Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Ο Πρίγκιπας με τα Κρίνα


Όσες φορές στη ζωή μου κοίταξα την περίφημη τοιχογραφία της Κνωσού ένιωσα το στήθος μου να φουσκώνει και στο μυαλό μου να κυκλοφορεί φρέσκος αέρας. Μέχρι και σήμερα το ίδιο συμβαίνει. Το περίεργο ήταν ότι αυτό έγινε από την πρώτη φορά που τον είδα. Κανείς βέβαια δεν αμφιβάλλει πως τα σχολικά βιβλία της ιστορίας έκαναν καλά τη δουλειά τους στο κεφάλαιο του μινωικού πολιτισμού, αλλά μάλλον δεν αρκούσε μόνο αυτό.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια πάνω από το κρεβάτι μου βρίσκεται πάντα κρεμασμένη μια γύψινη απεικόνιση του Πρίγκιπα. Πρόκειται για μια πιστότατη αναπαράσταση σε διαστάσεις περίπου 40x20cm, που αγόρασα ένα καλοκαίρι στην Κνωσό. Ο Πρίγκιπάς μου με έχει ακολουθήσει σε οκτώ διαφορετικά σπίτια (και κρεβατοκάμαρες) που άλλαξα μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια. Αποτελούσε το πρωταρχικό μου μέλημα σε κάθε μετακόμιση. Τυλιγόταν προσεκτικά με χαρτί και κάποιο χοντρό πλαστικό και μεταφερόταν με μεγάλη προσοχή στο αυτοκίνητο, από όπου έπαιρνε το δρόμο για το νέο σπίτι. Όταν φτάναμε εκεί, και αφού είχα από πριν επιλέξει τη θέση του κρεβατιού, έπαιρνα ένα καρφί και ένα σφυρί και τον τοποθετούσα.

Ήταν κάτι σαν γούρι - όπως το καντήλι των χριστιανών ή το εικονοστάσι με τις εικόνες των αγαπημένων αγίων. Στεκόμουν, τον κοίταζα, και του μιλούσα μέσα στο άδειο δωμάτιο που πλέον γέμιζε με την παρουσία του. Ίσως γι' αυτό δεν ήθελα ποτέ μου αρκετα πράγματα στην κρεβατοκάμαρα. Στο βαθμό που εξαρτιόταν από εμένα, την ήθελα σχεδόν άδεια. Μόνο τα απαραίτητα. Το κρεβάτι, ένα κομοδίνο ή ένα ράφι δίπλα του για το πορτατίφ και τα βιβλία, και τίποτε άλλο. Οι ντουλάπες ενσωματώνονται στο σκηνικό και δεν αλλοιώνουν τη λιτότητά του. Δεν φαίνονται, δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο εκείνος. Με το εκθαμβωτικό κεραμιδί χρώμα των Μινωιτών στο φόντο και την αέρινη φιγούρα να αιωρείται σε ένα διασκελισμό κάπου διόμισι χιλιάδων χρόνων. Με τα χέρια απλωμένα, τραβώντας κάτι που ποτέ δεν θα μάθουμε τι ήταν, και με ένα εκπληκτικό κεφάλι με πλούσια, μακριά μαλλιά και υπέροχο στέμμα. Αν και προφίλ, το μάτι του Πρίγκιπα απεικονίζεται ολόκληρο και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που με συγκινεί πάντα. Το αφτί προξέχει λίγο έτσι ώστε να στερεωθεί το πανέμορφο διάδημα με τον εκπληκτικό συνδυασμό χρωμάτων. Στα χέρια του υπάρχουν δυο έκτακτα περικάρπια και στο λαιμό φοράει ένα περιδέραιο με κρίνα. Κρίνα φυτρώνουν και γύρω από τα πόδια του - και μάλιστα συμβαίνει το εκπληκτικό, το κρίνο που βρίσκεται μπροστά του είναι κατά κάποιον τρόπο το "αρνητικό" εκείνων που απεικονίζονται πίσω του. Όσο για τα χρώματα, η επιλογή τους είναι μαγική. Το βαθύ κόκκινο με το γαλάζιο είναι ένας από τους αρμονικότερους χρωματικούς συνδυασμούς που έχω αντικρίσει στη ζωή μου.

