Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Κωνσταντίνος Καβάφης - Θάλασσα του πρωιού

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· 

όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.


Ένας τρισμέγιστος ποιητής. Μια φλογισμένη ψυχή που έκαιγε και καιγόταν ταυτόχρονα. Μια ερεθισμένη ματιά στον κόσμο και μια πυρακτωμένη πορεία ζωής. 
Ακολουθεί η μελοποίηση του ποιήματος από τον Δήμο Μούτση με την υπέροχη, υποβλητική και ευαίσθητη ερμηνεία του Χρήστου Λεττονού. Έργο "Τετραλογία" (1975). 
Άλλες στιγμές σπαρακτικός και άλλες επικός, ο Δήμος Μούτσης ενώνεται σχεδόν υπερκόσμια με τον Μεγάλο Αλεξανδρινό.

video 

Η ποίηση δεν αντέχει σε σχόλια. Δεν αναλύεται. Συμφωνείται με σιωπηλές ματιές και ψυχές ανοιχτές διάπλατα. Εξάλλου, ο Αλεξανδρινός βρίσκεται στο πάνθεο των μεγαλύτερων - διαχρονικά και παγκόσμια - ποιητών. 
Αλλά, ενοχλούσε. Και τα "βραβεία" τα έλαβαν άλλοι. Δεν πειράζει. Δεν έζησε για βραβεία -αστεία πράγματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν γίνεται να γράψω περισσότερα για τον Κωνσταντίνο Καβάφη. 
Δεν μπορώ. Δεν γίνεται. 
Είναι τόσο ξεκάθαρος, σχεδόν διάφανος.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ernesto "Che" Guevara


Πρόκειται για την πιο διάσημη φωτογραφία, το διασημότερο σύμβολο που υπάρχει. Είναι γνωστό. Θα ήθελα όμως να μιλήσω λίγο για αυτήν την εικόνα, αυτή τη σημαία, αυτόν τον άνθρωπο τελικά, που συντρόφεψε, συντροφεύει και θα συντροφεύει - μάλλον πάντα - τις ανήσυχες και επαναστατημένες στιγμές της ψυχής κάθε ανθρώπου. Τη μορφή που θα εμψυχώνει τις στιγμές έξαρσης της ύπαρξης, τις στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος δεν χωρά στα στενά του, φθαρτά περιθώρια και θέλει να χυμήξει στο άπειρο.

Ο Τσε, από τις φωτογραφίες και τα φιλμάκια που έχουν σωθεί, δείχνει ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Το ότι ήταν όμορφος δεν νομίζω πως είναι θέμα προς διαπραγμάτευση - ήταν σαν ζωγραφιά. Όταν μιλούσε, ακόμη κι όταν άστραφτε και βρόνταγε, τα μάτια του ήταν χαμογελαστά. Έβλεπαν, άκουγαν και ταυτόχρονα σκέφτονταν. Ακόμη και μέσα από την κάμερα, που δεν ήταν επιλογή του αλλά απλώς βρισκόταν εκεί για να αποτυπώσει τον εκπρόσωπο μιας χώρας με ιδιαιτερότητες, νιώθεις να σε ακτινογραφεί με το βλέμμα του. Όσοι στάθηκαν απέναντί του θα πρέπει να ένιωσαν αρκετή αμηχανία τις στιγμές στις οποίες δεν ήταν αληθινοί και ειλικρινείς. Και αυτήν την αίσθηση την εισπράττω εντελώς ελεύθερα και αυθόρμητα, χωρίς κανενός είδους προβολή στο πρόσωπό του.

Ο Τσε έφυγε από την Αργεντινή του με μια μηχανή και γύρισε όλη τη Λατινική Αμερική, γινόμενος έτσι μάρτυρας της πείνας, της ανέχειας και των συνεχιζόμενων ασθενειών των συνανθρώπων του. Σταμάτησε για κάποιο διάστημα στη Γουατεμάλα και τελικά έφτασε στην Κούβα, όπου εκπαίδευσε τους αντάρτες που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο του Κόλπου των Χοίρων. Έφτασε να γίνει μέχρι και υπουργός βιομηχανίας του νέου καθεστώτος και ταξίδεψε σχεδόν σε όλον τον κόσμο. Αργότερα κατέληξε στη Βολιβία, θέλοντας πάλι να δώσει ώθηση στον αγώνα των ανθρώπινων ψυχών. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ είχε πει, μετά τη συνάντησή τους, ότι ο Τσε ήταν "ο πληρέστερος άνθρωπος της εποχής του". Το τέλος του είναι γνωστό. Φρικτό και μακάβριο από τα λερωμένα χέρια της CIA.

