως μόνο στη γιορτή του θείου μου, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, τότε που γιόρταζε τη γιορτή του. Οι δυο πλαϊνές χρησιμοποιούνταν σχεδόν εξίσου. Η μια οδηγούσε στο δωμάτιο της εξαδέλφης μου, της Κατερίνας, ενώ η άλλη σε έβαζε στο καθιστικό, στο κύριο δωμάτιο του σπιτιού, εκεί όπου η οικογένεια πέρναγε σχεδόν όλες τις ώρες της. Εκεί ήταν και η τηλεόραση, Λέβε Όπτα παρακαλώ, που τα πρώτα χρόνια της τηλεόρασης στην Ελλάδα ήταν μεγάλη
μάρκα και ακριβή. Ήταν ακόμα το κεντρικό τραπέζι, η μεγάλη σερβάντα από παλιό ξύλο, με τα σερβίτσια και τις τράπουλες στο πάνω αριστερό συρτάρι, που έπαιρνα να παίζω κάθε φορά που πηγαίναμε, και η σόμπα. Κάτω από το παράθυρο απλωνόταν το μπαουλοντίβανο, εκεί όπου καθόταν η θεία μου και κένταγε, αλλά κι εμείς όταν πηγαίναμε να τους δούμε. Στο ίδιο δωμάτιο, πάνω από το μπαουλοντίβανο, η θεία μου είχε κρεμασμένη μια μικροσκοπική ξύλινη εταζερίτσα, όπου είχε δυο-τρία μπιχλιμπιδάκια –ανάμεσα σ’ αυτά κι ένα μικρό μπλε σιδερένιο αυτοκινητάκι φόρμουλα ένα, που το έπαιρνα κι έπαιζα πάντα όταν πηγαίναμε. Υπήρχαν και δυο εσωτερικές πόρτες. Η μια οδηγούσε στην κουζίνα –τη μεταγενέστερη κουζίνα, που την άνοιξε ο θείος μου σε συνέχεια του καθιστικού, αφού η παλιά ήταν στη θέση του μπαουλοντίβανου και το δωμάτιο λειτουργούσε αλλιώς και ίσως κάπως πιο στενόχωρα– και η άλλη έβγαζε σε ένα χωλάκι κι από εκεί στο μπάνιο. Πω, πω, τι κρύο μπάνιο ήταν
εκείνο, Χριστούλη μου... Δεν μπορείς να φανταστείς. Ευτυχώς μύριζε πάντα όμορφο σαπούνι και αυτό με παρηγορούσε όταν έμπαινα για την ανάγκη μου. Αλλά πάντα βιαζόμουνα να τελειώσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Θυμάμαι την αλυσιδίτσα που τράβαγα για το καζανάκι. Ήταν λεπτή, μακριά και όμορφη. Λιτή. Στην κορυφή, ψηλά στον τοίχο, υπήρχε και ένα μικρό παραθυράκι για αερισμό. Ο χειρισμός του ήταν καταπληκτικός. Γινόταν με ένα μακρύ σχοινάκι δεμένο στο χερούλι του. Βέβαια για να το ασφαλίσεις έπρεπε να ανεβείς πάνω στη μπανιέρα. Αλλά αυτά τα ύψη τα έφταναν μόνο οι μεγάλοι. Ήταν και το πλυντήριο μέσα, ένα Κάντι. 