Είναι πάντα η τελευταία εικόνα πριν κοιμηθώ και η πρώτη μόλις ξυπνήσω. Σ' αυτόν εναποθέτω τις παραστάσεις της μέρας και σ' αυτόν πάλι τα όνειρα της νύχτας. Όταν καμιά φορά ξυπνώ μέσα στη νύχτα αυτός είναι πάντα εκεί με άγρυπνο βλέμμα. Μερικές φορές στηλώνω τα μάτια μου πάνω του και αρχίζω το ταξίδι στη μινωική γη. Ποτέ δεν χώρεσε στο μυαλό μου ότι πρόκειται για μια απλή τοιχογραφία και τίποτα παραπάνω. Ότι είναι δηλαδή ένα ανθρώπινο δημιούργημα, έργο κάποιου άγνωστου καλλιτέχνη, που έπιασε τα πινέλα και τις μπογιές του και ζωγράφισε. Στην πραγματικότητα πρόκειται βέβαια για χρωματισμένο χαμηλό ανάγλυφο, αλλά στο μυαλό μου έχει εδραιωθεί στις δυο διαστάσεις και όχι στις τρεις. Ακόμα και έτσι όμως πάντα ένιωθα πως πρόκειται για φωτογραφία ενός πραγματικού πρίγκιπα. Δεν έχει καμία σημασία αν η φωτογραφική τέχνη φαντάζει επιστημονική φαντασία για εκείνη την εποχή. Εγώ μέσα μου πιστεύω πως πρόκειται για φωτογραφία ενός πραγματικού, υπαρκτού γαλαζοαίματου. Γι' αυτό και τον φαντάζομαι να κινείται, να τρέχει, να τρώει, να κοιμάται, να γελάει και να ονειρεύεται. Τον σκέφτομαι στην αρχαία Κρήτη να φωτοβολεί ολόκληρος καθώς διασχίζει το ανάκτορο κατευθυνόμενος προς την Αίθουσα του Θρόνου.

Οι μελετητές λένε πως με τα χέρια του ίσως τραβά κάποιον γρύπα ή έναν ταύρο που τον οδηγεί στα ταυροκαθάψια. Δεν ξέρω. Δεν με ενδιαφέρει και ποτέ δεν με απασχόλησε. Εμένα μου έμοιαζε πάντα να χορεύει και - επειδή είναι έτσι στητός κι αγέρωχος - να σέρνει το χορό. Ένα χορό όμως ήρεμο, περπατητό και ήσυχο. Χωρίς πολλές-πολλές φωνές και τραγούδια. Μάλλον με μουρμουρητά των ίδιων των χορευτών, που εκτελούσαν τις κινήσεις - και όχι τις φιγούρες - με θρησκευτική ευλάβεια. Ναι, τώρα το βλέπω καλύτερα. Για ιεροτελεστία πρόκειται. Ένας ιερός χορός. Κυκλικός πρέπει να ήταν, αλλά κάποιες στιγμές ο κύκλος άνοιγε και οι χορευτές σχημάτιζαν μια ευθεία γραμμή που είχε στην κορυφή τον Πρίγκιπα. Μικτός χορός, άνδρες και γυναίκες μαζί. Ανέκφραστοι, παραδομένοι σε κάποια έκσταση ή στην αυτοσυγκέντρωση της εκτέλεσης των ιερών βημάτων.

Και γύρω-γύρω κρίνα. Ψηλά, εντυπωσιακά και επιβλητικά. Ένα ολόκληρο δάσος απο κρίνα τους περιτριγύριζε κι εκείνοι ατάραχοι συνέχιζαν να χορεύουν. Αλλά ακόμη και τα κρίνα μοιάζουν ζωντανά. Σαν αλλόκοτα όντα με κεφάλι και μάτια - δύο ή τέσσερα, αναλόγως πώς τα κοιτάζει κανείς. Και ψηλό, ευθυτενή κορμό, του οποίου όμως η λεπτότητα δεν ενοχλεί και δεν διαταράσσει την αρμονία και τις αναλογίες που αντιλαμβάνεται και αναμένει το μάτι. Ίσως γιατί όλα σε αυτήν την αναπαράσταση είναι λίγο-πολύ μεταφυσικά και οι όποιες αποκλίσεις από την αντιληπτή πραγματικότητα μπορούν να δικαιολογηθούν και να ενταχθούν σε κάποιο άλλο επίπεδο.