Θυμάμαι την κόκκινη σημαία με τη μορφή του, κρεμασμένη στη μέση του μαγαζιού του Γιώργου, στη Νίσυρο. Να αιωρείται χωρίς να ακουμπά πουθενά. Και, επειδή στο νησί συνήθως φυσάει, η σημαία δεν είχε ησυχία, κυμάτιζε ασταμάτητα. Όταν την είδα, την πρώτη φορά που μπήκα στο μαγαζί, λαχτάρησα. Πήρα βαθιά ανάσα για να την κοιτάξω καλύτερα. Γυρνάω και ρωτάω το Γιώργο με το βλέμμα μου: ο Τσέ, γιατί; Ε, άσ' τον αυτόν, μου απαντά κουνώντας το χέρι του, σαν να ήθελε να μου πει πως μερικά πράγματα δεν συζητιούνται, απλώς τα νιώθουμε - αν τα νιώθουμε. Κατάλαβα, δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει. Από τότε με το Γιώργο αποκτήσαμε μια ιδιαίτερη σχέση σιωπηρής επικοινωνίας και συνωμοτικών χαμόγελων, που όμως έλεγαν πάρα πολλά. Λες και οι ψυχές μας είχαν δώσει τα χέρια πάνω από το πρόσωπο της αγαπημένης μορφής και είχαν συναποφασίσει ότι είναι συγγενείς.

Μετά από τρία χρόνια είχα πια τελειώσει το σπίτι μου και ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να κατέβω ένα πρωί στο Μοναστηράκι για να βρω και να αγοράσω το κόκκινο πανί που μου είχε κόψει την ανάσα. Το βρήκα, εύκολα βέβαια. Και όταν γύρισα στο σπίτι το κρέμασα στο μεγάλο τοίχο της σκάλας. Είναι πάντα εκεί, εδώ και δέκα χρόνια, με ένα σποτ από πάνω - το φως της σκάλας που οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Έτσι, κάθε βράδυ, πριν τον ύπνο, και κάθε πρωί, μόλις ανοίξω τα μάτια, τον βλέπω να ατενίζει το άπειρο. Αρκετές φορές του μιλάω και αποκρίνεται. Συζητάμε. Προσπαθώντας να απαντήσω στα διάφορα ερωτήματα της ζωής, πολλές φορές αλλάξαμε θέσεις και άκουσα τη γνώμη του. Τι θα μου έλεγε άραγε αν άκουγε πραγματικά; Θέλοντας συνειδητά να υιοθετήσω την πλέον ριζοσπαστική προοπτική, έπαιρνα τη θέση του και στο στόμα μου έρχονταν οι πιο ακραίες απόψεις, εκείνες που με ξεβόλευαν εντελώς και που, σε αντίθετη περίπτωση, οι παγιωμένες θεωρίες και οι τρόποι μου, δεν θα μου επέτρεπαν ούτε καν να τις διανοηθώ. Όχι μόνο του επέτρεπα, αλλά τον ωθούσα να με προκαλεί και να μου εναντιώνεται. Να με σπρώχνει μπροστά, ή τουλάχιστον, να με μετακινεί από τη θέση μου. 