Το χωλάκι πριν από την τουαλέτα είχε δεξιά και αριστερά άλλες δυο πόρτες. Η δεξιά ήταν μιας μικρής αποθηκούλας, όπου υπήρχαν ένα σωρό ράφια μέχρι το ταβάνι και όπου μπορούσες να βρεις ό,τι τράβαγε η ψυχή σου καθ’ ότι ο μπάρμπας μου ήταν κυριολεκτικά πολυτεχνίτης και μάλιστα ικανότατος σε όλα. Εκεί, ψηλά σε κάποιο ράφι, ήταν και το μικρό μαύρο ακορντεόν του, που έπαιζε στα νιάτα του όπως μου έλεγε. Το έπαιρνα κι εγώ που και που και ξεχνιόμουνα. Μια σταλιά ήταν, αλλά πραγματικό και με δερμάτινη φυσούνα. Η άλλη πόρτα, στα αριστερά, οδηγούσε στο πράσινο βελούδινο σαλόνι με τα κρόσσια. Πίνακες στους τοίχους, ένα μεγάλο αμπαζούρ σε μια γωνιά, πολυέλαιοι κρυστάλλινοι. Το χειμώνα στο δάπεδο ήταν στρωμένο ένα χοντρό χαλί και κάθε φορά που πέρναγα
από εκείνο το δωμάτιο νόμιζα πως ήταν απόλυτα μονωμένο από τον έξω κόσμο. Τέτοια αίσθηση μου έδιναν όλα αυτά τα βαριά και πομπώδη έπιπλα σε συνδυασμό με τα κλειστά παράθυρα και τη μυρωδιά του χοντρού βελούδου και του χαλιού. Σαν να έμπαινες σε ένα πυκνό δάσος - στο Σέργουντ; Ήταν, βλέπεις, κι εκείνο το πράσινο χρώμα που βοηθούσε σε αυτή τη φαντασίωση. Ελάχιστες φορές μπαίναμε εκεί μέσα. Το χειμώνα όμως το διασχίζαμε για να προχωρήσουμε στο δωμάτιο της εξαδέλφης μου ή στην κρεβατοκάμαρα των θειων μου. Προτιμούσαμε την εσωτερική διαδρομή του σπιτιού από τον πλακόστρωτο διάδρομο της αυλής γιατί είχε τρομακτικό κρύο στη Λάρισα εκείνα τα χρόνια. 

Τέτοιου τύπου ήταν το μεγάλο ράδιο
Και πηγαίναμε συχνά, πολύ συχνά. Ήταν δεμένες οι δυο αδελφές. Κι εμείς, τα ξαδέλφια -σαν αδέλφια. Θυμάμαι να καθόμαστε οι τρεις μας, η αδελφή μου, η ξαδέλφη μου κι εγώ, στο δωμάτιο της Κατερίνας, και να «παίζουμε» Σουρή διαβάζοντάς τον από τα Άπαντά του. Μεγάλες στιγμές και πολύ γέλιο. Ξεκαρδιζόμασταν. Παίζαμε πολύ σοβαρά. Καμιά φορά μας άκουγαν η θεία μου και η μάνα μου από την τραπεζαρία και έρχονταν απορημένες που φωνάζαμε τόσο... Στο δωμάτιό της η ξαδέλφη μου είχε επίσης ένα τεράστιο ραδιόφωνο με ξύλο λάκα απ’ έξω κι ένα σωρό κουμπιά μπροστά - μεγάλα και λευκά, αλαβάστρινα. Στην πολύ μεγάλη οθόνη του έγραφε όλες τις πόλεις του κόσμου και πάντα πίστευα ότι μπορούμε να πιάσουμε όλους εκείνους τους σταθμούς και να ακούσουμε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Καθόμουν μπροστά σε εκείνη τη μαύρη οθόνη με τα πορτοκαλί γράμματα και χανόμουνα ταξιδεύοντας σε χάρτες και ηπείρους. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μα, τι ράδιο ήταν εκείνο; Φάνταζε να έχει υπερφυσικές ικανότητες. Δεν έπιανε μόνο τη θεία Λένα και τη γιαγιά Αννούσκα. Τι Λουξεμβούργο θυμάμαι, τι Γερμανία, τι Αμερική, τα πάντα. Ίσως ακούγαμε και Ντόιτσε Βέλε επί χούντας, δε θυμάμαι. Βέβαια. Τα δυο μεγάλα στρογγυλά κουμπιά γύριζαν γρήγορα αλλά η βελόνα προχωρούσε πολύ, μα πολύ, αργά. Άλλο παράξενο κι αυτό. Α! Και το τεράστιο εκείνο ράδιο ήθελε μερικά λεπτά για να ζεσταθεί πριν αρχίσει να συντονίζεται και να βγάζει ήχο -βλέπεις λειτουργούσε με λάμπες και όχι με τρανζίστορ... Στο σπίτι της Σύρου 3, που, όπως καταλαβαίνει κανείς πια, έμοιαζε λίγο με την Ντίσνεϊλαντ της παιδικής μου ηλικίας, υπήρξαν κατά καιρούς και κάποια φορητά ράδια. Εκείνα βρίσκονταν στην τραπεζαρία, πάνω στη σερβάντα. Μου έκαναν πάντα
Ένα από τα ράδια ήταν τέτοιο ακριβώς.