Τα χρόνια περνάνε κι εκείνος παραμένει μετέωρος ανάμεσα στα κρίνα, να φαίνεται πως προχωρά αλλά όλο του το σώμα να είναι γερμένο προς τα πίσω. Έχεις την αίσθηση ότι, αν και κοιτάζει μπροστά, την ίδια βαρύτητα δίνει και στον κόσμο που βρίσκεται πίσω του, που τον ακολουθεί. Ίσως τελικά να πρόκειται για ένα μάθημα που έρχεται από τα βάθη του χρόνου. Για την ισορροπία ανάμεσα στο μέλλον και στο παρελθόν, με δυο γερά, στιβαρά πόδια που πατάνε στο τώρα. Ίσως είναι η αιώνια ισορροπία που αναζητά ο άνθρωπος στη ζωή, στη χαρά, στη λύπη. Ίσως ο Πρίγκιπας μας μιλά για τη ορμή, την πίστη και τελικά τη γνώση που αποκτούμε από τις εμπειρίες του παρελθόντος προκειμένου να εκτοξευθούμε στο μέλλον. 

Γιατί η όλη αναπαράσταση θυμίζει τόξο. Με βέλος τα χέρια. Που έχουν τεντωθεί πίσω για να εκτιναχθούν μπροστά, εκεί που ατενίζουν τα μάτια.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Στο Γόρδιο με τον Μικρό Ναυτίλο

 
Εκείνη την εποχή διάβαζα τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη αλλά και τον ΜΙΚΡΟ ΝΑΥΤΙΛΟ του - χρυσός οδηγός μου τότε. Η περίφημη φράση με το "πρέπει" φώτιζε το δρόμο μου. Ποτέ βέβαια δεν πίστεψα πως η λέξη διαγράφεται από το υπαρξιακό λεξιλόγιό μας. Ίσα-ίσα, το αντίθετο... Εξάλλου, τι άλλο έδειχνε ο Αλέξανδρος όταν σήκωνε το σπαθί του στο Γόρδιο; 

Ο ποιητής δεν παρότρυνε τους νέους να αντισταθούν στο πρέπει όταν τους έλεγε να το γδάρουν. Μάλλον την περιέργειά τους ήθελε να κεντρίσει για να ανακαλύψουν τι κρύβεται από κάτω. Να ανασηκώσουν τη βαριά, ασήκωτη επιταγή του και να κοιτάξουν μέσα του. Να κομματιάσουν με μια σπαθιά τα έξι γράμματα για να μπορέσουν να προχωρήσουν. Γιατί πίσω από κάθε πρέπει υπάρχει ένα ολόκληρο μέλλον. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν τόλμησε να βγει στην επιφάνεια και αφέθηκε να ταλανίζεται στις σιωπές και στις φοβίες του. Στις ένοχες ή και ενοχικές επικρίσεις και στις θλιβερές και μονότονες αποσύρσεις. Τις περισσότερες φορές τα πράγματα αφήνονται με απάθεια να ακολουθούν το δικό τους, αυτοσχέδιο δρόμο. Χωρίς την τόλμη για αλλαγή ή κάποιου είδους παρέμβαση. Τόσο η μέρα όσο και η νύχτα είναι σκοτεινές. Οι πράξεις παραμένουν αθόρυβα βυθισμένες σε αιώνιες εμμονές, χωρίς καμιά ένδειξη ανάτασης. Δεν υπάρχουν ζωντανές αρτηρίες με κόκκινο αίμα, παρά μόνο μαύρες φλέβες με σκοτεινές και θολές μνήμες. Φλέβες που διακλαδίζονται στις αχανείς και άνυδρες εκτάσεις μιας Ασίας κίτρινης και σκονισμένης. Τρέχουν και χάνονται μέσα στη γη, βυθίζονται σαν τρομαγμένα και ζαλισμένα φίδια που τινάζονται στον πρώτο μηχανικό ήχο.