Το έβλεπα σαν παιχνίδι. Ήμουν εγώ κι ένα κομμάτι πανί. Ήμουν κι εγώ ένα κομμάτι πανί. Που δεν είχε μιλιά, σάρκα και οστά - τίποτα. Κι όμως, ήταν σαν μια τεράστια, κατακκόκινη φωτισμένη συνείδηση που αλληλεπιδρούσε μαζί μου. Στα δύσκολα χρόνια ήταν - και είναι - πάντα εκεί. Πάρα πολλές φορές έχω καθίσει ακριβώς από κάτω του, στο ξύλινο περβάζι που υπάρχει μπροστά στον πανύψηλο τοίχο, κρατώντας στα χέρια μου την κιθάρα. Έχω στριμωχτεί στην κόγχη και έχω τραγουδήσει ή έχω απλώς παίξει σκόρπιες μελωδίες. Λες και ψέλνω. Σαν λειτουργία στον Τσε, που με βοηθά να λειτουργώ εγώ. Κι όμως, ποτέ μέχρι αυτή τη στιγμή που γράφω, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι έκανα. Ότι όλη αυτή η πράξη είχε μια τέτοια πλευρά και χροιά. Εξάλλου, τι άλλο είναι ο Τσε παρά μια ατελείωτη έμπνευση; Μια έμπνευση για τα πάντα. Η δυνατότητα να αρθρώσεις το πιο μύχιο όνειρό σου, την πιο αβάσταχτη ανάγκη σου και την πιο ελεύθερη έκφρασή σου. Αλλά ταυτόχρονα και η πιθανότητα όλα αυτά - κι ακόμη περισσότερα - να πραγματοποιηθούν και να μην παραμείνουν απλές ουτοπίες. Αυτό είναι ο Τσε. Η ψυχή που ορθώνει το ανάστημά της. Στην καθημερινότητα, στη δουλειά, στη μοίρα, παντού.

Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου να βάλω κάτι άλλο σε αυτόν τον τοίχο. Είναι όλος δικός του. Για να συνδέει, να ενώνει τον κάτω με τον επάνω κόσμο. Τον κόσμο της πραγματικότητας με τον κόσμο του ονείρου. Τη γη, το χώμα, με τον ουρανό και τα σύννεφα. Για να πηγαίνω να τον βρίσκω κάθε νύχτα που ανεβαίνω να κοιμηθώ και να έρχεται να μου μιλά στο όνειρο. Και να τον αποχαιρετώ κάθε πρωί για να κατέβω να ζήσω. Κι εκείνος να παραμένει στα ψηλά - ίδιος όνειρο.

Μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τι λένε οι όψιμοι τιμητές του. Θα τον βλέπουν να μιλά για την τότε Σοβιετική Ένωση, εξυμνώντας τα επιτεύγματά της, και θα δηλώνουν πως ανατριχιάζουν, θεωρώντας πως δικαιώθηκαν από τα χρόνια. Δεν έχει καμιά σημασία όμως η άποψη και τελικά η πορεία ζωής τέτοιων επικριτών. Εξακολουθούν να φοβούνται και να τρέμουν στην ιδέα της κατάρριψης των σταθερών γύρω τους. Είναι ο γνωστός φόβος που κυριεύει και κατακλύζει τις αδύναμες και φοβισμένες ψυχές που, αδυνατώντας να προχωρήσουν, αναζητούν απεγνωσμένα έναν "μπαμπά" στη ζωή, όπου μπορούν να κρύβουν το κεφάλι τους, φοβούμενοι να αντιμετωπίσουν το σήμερα. Φοβούμενοι να ορθώσουν το - μικρό ή μεγάλο - ανάστημά τους σε αυτό που λέμε ζωή και, θέλοντας και μη, βρεθήκαμε να το περπατάμε. Με αυτόν τον τρόπο ζητούν καταφύγιο στα κεκτημένα και γνωστά. Σε αυτά που στηριζόταν ο κόσμος όλα τα προηγούμενα χρόνια όταν συναντούσε ομίχλη. Έτσι είμαστε όμως οι άνθρωποι. Γεμάτοι αδυναμίες και ελλείψεις. Ανθρώπινες συμπεριφορές είναι όλες αυτές. Δεν είναι κατηγορούμενες. Αλλά δεν σταματάμε εκεί. Δεν αφήνουμε τη ζωή να μας οδηγεί. Όσο μπορούμε, παρεμβαίνουμε. Όσο αντέχουμε, προσπάθούμε. Όσο εμπνεόμαστε, πράττουμε. Θα το πω και πάλι. Αν είχε σκεφτεί έτσι ο Αλέξανδρος, δεν θα είχε σηκώσει το σπαθί να σπάσει τον κόμπο και να προχωρήσει, μη αντέχοντας ούτε να περιμένει αλλά ούτε και να παραιτηθεί από την προσπάθεια. 

Είναι τόσο απλό. Ο Τσε μας δίδαξε ότι παντού και πάντα υπάρχει εναλλακτική λύση, ένας "άλλος" δρόμος που οδηγεί σε ξέφωτο. Εκεί όπου μπορούν να μαζευτούν όλοι οι άνθρωποι κάτω από τον ήλιο και να ζεσταθούν.