εντύπωση. Ήταν μοντέρνα και με χίλια-δυο κόλπα. Κασέτες, εγγραφές από το ράδιο, εξωτερική εγγραφή -μα, πάνω απ' όλα, γνώση όλων αυτών. Πράγματα αδιανόητα δυστυχώς στο δικό μας σπίτι. Η δίψα μου για τεχνολογία, τεχνογνωσία και μαστοριά έβρισκε ανταπόκριση. Το είχα αυτό από τη μέρα που γεννήθηκα. Μου άρεσε η τεχνολογία, μου άρεσε να μαθαίνω και να επιδιορθώνω αυτά που μου άρεσαν και με ενδιέφεραν. Έτσι κατάφερα στη μετέπειτα ζωή μου να κάνω πολλές δουλειές στα σπίτια μου. Να βάφω, να διορθώνω υδραυλικά, ηλεκτρικά (κατά κόρον), ηλεκτρονικά, και τόσα άλλα πράγματα. Και ο θείος μου τροφοδοτούσε αυτήν την τάση μου. Με ενέπνεε γιατί ασχολιόταν κι εκείνος με όλα. Τον θυμάμαι να μαστορεύει διαρκώς. Συνέχεια κάποια δουλειά υπήρχε ανοιχτή, που έπρεπε να τελειώσει -και τελείωνε. Μέχρι και την καινούργια κουζίνα νομίζω εκείνος την άνοιξε στη συνέχεια της τραπεζαρίας. Να μην ξεχάσω, στο δωμάτιο της Κατερίνας ήταν και η τεράστια βιβλιοθήκη της, που πήραμε κι εμείς αργότερα ίδια, όπως και το κρεβάτι και το κομοδίνο της – κι απ’ αυτά πήραμε κι εμείς. 

Δίπλα στο δωμάτιό της ήταν η κρεβατοκάμαρα των θείων μου. Τα δυο δωμάτια χωρίζονταν με μια ξύλινη δίφυλλη (ή τετράφυλλη;) πόρτα. Στην κρεβατοκάμαρα ήταν η ξύλινη, τριανταφυλλί ντουλάπα με τα υπέροχα διάφανα χερούλια και εκείνο το υπέροχο φωτιστικό-ροζ κρεμαστή πλαφονιέρα σε σχήμα τεράστιου ανοιχτού λουλουδιού. Οι λάμπες μου έκαναν πάντα εντύπωση γιατί, αν θυμάμαι καλά, ήταν τοποθετημένες «ξαπλωτά» μέσα στο φωτιστικό, από την πάνω μεριά του. Καμιά φορά, όταν ο μπάρμπας μου πήγαινε για κυνήγι ή για ψάρεμα μακριά και θα έλειπε βράδυ από το σπίτι, πήγαινα και κοιμόμουν στη θεία μου. Ωραία ήταν. Μου μίλαγε τρυφερά, μου έλεγε ιστορίες, με χάιδευε και με έπαιρνε ο ύπνος γλυκά-γλυκά. Δεύτερη μάνα την είχα. Τι δεύτερη, κάποιες φορές την ένιωθα πρώτη γιατί η δικιά μου ήταν πολύ άγρια ώρες-ώρες. (Γενικώς ήταν υστερική και απίστευτα ψυχαναγκαστική. Έχω απειληθεί με βαρύ κρυστάλλινο τασάκι, μετά από κάποια μπαγαποντιά που σίγουρα είχα κανει, και ευτυχώς παρενέβη η γιαγιά μου και κυριολεκτικά με έσωσε. Τι να λέμε τώρα -και να 'ταν μόνο αυτό...)