Αλυσίδες σέρνουν μηχανές. Η πολεμική ιαχή του ανεξάντλητου και ανομολόγητου νεανικού πάθους σκίζει τους αιθέρες και ο βασιλιάς εμφανίζεται καβάλα στο σκούρο άλογό του, που σταματά σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια και ένα σύννεφο σκόνης. Μέσα στα μάτια του κρύβει τον ήλιο και δυο αστραπές. Η βοή που είχε αρχίσει να κατακλύζει ολόκληρη την Ανατολή δυνάμωνε. Λουσμένος στη σκόνη, έμοιαζε με μπρούτζινο αρχαίο άγαλμα έφιππου πολεμιστή. Όλοι σώπασαν, περιμένοντας με αγωνία την πρώτη του κίνηση. Κράτησαν την αναπνοή τους όταν η σκέψη του άρχισε να γίνεται εντονότερη και σχεδόν να ακούγεται. 

Δεν λυνόταν. Δεν λύνεται. Ποτέ δεν λυνόταν. Και στα χρόνια που θα 'ρθουν θα εξακολουθεί να μην λύνεται. Τουλάχιστον όχι εύκολα για τους νέους. Θα βγάλει για εκατομμυριοστή φορά το σπαθί από τη θήκη και θα το ζυγίσει στον αέρα. Μα πριν το κατεβάσει στο καίριο σημείο, εκεί όπου συμβάλλουν οι δυναμικές γραμμές των πεδίων, εκεί όπου η αρτηρία χάνει το ζωντανό χρώμα της και γίνεται φλέβα, εκεί όπου το φίδι τελικά απελπίζεται από τον αλύτρωτο τρόμο και χώνεται βαθιά μέσα στη γη ή ψάχνει μια πέτρα, ένα βράχο για να τρυπώσει και να κρυφτεί, θα σταθεί να συλλογιστεί. Αυτό διέκρινε και θα διακρίνει πάντα τον βασιλιά - ο στοχασμός.

Προσπαθούσε να καταλάβει. Προσπαθούσε να διαπεράσει το χρόνο και να δει από πίσω. Τι κρυβόταν από κάτω; Γιατί τέτοιο μπέρδεμα; Μα, δεν υπήρχαν άκρες; Δεν υπάρχει αρχή και τέλος; Θυμήθηκε το δάσκαλό του. Τότε, στο Άλσος των Νυμφών, στη Μίεζα, όπου ήδη έφηβος, ήταν ίσως λίγο ψηλότερος από εκείνον. Αλλά καταλάβαινε πως το ύψος του δασκάλου δεν ήταν μετρήσιμο. Αρχικά είχε αντισταθεί στον ερχομό του, δεν τον ήθελε. Τι μπορούσε να τον διδάξει άραγε ένας Αθηναίος; Το άλογό του είχε καταφέρει να το δαμάσει μόνος του, χωρίς βοήθεια. Το έστρεψε κόντρα στον ήλιο για να πάψει να φοβάται τις σκιές και το καβάλησε. Τι περισσότερο είχε να μάθει;

Στους μήνες που ακολούθησαν κατάλαβε πως το καινούργιο του μάθημα ήταν η υπομονή και ο στοχασμός πριν την τελική προσπάθεια, την έφοδο. Και αρίστευσε, εκπλήσσοντας ακόμη και τον ίδιο το δάσκαλό του, που στο τέλος των μαθημάτων δήλωσε πως δεν είχε τίποτε άλλο να μάθει στο μαθητή του. Έπειτα ήρθε η πράξη. Άρχισαν οι επιχειρήσεις και έθεσε σε εφαρμογή το μεγαλόπνοο όραμά του.

Το σπαθί κατέβηκε με ασύλληπτη ταχύτητα σφυρίζοντας στον αέρα. Το μάτι του σε όλη τη διάρκεια της πτώσης της λάμας παρέμεινε καρφωμένο στον κόμπο. Όλα ξετυλίχθηκαν με ταχύτητα αστραπής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. Το κείμενο της πρώτης εικόνας γράφτηκε την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 1989, ενώ το κείμενο της δεύτερης εικόνας ανήκει στην ποιητική συλλογή Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ του Οδυσσέα Ελύτη.
2. Σύμφωνα με τις επικρατέστερες ιστορικές εκδοχές ο Αλέξανδρος δεν έκοψε τον κόμπο με το σπαθί του αλλά κατάφερε να τον λύσει.