Στο βίντεο που ακολουθεί ο Τσε μιλά στην ολομέλεια της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 11 Δεκεμβρίου 1964, ως εκπρόσωπος της Κούβας.


video


 Ακολουθεί το κείμενο ολόκληρης της ομιλίας του στα Ηνωμένα Έθνη, μεταφρασμένο στα αγγλικά.


Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Διονύσης Σαββόπουλος


Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι από μόνος του ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία αυτής της χώρας. Λες και ήλθε με συγκεκριμένη αποστολή, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, απεσταλμένος -ποιου "Θεού";- για να σπείρει αλογόμυγες. Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση να μιλάς για τον Διονύση Σαββόπουλο. Θα προσπαθήσω να είμαι γεωμετρικά ακριβής και αναλυτικός σε αυτή τη διαδρομή μαζί του, σήμερα, αρκετές δεκαετίες από τότε που πρωτοάκουσα να τρυπάει τα αφτιά μου εκείνη η τραχιά φωνή που δεν έμοιαζε με τραγούδι αοιδού αλλά ένιωθες πως ήθελε κάτι να σου πει. Κάτι μεγάλο.
 
Είναι αδύνατον να αρχίσεις από κάπου να μιλάς για τον Σαββόπουλο. Λες και τον ακούω να μου τραγουδάει "ό,τι και να πω, κάτι περισσεύει" και να μου κλείνει το μάτι χαμογελώντας πονηρά κάτω απ’ το γενάκι του.

Διονύση Σαββόπουλε, νομίζω πως τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια, έχω να σου αναγνωρίσω πως υπήρξες πάντα ένας οραματιστής, ένας "προφήτης", όπως θα 'λεγαν οι χριστιανοί. Ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο δεν έβγαινε καμιά λέξη από μέσα μου όλον αυτόν τον καιρό. Ήταν αδύνατον. Βουβαινόμουν. Με ρωτούσαν οι φίλοι, οι γνωστοί, τα παιδιά που τόσα χρόνια έρχονταν να με ακούσουν να τραγουδάω. Με ρωτούσε ακόμη και ο ίδιος μου ο εαυτός. Πολλές φορές πραγματικά βασανίστηκα για να σε περιγράψω μέσα μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ποτέ δεν μπόρεσα. Τελικά αρχίζω και συνειδητοποιώ πως απλώς ΔΕΝ χωρούσες. Πουθενά ολόκληρος. Κι έτσι δεν κατάφερνα να σε πιάσω. Να σε αιχμαλωτίσω. Να σε κάνω μονοκοντυλιά.

Τη μια ήσουνα φαφούτης, κυριευμένος από μια ανείπωτη σωματική ανάγκη, την άλλη γινόσουνα Καραγκιόζης πίσω από το παραβάν, και άλλες φορές χοροπηδούσες – ίδιο μαλλιαρό ξωτικό λουσμένο στην τρέλα – γύρω από τη φωτιά στο ρυθμό ενός μπάλου. Υπήρξες απίστευτα τρυφερός και απαλός, σαν χάδι, σαν πούπουλο. Πόσες φορές δεν πήραμε το βαρκάκι σ' εκείνη τη θάλασσα μικρή για να ξανοιχτούμε και να αγαπήσουμε ή να θυμηθούμε. Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να θυμάμαι στίχους και μελωδίες σου γιατί δεν έχουν τέλος. Και γιατί τις έπαιξα και τις τραγούδησα νομίζω όλες, εκείνα τα χρόνια στο πάλκο.