Αλλά η θεία μου δεν ήταν έτσι, δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Η γλύκα και η τρυφερότητα ξεχείλιζαν από παντού. Δεν ξέρω, ίσως αυτό οφειλόταν και στο γεγονός ότι είχε χάσει ένα αγοράκι λίγο μετά τη γέννα και μάλλον είχε αποκτήσει υπερευαισθησία με τα αγόρια. Τέλος πάντων, είναι στον άνθρωπο. Ήταν γλυκός άνθρωπος - όχι σαν την άλλη, το Γιαγκούλα... Αλλά την έχασα νωρίς, που να πάρει. Και χάθηκε εκείνη η αίσθηση του γλυκού και της καραμέλας, του παιχνιδιού και της ζεστασιάς, που ένιωθα για εκείνο το σπίτι. Το απαλό χνούδι του χαμόγελου σκλήρυνε και πάγωσε στις 9 Μαρτίου του 1979. Ανυπολόγιστο -όπως διαπίστωσα τα κατοπινά χρόνια- σοκ και βαθιά πληγή στην παιδική χαρά μου, που με ακολούθησε σε όλη τη ζωή μου σαν σκιά.

Πίσω στο σπίτι όμως. Η κρεβατοκάμαρα με τη ρομαντική πλαφονιέρα, όπως ακριβώς και το δωμάτιο της Κατερίνας, είχαν από ένα παράθυρο στο δρόμο, στη Σύρου, στο στενό δρομάκι που χώραγε τόσους και τόσους ανθρώπους, τόσες και τόσες μικρές οικογένειες, τόσα και τόσα όνειρα και ανθρώπινες στιγμές. 

Εκείνα τα χρόνια τα αυτοκίνητα ήταν λίγα. Πόσο περισσότερο σε μια γειτονιά σαν τη Νεράιδα, όπου ο κόσμος ήταν σχετικά μεσαίου και χαμηλού βιοτικού επιπέδου, μεροκαματιάρηδες και βιοπαλαιστές. Ο μπάρμπας μου ήταν από τους πολύ λίγους που είχαν αυτοκίνητο από τα μέσα του ’60 σχεδόν. Ένα κρεμ Ώστιν 1100 με αριθμό Λρ 226268, που το πάρκαρε πάντα στη γωνία απέναντι από το σπίτι.
Ήταν η θέση του και δεν υπήρχε
περίπτωση να το παρκάρει αλλού ή να παρκάρει εκεί κάποιος άλλος το αυτοκίνητό του αφού η θέση ήταν κατοχυρωμένη, δική του. Ο καθένας είχε τη θέση του. Άντε να υπήρχαν άλλα δυο αυτοκίνητα στη γειτονιά κι έτσι δεν υπήρχε πρόβλημα παρκαρίσματος. Και ήταν τόσο ξεχωριστός ο ήχος του κάθε αυτοκινήτου που δεν ξεχώριζες αν ήταν το αυτοκίνητο που άκουγες ή η φωνή του κατόχου του. Τόσο πολύ ταυτιζόταν ο ιδιοκτήτης μαζί του.

Και τι δεν είχε αυτό το αυτοκίνητο στο πορτ-μπαγκάζ του. Σύνεργα για το κυνήγι, σύνεργα ψαρικής, το μικρό τρίποδο ξύλινο καρεκλάκι του μπάρμπα
μου με το δερμάτινο κάθισμα, τα καλάμια που έστηνε στην άκρη στην παραλία, με τα κουδουνάκια, για να τον ειδοποιούν ότι πιάστηκε ψάρι, το μεγάλο κόκκινο φακό για το δόλωμα, σακούλες, σακουλίτσες και ό,τι φανταζόταν το μυαλό ενός μικρού παιδιού. Ένας θησαυρός ανεξερεύνητος, που μύριζε τόσο ξεχωριστά, κάτι μεταξύ θάλασσας και δέρματος. Μπορούσες να μπεις μέσα και να μείνεις εκεί. Μες στην αρμύρα που αγκάλιαζε τα πάντα. Νόμιζες ότι ήσουνα μέσα σε βάρκα και ότι αν άπλωνες το χέρι σου θα βρεχόταν. 

Άλλες στιγμές, άλλες εποχές, άλλες εικόνες στη φαντασία ενός παιδιού. Τότε που όλα έμοιαζαν να έχουν το χρώμα της πλαφονιέρας της κρεβατοκάμαρας. Τότε που οι ήχοι από τις φωνές των μεγάλων φτιάχνανε ένα πέπλο προστασίας γύρω μας. Άλλες εποχές, ανυποψίαστες. Έκλεινες τα μάτια κι εμπιστευόσουν εκείνον που σου άπλωνε το χέρι. Γιατί, όπου κι αν σε πήγαινε, ήθελες να πιστεύεις πως θα ήταν όμορφα και μαγικά. 

Τουλάχιστον τόσο μαγικά όσο κι εκείνη η Πρωτοχρονιά του ’70 ή ’71 στο σπίτι μας, όταν ο θείος ο Νίκος μου είχε φέρει ένα σκασμό δώρα, με πιο εντυπωσιακό ένα άσπρο κοκάλινο κουρδιστό σκυλάκι που καθόταν στα πίσω του πόδια και χτύπαγε με τα δυο μπροστινά ένα ταμπούρλο δεμένο οριζόντια στην κοιλιά του. Είχε και μια κόκκινη κορδέλα στο λαιμό και ήταν πολύ αστείο. Το κούρδιζα συνέχεια για να το βλέπω να παίζει. 

Θυμάμαι και το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που βλέπαμε στο σπίτι τους. Τη χρονιά του «Αν ήμουν πλούσιος» αλλά και αργότερα, τον Τώνη Βαβάτσικο, για τον οποίο ο μπάρμπας μου στοιχημάτιζε ότι θα κέρδιζε –όπως κι έγινε τελικά. Αυτός λοιπόν ο τραγουδιστής ήταν ένας μεγάλος κύριος που μόνο με τραγουδιστή της εποχής δεν έμοιαζε. Ο θείος ο Νίκος έλεγε ότι ήταν μεγάλος και σοβαρός
καλλιτέχνης της εποχής του και για να αποφασίσει να
κατεβεί αυτός στο φεστιβάλ πάει να πει ότι θα κέρδιζε σίγουρα. Ήταν Βολιώτης ο Βαβάτσικος και ο θείος μου -βέρος Λαρισαίος- τον ήξερε καλά από χρόνια. Τι σιγουριά κι αυτή! Μου φαινόταν τελείως αλλόκοτο να κερδίσει εκείνος ο κυριούλης. Κι όμως, το θαύμα έγινε και κέρδισε. Και ποιος να μαζέψει το μπάρμπα μου μετά. Σας τα ’λεγα, δεν σας τα ’λεγα; Και τα τοιαύτα. Πάντως είχε δίκιο. Το τραγούδι ήταν πραγματικά ωραίο. Ήταν τουλάχιστον δυο κλάσεις πάνω από τα υπόλοιπα. Αφού κι εμείς, που ήμασταν παιδιά και ήταν αναμενόμενο να υποστηρίζουμε Δάκηδες, Μάκηδες, Σάκηδες, κλπ., κλπ., αντιληφθήκαμε αμέσως ότι το εν λόγω άσμα -αν και με έναν τίτλο σιδηρόδρομο: «Ποιος να ξέρει στο βλέμμα του πίσω τι κρύβει ο Θεός για μας»- ήταν εκτός συναγωνισμού. Βγήκε ο Βαβάτσικος να τραγουδήσει και από την ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης νιώσαμε τον ηλεκτρισμό που πρέπει να διαπερνούσε εκείνα τα λεπτά όλον τον κόσμο που παρακολουθούσε ζωντανά μέσα στην αίθουσα.