Με ρωτούσαν λοιπόν πολύ συχνά τα παιδιά από κάτω τι πιστεύω για σένα. Πώς αντιλαμβάνομαι, πώς νιώθω, πώς σκέφτομαι και, τελικά, πώς "κρίνω" την πορεία και τις επιλογές σου. Ένιωθα να με κολλάνε στον τοίχο με εκείνη την ερώτηση. Πίστεψέ με, δεν υπήρχε για μένα μεγαλύτερος φασισμός και μεγαλύτερη πίεση. Δεν μου άρεσε καθόλου που μου έκαναν αυτήν την ερώτηση. Ήθελα να φύγω, να τους εγκαταλείψω, για να τους δείξω ότι κάτι δεν πάει καλά όταν προσπαθούμε να προσεγγίσουμε με τέτοιον τρόπο αυτόν τον άνθρωπο. Τι τους έλεγα; Έλεγα πάντα πως ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι μια ιδιοφυΐα και καλύτερα να αφήνουμε τις ιδιοφυΐες στην ησυχία και στη διαδρομή τους, αποφεύγοντας να κρίνουμε τις πράξεις του. Απλώς να τις παρακολουθούμε και να καταγράφουμε την πορεία τους. Και στο τέλος έλεγα – όπως έλεγα και στον εαυτό μου – κάτι που διαισθανόμουν βαθιά μέσα μου. Ότι ο Σαββόπουλος είναι πολύ "μπροστά" στις διαδρομές που κάνει και είναι αδύνατον να τον κατανοήσουμε. "Ίσως σε κάποια χρόνια, όταν θα ζήσουμε κι εμείς όσα τώρα εκείνος βλέπει να έρχονται, να καταλάβουμε..."

Πίστεψέ με, δεν σε θεοποίησα ποτέ. Ποτέ δεν σε είχα απόλυτο είδωλό μου. Ίσως ούτε καν σε έβαλα ανάμεσα στους "μεγάλους" – όπως είχα τα Χατζηδάκια και τα Θοδωράκια… Και σίγουρα η άρνησή μου να απαντώ δεν υπήρχε γιατί ήθελα να αποφύγω το ερώτημα που μου έθεταν οι άλλοι και ο εαυτός μου. Απλώς έτσι το ένιωθα. Σε έβλεπα πολύ μακριά. Το έβλεπα στα μάτια σου, που χάνονταν στο μέλλον. Και αδυνατούσα να σε παρακολουθήσω, να τρέξω μαζί σου. 

Εξάλλου, οι στροφές σου εκείνα τα χρόνια ήταν τόσες πολλές και μεγάλες που συνήθως δεν προλαβαίναμε να σε δούμε να σταθεροποιείσαι κάπου. Μόλις σε βρίσκαμε, σε χάναμε. Γινόσουν καπνός.

Υπήρχαν όμως πάντα τα τραγούδια σου, που τρύπωναν παντού. Δεν υπήρχε περίπτωση να ανέβω στο πάλκο και να μην σε τραγουδήσω. Έβρισκες τον τρόπο να τρυπώνεις σε κάθε πρόγραμμα, σε κάθε βραδιά, σε κάθε διαφορετικό κοινό. Έτσι κατάφερνες να μας ενώνεις και να μας θυμίζεις πως ό,τι κι αν γίνει, οπουδήποτε κι αν βρίσκεσαι την επόμενη μέρα, μας έχεις δεμένους γερά πάνω σου έτσι ώστε να μην πέσουμε ποτέ από την τεράστια ορμή με την οποία διέσχιζες τους ουρανούς και τα χρόνια.

Πάρα πολλές φορές αντέδρασα μέσα μου με τις επιλογές σου. Κάποιες τις θεώρησα ακραίες και προκλητικές. Επαναστατούσα και ήθελα να σε καταργήσω. Αλλά σε ξανάβρισκα πάντα μέσα από τα τραγούδια σου. Ήταν αδύνατον να σε τραγουδήσω και να μην σε νιώσω. Κι έτσι πάντα σε "συγχωρούσα". Όπως κάνουμε με τα μικρά παιδιά ή με αυτούς που αγαπάμε, που τους δεχόμαστε όπως είναι. Ναι, αυτό έκανα με σένα. Σε δέχτηκα όπως ήσουν. Δεν ζητούσα παραπάνω θαύματα από όσα μας έκανες. Δεν ήθελα να σε περιορίσω και να σε παγιδέψω.

Αυτά που είδα γύρω μου όλα αυτά τα χρόνια τα σιχάθηκα. Σε θέλανε στα μέτρα τους. Σε θέλανε "Νιόνιο" και ξαφνικά γινόσουν ο κολλητός τους ή, όταν δεν τους άρεσαν όσα έλεγες ή έκανες, θυμούνταν ότι δεν πήγες στρατό ή επικαλούνταν διάφορες οικογενειακές δήθεν ατασθαλίες σου και θέλανε να γυρίσεις σπίτι σου, ενώ όταν δεν τους έβγαιναν τα χαρτιά, ήθελαν ακόμη ένα θαυματάκι από το Μέγα Θαυματοποιό. 