Πολλά κυριακάτικα μεσημέρια τα περνάγαμε μαζί οι δυο οικογένειες. Είτε στο σπίτι τους είτε στο δικό μας. Μαζευόμαστε από νωρίς, πριν το φαγητό, οι αδελφές τα λέγανε, εμείς τα ξαδέλφια παίζαμε και οι πατεράδες έρχονταν συνήθως λίγο αργότερα. Αφού τρώγαμε, ακολουθούσε σχεδόν πάντα η πρόταση του θείου του Νίκου για «ραβανί από τον Κωνσταντινίδη». Γινότανε πανικός. Ξεσηκωνόμασταν όλοι σαν τρελοί και θέλαμε να τον συνοδέψουμε μέχρι την Βασιλέως Κωνσταντίνου, στο μαγαζί. Να δούμε τις τεράστις γυάλινες βιτρίνεςμε
εκείνα τα θεσπέσια γλυκά που σου έγνεφαν από μέσα κι εσύ δεν ήξερες ποιο απ’ όλα να διαλέξεις. Επειδή όμως αυτό το έργο είχε παιχτεί αμέτρητες Κυριακές, ήξερες ότι είσαι εκεί για το ραβανί και μόνο για το ραβανί. Γιατί αυτό ήταν το καλύτερό του. εκεί έβαζαν όλη τους τη μαεστρία και την τέχνη και συνδύαζαν ένα σωρό γλυκά σε εκείνο το κεσεδάκι. Γιατί είχε παντεσπάνι με πολύ σιρόπι, καρύδι και κρέμα σαντιγί, που η αφιλότιμη ήταν αφρός. Από πάνω είχε πάλι καρύδι τριμμένο. Όλο αυτό το παρασκεύασμα βρισκόταν μέσα σε ένα αλουμινένιο μακρόστενο κεσεδάκι, που όταν το έπαιρνες στα χέρια σου έτρεμες από τη λιγούρα. Επιστροφή στο σπίτι, άνοιγμα του κουτιού επάνω στο τραπέζι και μοίρασμα των γλυκών, που δεν ήθελαν πιατάκια παρά μόνο κουταλάκια. Στο σπίτι της θείας μου τρώγαμε συνήθως με κάτι στρόγγυλα κουταλάκια -πολύ παιχνιδιάρικα- που τα μοίραζε η Shell όταν έβαζες βενζίνη στο αυτοκίνητο. Ο θείος μου έβαζε πάντα Shell ενώ ο πατέρας μου Mobil. Και βούταγες μέχρι τον πάτο στο παντεσπάνι για να μη χάσεις ούτε σταγόνα από το υπέροχο σιρόπι του. Καμιά φορά οι μεγάλοι δεν έτρωγαν όλο το γλυκό τους – είτε γιατί φούσκωναν είτε για να το φάμε εμείς –κι έτσι με θυμάμαι να έχω φάει ουκ ολίγα μισά ραβανί εκτός από το δικό μου, που είχα ήδη καταβροχθίσει σα μανιακός.
 
Τα καλοκαίρια με την αφόρητη ζέστη του κάμπου πολλές φορές ξεκινούσαμε με τη μάνα μου και την αδελφή μου να πάμε στη θεία μου. Ήταν απογευματάκι και ο ήλιος είχε ακόμη αρκετό δρόμο μέχρι να δύσει. Καθόμασταν όσο καθόμασταν -συνήθως μέχρι που βράδιαζε αρκετά- και κάποια στιγμή φεύγαμε για να επιστρέψουμε στο σπίτι μας. Ένα από τα «παιχνίδια» που παίζαμε με την αδελφή
μου εκείνα τα βράδια ήταν να κλείνει ο ένας τα μάτια του σε
όλη τη διαδρομή, ή σε ένα μέρος της και στο υπόλοιπο ο άλλος, και ο άλλος να τον οδηγεί στα τυφλά. Ήταν αρκετά άβολη η κατάσταση γιατί ετίθετο θέμα εμπιστοσύνης στον οδηγό σου. Βρε, ας ήταν αδελφός σου, είχε μια άγρια ανατριχίλα η τυφλή νυχτερινή διαδρομή μέσα από τα στενάκια της Λάρισας. Κάπου είκοσι λεπτά, αν θυμάμαι καλά, χρειαζόμασταν από το σπίτι της Σύρου 3 μέχρι την Βασιλίσσης Σοφίας 99. Δεν ήταν και λίγο. Θυμάμαι πως όταν έκλεινα εγώ τα μάτια, έκλεβα μισανοίγοντάς τα κάποιες στιγμές. Και όταν πια ένιωθα πως φτάνω στα όρια των αντοχών μου, ίδρωνα, φούσκωνα-ξεφούσκωνα, αλλά δεν ήθελα να πέσει κι ο εγωισμός μου. Συνήθως τα παράταγα πολύ πριν φτάσουμε στο σπίτι και το παιχνίδι μετατρεπόταν σε έναν ανελέητο καβγά με την αδελφή μου, αφού έπρεπε να βγω κι από πάνω. 

Γράφω και μετά διαβάζω αυτά που γράφω, συνειδητοποιώντας πόσα περισσότερα πράγματα αναφέρω για το θείο μου και πόσα λιγότερα για τη θεία μου. Έτσι είναι όμως. Έτσι έπρεπε να είναι. Οι δυο τους ήταν, σε κάποιο βαθμό, πρότυπα και υποκατάστατα γονέων για μένα -βλέπεις είχα πολύ δύσκολους και ιδιόρρυθμους γονείς και σε εκείνο το σπίτι της Σύρου 3 η προσωπικότητα και ο ψυχισμός μου έβρισκαν απάγκιο και σιγουριά. Άφεση, ξεκούραση και κατανόηση, σιωπηλή αποδοχή. Δίπλα στο θείο το Νίκο, πρότυπο δασκάλου στα μάτια μου όσον αφορά στην «τρέχουσα» πλευρά της ζωής, ανακάλυψα χίλια-δυο μυστικά, και γνωρίστηκα με το ψάρεμα, το κυνήγι, τη σχέση με τα ζώα, τη μουσική (το μικρό ακορντεόν και το φεστιβάλ), τις επιδιορθώσεις και τις κατασκευές -ακόμη και με τη μαγειρική. Αυτά δηλαδή που δέιχνει και μαθαίνει ένας πατέρας στο γιο του, αφού θεωρώ πως ο δικός μου πατέρας ήταν πολύ απασχολημένος με τον εαυτό του και δεν ασχολήθηκε με τα παιδιά του. Για τη θεία μου, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε την έμπνευση αυτού του κειμένου -γιατί εκείνη βρίσκεται πίσω από κάθε λέξη εδώ μέσα-, δεν λέω τόσα πολλά. Μα, όλα εκείνα που έπαιρνα από εκείνη, που αντάλλασσα μαζί της, ήταν τα αόρατα. Εκείνα που αιωρούνται στον αέρα και ταξιδεύουν από καρδιά σε καρδιά, από ψυχή σε ψυχή. Η θηλυκή πλευρά της ζωής. Ε, αυτά δεν γράφονται. Αυτά βιώνονται. Ένα παντοτινό κελάηδισμα μέσα στα αφτιά μου, στην καρδιά μου και στη ζωή μου. Ένα χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη μου σαν καθρέφτης. Δεν ξανάπα τη λέξη «θεία» στη ζωή μου από τότε. Και, όταν αναγκαστικά την είπα σε κάποια άλλα πρόσωπα, ποτέ δεν ένιωσα εκείνη την οικειότητα και τη ζεστασιά που ένιωθα κοντά της. Η λέξη ηχούσε ξένη και παράταιρη. Έπεφτε στο κενό. Γιατί εκείνη την αγαπούσα και ένιωθα τόσο έντονα και τη δική της την αγάπη να φτάνει σε μένα.

 
Ξέρω πολύ καλά τις ιδιαιτερότητες που είχε, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε -τις αδυναμίες της. Οι συγκεκριμένες αδυναμίες όμως, όπως λέει και ο Διονύσης Σαββόπουλος, είναι που κάνουν έναν άνθρωπο ενδιαφέροντα. Τι να τις κάνεις τις επίπεδες ή τις ψυχωτικές προσωπικότητες; Δεν είναι ότι δεν έχουν ενδιαφέρον. Έχουν, αλλα μάλλον επιστημονικό, όχι ανθρώπινο. Γιατί μπορεί να φτάσουν να γίνουν μέχρι και επικίνδυνες για ένα μικρό παιδί. 

Ήταν πρότυπο μάνας για μένα. Ένιωθα αποκούμπι και πλήρη αποδοχή κοντά της. Και μου έλειψε τα κατοπινά χρόνια. Πάντα τη σκεφτόμουνα. Και τώρα που τα γράφω αυτά, πάλι βουρκώνω.


*Το κείμενο είναι αφιερωμένο στην ξαδέλφη μου αλλά απευθύνεται στα πολλά παιδιά που έκανε. Έτσι θα έχουν ακόμη μια πηγή πληροφοριών για το περιβάλλον της παιδικής ζωής της μητέρας τους αλλά και για τη γιαγιά και τον παππού τους. Τότε που οι αυλές των σπιτιών ήταν ζωντανές, τα λουλούδια μύριζαν έντονα, και οι άνθρωποι, όταν σουρούπωνε, έβγαιναν και κάθονταν στο σκαλί της αυλόπορτας μαζί με τους γείτονες για να υποδεχθούνε τη νύχτα.