Βέβαια, δε λέω, ξεγελάστηκες κι εσύ κάποιες φορές από τους καιρούς και τα οράματα, αλλά και ποιος δεν ξεγελιέται; Αλίμονο. Ήσουν ανθρωπινότερος από άνθρωπος... 

Σε είδα πάλι πρόσφατα, πριν από λίγα χρόνια, έκτακτο καλεσμένο σε ένα μικρό μαγαζί. Εκεί όπου το πρώτο τραπέζι ακουμπά στο πάλκο. Εγώ καθόμουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί από τη σκηνή. Όταν όμως ανέβηκες εσύ -δεν σε είχα ξαναδεί τόσο κοντά, στα δυο μέτρα- η σκηνή έλαμψε κι εσύ ακτινοβολούσες λευκό φως. Ήταν μεταφυσικό. Αυτό το πράγμα μου είχε συμβεί άλλη μια φορά με καλλιτέχνη. Σαν να έβλεπα την αύρα σου. Αφού δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Από τη μια με θάμπωνες και με κούραζες κι από την άλλη με μαγνήτιζες. Κατάλαβα πολλά εκείνο το βράδυ.
 
video

Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, είσαι ακόμα εδώ, δίπλα μου, και σε ανακαλύπτω πάλι από την αρχή. Σύγχρονος όσο ποτέ και τραγικός όπως πάντα.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Βραδάκι στον Πλαταμώνα


«Δεν κλαίω τα πρόσωπα,
κλαίω τα χρόνια που φύγανε»,
μου είπες κάποτε 
καθώς βολτάραμε στον Πλαταμώνα.
Ήμασταν οι δυο μας.

Ήταν βραδάκι κι ήμουν νέος και βιαστικός.
Η ζωή μύριζε από παντού γύρω μου.
Ήσουν – μοιραία – πιο μπροστά από μένα 
κι ο αέρας σκόρπαγε τα λόγια σου πίσω σου.
Εξάλλου, έτρεχα γρήγορα 
και δεν προλάβαινα να καταλάβω...

Σε θυμάμαι με ένα υφασμάτινο παντελόνι – καφέ; –
και με ένα ελαφρύ καλοκαιρινό καρό πουκάμισο, που,
αν και είχε κοντά μανίκια, εσύ τα γύριζες κι’ άλλο προς τα πάνω.
Για να δροσίζεσαι περισσότερο.
Ήξερες ότι ήμουν πολύ νέος και πολύ ορμητικός. 
Δεν σε άκουγα.
Το ήξερες, κι όμως συνέχιζες να μου μιλάς.
Γιατί ήξερες ότι κάποια μέρα θα θυμόμουν όλα αυτά 
που κάποτε άκουσα χωρίς να προσέχω.
Γιατί έτσι γίνεται πάντα ανάμεσα στο γονιό και στο παιδί.
Γιατί ήξερες ότι θα σε θυμόμουνα πάντα.
Και ότι – πόνταρες – θα σ’ αγαπούσα...

Το δροσερό αεράκι του απογευματιάτικου Πλαταμώνα, 
εκεί μπροστά στο «Νόστο»,
όπου τώρα καθόμαστε με τη Θεανώ και την Έρικα έγκυο,
θα φυσάει για πάντα στις καρδιές και στις μνήμες μας.

Εκείνο το μέρος τ’ αγαπώ πολύ. Ξέρεις γιατί.
Γιατί είσαι πάντα κάπου εκεί και κάνεις τη βόλτα σου.
Γιατί εκεί μπροστά, σ’ εκείνη την παραλία, 
όταν ήμουν μικρός, με έσωσες από βέβαιο πνιγμό.
Γιατί δεν ήξερα μπάνιο και μόλις με είδες να με καταπίνει το κύμα,
όρμησες σαν τρελός μέσα στη θάλασσα και με άρπαξες από τα μαλλιά.

Γιατί δεν μπορώ να τα ξεχάσω όλα αυτά. 

Δεν ζητώ πια 
Ούτε δίκια
Ούτε δικαίωση
Για τίποτα στη ζωή.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο γράφτηκε το χειμώνα του 2004, λίγους μήνες αφού έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου.