Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Φυσική και Μεταφυσική


Δεν πίστευα πως θα προλάβω τις εξελίξεις στα χρόνια μου. Θεωρούσα πως θα αργήσουν πολύ -στην μεθεπόμενη ίσως γενιά- και όλα θα παρέμεναν σκεπασμένα με το πέπλο της συντήρησης. Έμοιαζαν τόσο μακρινά όλα όσα μέχρι πρόσφατα πίστευα πως σχετίζονται άμεσα με μηχανιστικές διαδικασίες. Ζητήματα όχι μόνο επιστημονικού αλλά -κυρίως- ανθρωπιστικού, κοινωνικού, πολιτικού και θεολογικού περιεχομένου. Έξω στην κοινωνία τα θέματα αυτά αντιμετωπίζονταν πάντα με δυσπιστία.  Όσο για τους "μορφωμένους" και τους λόγιους; Με περιφρόνηση και απαξίωση. Τα θεωρούσαν πάντα "μεταφυσικά".

Τα συζητούσαμε αυστηρά μεταξύ μας. Αδύνατον να τολμήσεις να θέσεις τέτοια θέματα σε τετράγωνους και στεγνούς ανθρώπους με παρωπίδες. Θα έχανες τον καιρό σου και θα απολάμβανες τη χλεύη τους. Ξέρεις, αυτήν την αδιόρατη ειρωνεία των "μορφωμένων", που, έχοντας κατεβάσει βιβλιοθήκες, θεωρούν αποδεκτό μόνο ό,τι γράφουν τα βιβλία. Πώς να αφήσουν χώρο στη φαντασία και στην εικασία να οραματιστεί το μέλλον; "Το 'μάτι' -η βασκανία- ενεργειακό θέμα; Τι είναι αυτά τα πράγματα; Μήπως θα μας μιλήσετε και για τον Θεό σε λίγο;" Ναι, θα σας μιλήσουμε. Ακόμη και για την περίφημη ανάσταση-ανάληψή του. Που είναι αρκετά πιθανό να έγινε, αλλά όχι να φτάσουμε να λατρεύουμε κιόλας το γεγονός. Δεν υφίσταται κανένα θεολογικό θέμα από πίσω. Πουθενά δεν υφίσταται. Λες και είμαστε οι ιθαγενείς μπροστά στον Κορτέζ και τα λίγα φανταχτερά καθρεφτάκια που μας πετάνε, εμείς τα κάνουμε εικονίσματα. ΟΚ. Αυτά τα πράγματα, αυτές οι προσεγγίσεις άντεξαν και λειτούργησαν σε έναν κόσμο που ζούσε και προχωρούσε με βάση την Ευκλείδεια Γεωμετρία και την Νευτώνεια Μηχανική. Όχι όμως με βάση τη Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική... Μα, πώς να βρούνε περιθώρια για άλλου τύπου προσέγγιση; Αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν τον περίφημο άπιστο Θωμά. Μόνο ό,τι βλέπουν υπάρχει. Τέλος πάντων, νομίζω πως αρχίζουν κι αυτοί πια να μπαίνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ως συντηρητικοί, με έλλειψη ευελιξίας και οραμάτων. Η Σύγχρονη Φυσική -και μαζί μ' αυτή η ίδια η ζωή- τους ξεπερνά.

Βέβαια, το τεράστιο ερώτημα που τίθεται πλέον απροκάλυπτα είναι γιατί η σύγχρονη Φυσική δεν βρήκε έδαφος να ανθίσει και να διαδοθεί ευρύτατα μέσα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Τα κυκλώματα της συντήρησης είναι γνωστά σε όσους πέρασαν από τις αίθουσές τους. Η καθεστωτική αντίληψη των καθηγητών της έδρας, που παρέχουν μάλιστα και το σύγγραμμά τους στους φοιτητές -ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη και επικύρωση της "σοφίας" και του αλάθητου που κατέχουν-, γίνεται η ταφόπλακα για κάθε είδους εξέλιξη. Όπως ακούγεται στο βίντεο, η Θεωρία της Σχετικότητας στον 21ο αιώνα αποτελεί μάθημα επιλογής στο αναλυτικό πρόγραμμα του Φυσικού Τμήματος. Σημειωτέον ότι η θεωρία αυτή διατυπώθηκε και έγινε αποδεκτή πριν από περισσότερα από 100 χρόνια...

Ευτυχώς τα βήματα της Φυσικής, αυτής της αποκαλυπτικής και σωτήριας επιστήμης, ήταν τεράστια τα τελευταία χρόνια. Ο καθηγητής τα αναλύει διεξοδικά και δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης -εκτός μόνο από την περίπτωση δογματικών ατόμων, οπότε, ό,τι και να πούμε για αυτούς, είναι άτοπο.

Στο πανεπιστήμιο δεν γινόταν καμία διάκριση ανάμεσα στον συμβατικό χρόνο t του νευτώνειου χώρου και της Ευκλείδειας Γεωμετρίας από τη μια και της τέταρτης διάστασης από την άλλη, εκείνης που τα εγχειρίδια ονόμαζαν ακόμη "χρόνο". Τραγικό λάθος όταν διδάσκεις εκκολαπτόμενους επιστήμονες και μάλιστα φυσικούς. Εγώ, στα χρόνια της φοίτησής μου, δεν θυμάμαι καμιά κάθετη διάκριση ανάμεσα στα δυο μεγέθη. Δεν ξέρω πόση ευθύνη μπορεί να είχαν οι κάτοχοι των εδρών και συγγραφείς των εγχειριδίων της Γενικής Φυσικής, αλλά πολλά ακούγονταν. Η διαρκής επιδίωξη της καθηγεσίας και των κατόχων νευραλγικών διοικητικών θέσεων στο Τμήμα ήταν εξόχως εμφανής. Βρώμα η δουλειά. Όχι, ποτέ δεν μου δημιούργησαν το αίσθημα της εμπιστοσύνης αρκετοί διδάσκοντες -οι περισσότεροι θα 'λεγα. Και όλα ήταν τόσο πεπαλαιωμένα, απαρχαιωμένα, εκεί μέσα. Δεν μιλάω φυσικά για τα κτήρια. Σε τελική ανάλυση, το κτήριο του Χημείου είναι κάτι σαν ιστορικό μνημείο πια στο κέντρο της πόλης. Μην ξεχνάμε πως το κτήριο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης χρονολογείται από το 1000-1100. Τα μυαλά είναι που παλιώνουν και όχι τα κτήρια. Μετά απ' όλα αυτά (και τόσα άλλα) να μην ζητάμε δίκια από την "τρόικα", όταν θα υποβαθμίσει τα ελληνικά τμήματα Φυσικής. Τα υποβαθμίζει πρώτα η ίδια η Ελλάδα.

Ακολουθεί διάλεξη του Μάνου Δανέζη, Επίκουρου Καθηγητή Αστροφυσικής στο Φυσικό Τμήμα της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών (και πάλαι ποτέ καθηγητή μου στο μάθημα της Αστροφυσικής).

ΜΕΡΟΣ Α'

ΜΕΡΟΣ Β'

ΜΕΡΟΣ Γ'

ΜΕΡΟΣ Δ'

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Για το Νοτιά

στην Ο.

Λες και τα σύννεφα τα λευκά
τώρα μαζεύονται πιο πυκνά
Λες και το μάθανε στα ψηλά
πως ο χειμώνας είναι κοντά

Πιάνω κουβέντα, στήνω αφτί,
μέσα απ' τα δέντρα ακούω τη γη
Βλέπω το χώμα ανοίγει βαθιά
κι είν' το σκοτάδι μια αγκαλιά

Αν σου ζητήσω αύριο στο φως
να γίνεις δικός μου ξανά πυρετός
Πώς να πιστέψεις, πώς να το δεις,
ότι σημάδι είμαι της γης;

Ήρθαν σταγόνες, πέσαν κι εδώ,
μου σκοτεινιάσαν τον ουρανό
Δεν τις στεγνώνω, δεν τις τραβώ,
θέλω να βλέπω τον ποταμό

Να πλημμυρίζει τις άδειες καρδιές
να νανουρίζει τις ξύπνιες σκιές
Να παίρνει απ' το χέρι την ξένη χαρά,
να μου τη φέρνει στα μάτια μπροστά 

Αν μου χαρίσεις το γέλιο σου αυτό,
θα ζωγραφίσω τον ουρανό
Αν γίνεις για μένα ο ήλιος ξανά,
για πάντα θα λένε για μας τα πουλιά

Είμαι κομμάτι της γης που πατάς,
είμαι το δάκρυ της ξένης χαράς
Είμαι ένα σύννεφο στ' ανοιχτά,
πάλι τραβάω για το Νοτιά

 

Η ιστορία ενός "βίαιου" χωρισμού. Ενός χωρισμού που πρακτικά δεν έπρεπε να επέλθει, αλλά που θεωρητικά πρόλαβε πολλές διαφαινόμενες καταστροφές και προσωπικές καταρρεύσεις. Η ιστορία τον δικαίωσε απόλυτα. Γι' αυτό και μετά τα πρώτα πραγματικά δύσκολα χρόνια, αποκαταστάθηκαν η αγάπη, ο σεβασμός και η πολλή φροντίδα. 

Βαθιά μέσα μου ξέρω πολύ καλά ότι κάτω από άλλες συνθήκες -με τα ίδια ακριβώς δεδομένα και τις ίδιες "προίκες" κι απ' τους δυο μας- θα είχαν όλα ευοδωθεί. 

Το νεαρό πουλί έπρεπε όμως να πετάξει για να κατακτήσει τη ζωή και τη γη. Και πέταξε στο Βορρά. 

Και το άλλο πουλί -που τα ήξερε όλα πια- στράφηκε κατά το Νότο. 

Εκεί όπου, όπως λεν οι σοφοί και οι ποιητές, βρίσκεις τη λησμονιά.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Καταιγίδα...


Πήρα λοιπόν πάλι το δρόμο για το βουνό. Ο καιρός είχε χειροτερέψει αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να φύγω. Τα ρούχα μου δεν είχαν ακόμα καλά-καλά στεγνώσει. Είχα φτάσει μόλις πριν από λίγο, μετά από μακριά πορεία, προσπαθώντας να βρω ένα προσωρινό καταφύγιο από τη βροχή και τον αέρα που λυσσομανούσαν έξω. Δεν είχε καμιά σημασία όμως -έπρεπε να φύγω πάλι. Δεν έπρεπε να λογαριάσω ούτε την κούραση που είχε αρχίσει να με καταβάλλει, ούτε τη βροχή, ούτε τίποτα. Αν έμενα κι άλλο εκεί μέσα, σίγουρα τα πράγματα θα είχαν δυσάρεστη εξέλιξη. Και επειδή δεν με απασχολούσαν οι όποιες τυχόν εξελίξεις, καλές ή κακές, θα έφευγα.

Τυλίχτηκα γερά με το αδιάβροχο, άνοιξα την πόρτα και -χωρίς να κοιτάξω πίσω μου- βγήκα. Είχα πια προχωρήσει και είχα ανέβει αρκετά ψηλότερα στην πλαγιά, όταν στην πλάτη μου άκουσα φωνές και ουρλιαχτά. Εκεί μέσα γινόταν χαλασμός. Κάποια στιγμή ο αέρας γέμισε παραπονεμένα κλάματα. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται και την ανάσα μου να κονταίνει. Έκανα να σταματήσω προς στιγμή αλλά συνήλθα γρήγορα από την αδυναμία του θυμικού μου. Δεν θα έβγαζε πουθενά. Ίσα-ίσα, αν γυρνούσα πίσω, τα πράγματα θα περιπλέκονταν περισσότερο και θα γίνονταν ακόμη χειρότερα. Τα γοερά κλάματα συνεχίζονταν και τώρα ήταν ανακατεμένα με ξεκομμένες φράσεις απελπισίας, που καλούσαν σαν Σειρήνες τους ξένους και -αφού τους τραβούσαν κοντά τους- τους έδιωχναν πάλι μακριά με τρομακτικές κραυγές και άναρθρα επιφωνήματα λύσσας. Η καταιγίδα είχε ξεσπάσει και ήταν πολύ άγρια και απότομη. Το ήξερα ότι θα γινόταν έτσι. Μετά από τόση πορεία και τόσες βροχές είχα μάθει πια να διαβάζω καθαρά τα σημάδια του καιρού. Είχα μάθει να αποφεύγω τις κακοτοπιές όταν μπορούσα να τις παρακάμψω και -το σπουδαιότερο- όταν δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω κάτι για να τις βοηθήσω, να τους παρασταθώ. Είναι κάποιες φορές που η βροχή είναι τόσο δυνατή ώστε το μόνο που σου απομένει είναι να ψάξεις να βρεις κάποιο υπόστεγο για να φυλαχτείς μέχρι να περάσει η μπόρα. Δεν είσαι εσύ ο Κυβερνήτης των αιθέρων και των ουρανών. Δεν είσαι.

Το σκοτάδι του ουρανού κατέβαινε μέχρι πολύ χαμηλά και σχεδόν άγγιζε τις κορυφές των θάμνων μπροστά μου. Γκρίζα, πηχτά σύννεφα που φούσκωναν και ξεφούσκωναν κάθε τόσο, ανάλογα με τη φορά του αέρα. Ο δρόμος μου περνούσε από μέσα τους. Κανένας ήλιος δεν ήταν εκεί για να με προϋπαντήσει και να με καλωσορίσει. Εξάλλου, αυτή ήταν η "συμφωνία". Με κόπο να προχωράω, με πόνο να δημιουργώ.

Δεν μ' άφησες να ζήσω αλλιώς. Τώρα δεν θα είχα ξεμείνει εδώ πάνω, σ' αυτά τα βραχώδη κι απρόσιτα βουνά στέρφας γης, εδώ όπου το μόνο που μπορείς να καταφέρεις είναι να απαντήσεις ένα αγριογούρουνο ή κάποιο αγριοκάτσικο, ξεχασμένο να περιπλανιέται μόνο του μέσα σε κάποιο φαράγγι. Αν δεν είχα ξεμείνει εδώ πάνω, θα ήμουν απέναντι. Εκεί όπου το μάτι δεν μπορεί να διακρίνει ούτε της θάλασσας την άκρη ούτε του κάμπου το τέλος. Εκεί όπου άλλοτε όλα έμοιαζαν παράδεισος. Αλλά, είπαμε. Αυτή ήταν η "συμφωνία". Θα ζήσεις αλλά όχι με τους δικούς σου όρους. Θα είσαι κάτι σαν μετανάστης στον ίδιο σου τον τόπο. Ακόμη χειρότερα -εξόριστος μέσα στην ίδια σου την ύπαρξη. Και ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις όταν βγαίνεις σ' αυτήν την ξέρα είναι ότι θα ζεις με "συμφωνίες". Στην αρχή είναι δύσκολα, άβολα και -θεωρείς- ανελεύθερα. Εκεί ακριβώς όμως έγκειται και το μυστικό. Η ουσία δεν βρίσκεται, δεν είναι κρυμμένη, στην ελευθερία, αλλά στην "προίκα". Στην προίκα σου. Στις πρώτες ύλες σου, που θα σε βοηθήσουν να πραγματώσεις την όποια ελευθερία σου. Εκεί οφείλεις να σκύψεις, αυτές να δεις. Από εκεί να ξεκινήσεις και αυτές να κρατάς γερά κάτω από τη μασχάλη σου. Γιατί μόνο την προίκα σου έχεις.

Απόψε ο καιρός είναι πάλι αγριεμένος. Δεν με φοβίζει πια. Συνήθισα, εξοικειώθηκα με τα στοιχειά. Μόνο που κάποιες φορές με κουράζει. Έτσι απλά, μηχανικά κι αυθόρμητα. Θα επιθυμούσα έναν ήλιο στρογγυλό και τεράστιο να αδειάζει πάνω μου το εκτυφλωτικό του φως και την αφόρητη ζέστη του. Θα είναι εδώ το καλοκαίρι. Άλλη άσκηση αυτή -να περιμένεις.

Προχώρησα στο σκοτάδι.

Εκείνο το αόρατο...*



 Εκείνο το αόρατο μαχαίρι
με βία άνοιξε νέα
μονοπάτια
στο άγριο τοπίο
της ψυχής σου.

Τα διάβηκες
μ' απόφαση 
και πόνο.

Μα κάποτε η πορεία τελειώνει
την ώρα που ζυγιάζεις
και ζυγιάζεσαι απο
τον πιό βαθύ γκρεμό

και τότε νιώθεις πλέον πως
η ματιά σου  είναι τόσο δυνατή
που μπορεί να ζωγραφίσει
το δικό σου κόσμο..


 (Έγραψε η Βασιλική..
Πίνακας: Garden Of Promise: Canvas Classic, του Thomas Kinkade)

* Γραμμένο από την τρυφερή, παιδική, αδελφική μου Φίλη (http://okosmosodikosmou.blogspot.gr/) για μένα, 
τη Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013. 

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Hey, Bulldog!


The Beatles

Sheepdog standing in the rain
Bullfrog doing it again
Some kind of happiness is
Measured out in miles
What makes you think you're
Something special when you smile?

Childlike no one understands
Jackknife in your sweaty hands
Some kind of innocence is
Measured out in years
You don't know what it's like
To listen to your fears

You can talk to me
You can talk to me
You can talk to me,
If you're lon'ly, you can talk to me

Yeah! Hey, oh!
Ho, ho!
Yeah!
Ho, ho, ho, ho!
Ho, ho!

Big man (Yeah!) walking in the park
Wigwam frightened of the dark
Some kind of solitude is
Measured out in you
You think you know me
But you haven't got a clue

You can talk to me
You can talk to me
You can talk to me
If you're lon'ly, you can talk to me

Hey!

Wahoo! Woof! Woof!

Hey bulldog! Hey bulldog!
Hey bulldog! Hey bulldog!

Hey man, what's that noise?

Woof!

What d' you say?

I said woof!

D' you know anymore?


Wooaah! Ha-ha-ha!

You've got it, that's great!
That's right! That's it, man, hoo!

Give it to me, man, hurry!
I've got ten children, ho!

Ah, ho! Ha-ha-ha-ha-ha-ha!

Quiet boy! Quiet!

OK

Hey, bulldog!
Hey, bulldog!



   Ένα τσοπανόσκυλο στέκεται στη βροχή
Ένας ταυροβάτραχος κάνει το ίδιο
Κάποιο είδος ευτυχίας
μετριέται σε μίλια
Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι
είσαι κάτι ξεχωριστό όταν χαμογελάς;


Κανείς δεν καταλαβαίνει την παιδική αγνότητα
-σουγιάς στα ιδρωμένα σου χέρια
Κάποιο είδος αθωότητας
μετριέται σε χρόνια
Δεν ξέρεις πώς είναι να
παρατηρείς τους φόβους σου

Μπορείς να μιλήσεις σε μένα
Μπορείς να μιλήσεις σε μένα
Μπορείς να μιλήσεις σε μένα
Αν είσαι μόνος, μπορείς να μιλήσεις σε μένα

Ναι! Έι-ο!
Χο-χο!
Ναι!
Χο-χο-χο-χο!
Χο-χο!

Ένας σπουδαίος άνδρας (ναι!) περπατάει στο πάρκο
Η μεγάλη καθολική εκκλησία φοβάται το σκοτάδι
Κάποιο είδος μοναξιάς
μετριέται με βάση εσένα
Νομίζεις πως με ξέρεις
αλλά δεν έχεις ιδέα


Μπορείς να μιλήσεις σε μένα
Μπορείς να μιλήσεις σε μένα
Μπορείς να μιλήσεις σε μένα
Αν είσαι μόνος, μπορείς να μιλήσεις σε μένα

 Έι!

Ουάου! Γουφ! Γουφ!

Έι, μπουλντόγκ! Έι, μπουλντόγκ!
Έι, μπουλντόγκ! Έι, μπουλντόγκ!

Έι, φίλε! Τι θόρυβος είν’ αυτός;

Γουφ!

Τι είπες;

Είπα "γουφ!"

Ξέρεις τίποτ’ άλλο;

Ουααααα! Χα-χα-χα!
Το’πιασες!Τέλεια!
Έτσι! Μπράβο, μάγκα, χο!

Δως το μου, φίλε, βιάσου!
Έχω δέκα παιδιά, χο!

Α-χο! Χα-χα-χα-χα-χα-χα!

Ήσυχα, αγόρι μου! Ήσυχα!

Εντάξει

Έι, μπουλντόγκ!
Έι, μπουλντόγκ!


Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Μακριά

Θα παραμένει πάντα ζητούμενο
-η Πατρίδα. Η κάθε "πατρίδα" 
που έχεις κρυμμένη βαθιά μέσα σου
Εκεί πρωτογνώρισες τη σκόνη του δρόμου
και τη στάχτη της μέρας που έσβησε
Εκεί τα αρχαία θροΐσματα
χύμηξαν στα αφτιά σου
για να κατοικήσουν άλλη μια παρθένα γη
Ο πρώτος ήλιος άρχιζε 
να σκαρφαλώνει στον ουρανό
και το πρώτο φεγγάρι να ξεθωριάζει
ξαναβουτώντας στην άβυσσο

Μην την ψάξεις σε χάρτες -δε θα τη βρεις
Δεν είναι φτιαγμένη από υλικό που χαρτογραφείται
Μην την αναζητήσεις στην αγορά -ούτε εκεί είναι
Δεν έχει όνομα, δεν έχει στίγμα, δεν εκτίθεται
Είναι αθόρυβη σαν πούπουλο,
τρομάζει εύκολα και χάνεται πάλι
Γι' αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή και υπομονή
για να φτάσεις κοντά της
Και αγάπη
Είναι αόρατη σα γυαλί
γι' αυτό βλέπεις μέσα της
χωρίς να συνειδητοποιείς ότι είναι εκεί

Αφήνει όμως σκιές όπου κι αν βρίσκεται
Μόνο από αυτές μπορείς να την αναγνωρίσεις
Κυνήγησέ τες, τρέξε πίσω τους
Μη φοβηθείς αν χαθούν στη στροφή
Μην τρομάξεις αν μεγαλώσουν ξαφνικά
Δικές σου ζωές, δικές σου στιγμές,
γεμίζουν κάδρα στο διάδρομο 

Θα ακροβατείς μια ζωή ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο
-όχι ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, 
αλλά ανάμεσα σε ένα άχρονο κάποτε και στο τώρα
Θα ισορροπείς διαρκώς πάνω στον ομφάλιο λώρο
που σε συνέδεσε με το Άπειρο

Το καλοκαιράκι θα σε φτάνουν οι μικρές σπίθες
και το χειμώνα οι ολόλευκες νιφάδες 
θα σου γνέφουν απ' το παράθυρο
Οι μυρωδιές δεν θα είναι ίδιες ποτέ ξανά
και θα καταφέρνουν μόνο να "θυμίζουν"
-ακόμη κι όταν επιστρέφεις εκεί, 
πατώντας τα ίδια χώματα 
και ανασαίνοντας άρρυθμα μες στο ίδιο σκοτάδι

Σχέση μακρινή, σχέση αιώνια,
Θα την τροφοδοτείς συνεχώς
εσύ από μόνος σου
Γιατί από τη στιγμή
που εσύ γεννιέσαι,
εκείνη αποτραβιέται
Σαν ένα παιχνίδι
όπου εκείνη κρύβεται
κι εσύ δεν μπορείς
να την αποφύγεις
Βρίσκοντας πάντα τη χαραμάδα
από όπου θα εισχωρείς
στο στεγνό της μέλλον

Για να συνεχίσει να υπάρχει
Γιατί χωρίς αυτή δεν υπάρχεις ούτε εσύ
Κι έτσι κατορθώνεις και πηγαινοέρχεσαι
Κι έτσι καταφέρνεις και αιωρείσαι αέναα

Για να γίνεσαι Οδυσσέας κι εκείνη Ιθάκη
απομακρύνεσαι ασυνείδητα,
χωρίς να καταλαβαίνεις πως έτσι ξεκινάς
το ταξίδι της επιστροφής
στη Θάλασσα των Σαργασσών σου,
σαν το χέλι που διαρκώς επιστρέφει
-σαν άσκηση σε εμβρυακή στάση με φόντο το χρόνο

Όλη η ζωή μια συνεχής επιστροφή
Το ξέρεις -όλα τα ξέρεις
Και τους ποιητές διάβασες, και τους ρήτορες άκουσες
Και όλες οι Σειρήνες του κόσμου
ήλθαν και τραγούδησαν στα αφτιά σου ψιθυριστά
Και οι προαιώνιες γενιές των ανθρώπων
έσκυψαν στον ύπνο σου και σου έγνεψαν
με τη μορφή προγόνων, πουλιών και αερικών
Σου είπαν πολλές φορές πάντα το ίδιο
-πως όλα είναι ένα ταξίδι γυρισμού

Αλλά εσύ πάλι θα φεύγεις
-τουλάχιστον έτσι θα νιώθεις
ή έτσι θα σου αρέσει
να νομίζεις πως νιώθεις
-πως φεύγεις μακριά

Ο ένας ζήτησε το "ψηλότερα" 
ο άλλος το "τίποτα"
Δίκιο είχαν και οι δύο
ο ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό", 
συμπλήρωσε κάποιος τρίτος
Δίκιο είχαν και οι τρεις
Κι αν ρωτούσαμε και τέταρτο,
δίκιο θα είχε κι αυτός
Το ίδιο θα μας έλεγαν όλοι
-μέχρι την Αλεξάνδρεια...

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Οι κιθάρες μου - GIBSON ES 345TD STEREO

Όπου εμφανιζόταν έκανε εντύπωση. Τόσο για το διάσημο όνομα που έφερε όσο και για τον ήχο της. Θυμάμαι κάποια φορά βρέθηκα σε ένα στούντιο ηχογράφησης με έναν ικανότατο ηχολήπτη -που χρησιμοποιούσε μάλιστα εκείνα τα χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις- και υπήρξε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μου ζήτησε από το κοντρόλ να παίξω κάτι για να ρυθμίσει τον ήχο της. Έπαιξα μερικές νότες και τον είδα πίσω από το τζάμι να απλώνεται στην καρέκλα του, χωρίς να πειράζει κανένα κουμπί στην τεράστια κονσόλα που είχε μπροστά του, και να μου λέει από το μικρόφωνο: "Παίξε οτιδήποτε, απλά και μόνο για να την ακούω. Δεν χρειάζεται κανένα εφέ. Θα την αφήσω σκέτη."

Την πρωτοείδα στη βιτρίνα στις αρχές του 1988. Στο παρελθόν είχε ήδη γνωρίσει άλλους δυο ιδιοκτήτες. Είχε κατασκευαστεί κάπου στα 1971-72 -όπως συμπέρανα πολύ αργότερα από τον αριθμό σειράς. Ήταν δηλαδή αρκετά παλιά πια. Και μάλιστα ήταν και πολύ ταλαιπωρημένη, αφού κάποιος από τους προηγούμενους κατόχους της είχε επέμβει βάναυσα στο ξύλο, προσπαθώντας να εγκαταστήσει τρίτο μαγνήτη και αργότερα κλείνοντας το άνοιγμα όπως-όπως. Δεν πτοήθηκα. Την άκουσα στον ενισχυτή και μαγεύτηκα. Εξάλλου, από μαθητής θυμάμαι να μου αρέσει υπερβολικά το συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά ήξερα πολύ καλά ότι θα αργούσα πάρα πολύ να καταφέρω να την αγοράσω -αν ποτέ τα κατάφερνα. Το κόστος μιας καινούργιας Gibson αυτού του τύπου ήταν τεράστιο για τις οικονομικές μου δυνατότητες. Παρά τα ελατώμματά της, αποφάσισα να την αγοράσω. Ο πωλητής με παρότρυνε. Ώρα σου καλή, Μάρκο μου, όπου κι αν είσαι. Με τα χρόνια γίναμε φίλοι, με εκ βαθέων εκμυστηρεύσεις και συνευρέσεις εκτός μαγαζιού, και διαπίστωσα ότι δεν το έκανε από εμπορικό συμφέρον. Πίστευε αυτά που μου έλεγε. Η κιθάρα ήταν εκπληκτική.

Φυσικά το πρόβλημα ήταν τα χρήματα. Ήμουν φοιτητής και οι 88.000 δραχμές που κόστιζε -ως μεταχειρισμένη, γιατί καινούργια δεν θυμάμαι πόσες εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές κόστιζε, ίσως υπερέβαινε και το εκατομμύριο- ήταν απαγορευτικές. Το μαγαζί ήταν στο κέντρο της Αθήνας κι έτσι μετά το πανεπιστήμιο περνούσα κάθε μέρα και την έβλεπα με μια κρυφή αγωνία μήπως είχε πουληθεί. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με το σχήμα και το χρώμα της στο μυαλό μου. Ένιωθα να με τραβά σαν το μαγνήτη και ήταν αδύνατον να κάνω πίσω. Μίλησα στην αδελφή μου για το θέμα μου κι εκείνη προθυμοποιήθηκε να πάρει δάνειο μέσω της δουλειάς της και να πληρώνω εγώ τις δόσεις. Έτσι το άντεχα, θα τα κατάφερνα. Ήδη εργαζόμουν τα βράδια σε μαγαζιά και δεν φοβόμουν μήπως δεν τα βγάλω πέρα. Όλα εξελίχθηκαν ταχύτατα. Παρακάλεσα τον Μάρκο να μην την πουλήσει αφού ήταν θέμα ημερών να έχω τα χρήματα στα χέρια μου. Όταν πλέον την αγόρασα, το μόνο που θυμάμαι είναι πως την ένιωθα τεράστια μέσα στην παλιά, σκληρή θήκη της -και σίγουρα ήταν πολύ βαριά. Ήταν θεόρατη και όλα εκείνα τα μπιχλιμπίδια που είχε επάνω της -μαγνήτες, διακόπτες, κουμπιά, διακοσμητικά- την έκαναν να μοιάζει με ολόκληρο στολισμένο καράβι στα μάτια μου. Ήμουν μόλις 23 χρονών και είχα μια τέτοια Gibson εκείνη την εποχή. Μεγάλη υπόθεση! 

Ήταν πάντα κάτι σαν την "γιορτινή" κιθάρα μου στα χρόνια που έπαιζα μουσική. Θυμάμαι πως όταν περίμενα κάποια ξεχωριστή βραδιά με φίλους την έπαιρνα πάντα για να παίξω μαζί της. Έπαιξα επίσης μαζί της στο Θέατρο Βράχων, τον Μάιο του 1992, με ενίσχυση πολλών-πολλών βατ. Ήταν αδιανόητος ο ήχος της εκείνο το βράδυ. Όταν ολοκληρώθηκε η παρουσία μας στη σκηνή και κατεβήκαμε, αυτό που είχαν να μου πούνε όλοι ήταν ο υπέροχος ήχος της κιθάρας. Όσο για τα τραγούδια που παίξαμε -κουβεντα! Είχε πολλή πλάκα. Η αλήθεια είναι πως είχα κυριολεκτικά σοκαριστεί γιατί δεν είχα ξαναπαίξει μαζί της σε τόσο ισχυρά μηχανήματα. Επειδή λοιπόν είναι "σκάφος", κούφια δηλαδή στο εσωτερικό της, δεν τολμούσα να σηκώσω τα δάχτυλά μου από τις χορδές ούτε για κλάσμα του δευτερολέπτου, αφού, λόγω του συντονισμού, θα γκρεμίζονταν τα βράχια!

Κάποιο καλοκαίρι στου Ζωγράφου
Έχω αρκετές φωτογραφίες μαζί της και, όντως, διαπιστώνω πως την χρησιμοποίησα σε κορυφαίες στιγμές. Άντεχε τα πάντα. Σε κάθε είδος εμφάνισης. Όταν μάλιστα είχε πίσω της ολόκληρη μπάντα, τότε κυριολεκτικά απογειωνόταν. Γιατί ο ήχος της είναι πολύ έντονος και το εκτόπισμά της τεράστιο. Η αλήθεια είναι πως ήταν δύσκολο να παίξω μόνος μου μαζί της. Γινόταν -δε λέω- και μάλιστα ήταν πολύ γλυκός ο ήχος της σε κάποιες συγκεκριμένες ρυθμίσεις, αλλά το συλλογικό αποτέλεσμα του συγκροτήματος ήταν απίστευτο. Επίσης ήταν πολύ βαριά για τη σκηνή και μεγάλη. Αυτό την καθιστούσε κάπως δύσχρηστη μέχρι να την συνηθίσω, στα πρώτα τραγούδια. Αλλά ήταν θέμα εξοικείωσης. 

Έχει ένα καταπληκτικό μανίκι. Τόσο λεπτό που νομίζεις πως δεν υπάρχει. Αυτό καθιστά το παίξιμο παιχνίδι και νιώθεις το χέρι σου να γλιστρά πάνω της χωρίς καμιά προσπάθεια. Τα τάστα της δηλαδή είναι πανεύκολα. Υπέροχα κατασκευασμένα από την εταιρεία, με αποζημίωναν πάντα για το βαρύ σώμα της. Πάντα είχα την αίσθηση ότι το μανίκι της δεν ήταν φτιαγμένο από ξύλο, μεταλλικά τάστα και εκείνα τα υπέροχα φιλντισένια διακοσμητικά. Είχα την αίσθηση ότι πρόκειται για φτερό. Τόσο απαλό και βελούδινο είναι στην αίσθησή του. Και αέρινο. Το χέρι και τα δάχυλα κυριολεκτικά ίπτανται από πάνω του.

Εκεί όμως που φαίνεται ξεκάθαρα η ποιότητα του οργάνου είναι το κούρδισμα. Δεν προλαβαίνω να στρέψω το κλειδί και η νότα έχει έλθει στη θέση της, στην οποία διατηρείται για σχεδόν δώδεκα δευτερόλεπτα! Το ίδιο συμβαίνει τόσο στην οκτάβα όσο και στην αρμονική. Η βελόνα στο παλιό κουρδιστήρι παραμένει καρφωμένη και ασάλευτη. Μόλις εκπνεύσει ο χρόνος των αρκετών δευτερολέπτων, η βελόνα πέφτει απόλυτα ομαλά και γλυκά μέχρι πίσω. Αφού κάθε φορά που την κουρδίζω, κάθομαι και χαζεύω τη βελόνα, χωρίς να πιστεύω αυτό που βλέπω. Γιατί κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σε καμιά άλλη κιθάρα μου -και, απ' όσο γνωρίζω, είναι γενικά πάρα πολύ σπάνιο. Α! Και κάτι άλλο. Το κούρδισμά της δεν επηρεάστηκε ποτέ από την υγρασία. Εκεί που την αφήνω, εκεί την ξαναβρίσκω. Ο καιρός αλλάζει, βγαίνει ήλιος και η ατμόσφαιρα βράζει και στεγνώνει, συννεφιάζει και βρέχει καταρρακτωδώς για μέρες -αυτή δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ακόμη και μετά από μήνες -αδιανόητα πράγματα. Λες και ζει στον κόσμο της. Σε έναν κόσμο μονωμένο από το υπόλοιπο εξωτερικό περιβάλλον, από το οποίο παραμένει ανεπηρέαστη και άθικτη. Στη γυάλα της.

Όλοι λένε -και μερικώς έχουν δίκιο- πως το μεγάλο πρόβλημα σε αυτά τα μοντέλα είναι τα ηλεκτρικά τους. Όχι η αξιοπιστία τους, αλλά το γεγονός πως δεν υπάρχει πρόσβαση στα διάφορα κυκλώματα. Δεν υπάρχει βιδωτό καπάκι στο πίσω μέρος, το οποίο να ανοίγει και να μπορείς να παρέμβεις για να την επιδιορθώσεις. Εγώ πάντως νομίζω πως ο λόγος είναι πολύ-πολύ απλός. Δεν χρειάζεται επιδιορθώσεις. Είναι στα χέρια μου εικοσιπέντε χρόνια τώρα και δεν έχει συμβεί το παραμικρό. Ούτε καν παράσιτα από τη σκόνη και τα χρόνια που πέρασαν. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Ό,τι πληρώνεις παίρνεις, λέει η γνωστή έκφραση. Εδώ επιβεβαιώνεται περίτρανα. Μιλάμε για την κορυφαία εταιρεία στον κόσμο και για ένα κορυφαίο μοντέλο της. Παρά το γεγονός ότι είναι τόσο γερασμένη και ταλαιπωρημένη, λειτουργεί άψογα. Και, σημειωτέον, υπάρχει κι εκείνος ο εξαθέσιος varitone διακόπτης που πρέπει να είναι μεγάλος ηλεκτρονικός μπελάς με περίπλοκο κύκλωμα... Όλα τέλεια όμως. Τόσο λειτουργικά όσο και κατασκευαστικά. Η κιθάρα απλώς γερνάει φυσιολογικά. Οι διακόπτες χάνουν τη γυαλάδα τους, τα μεταλλικά τμήματα θαμπώνουν και ξεθωριάζουν και το ξύλο στεγνώνει.

Όταν φέτος αποφάσισα να συντηρήσω αλλά και να βελτιώσω τις κιθάρες μου, η Gibson έκανε -κυριολεκτικά- εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς! Ανοίχτηκαν και καθαρίστηκαν οι μαγνήτες, γυαλίστηκαν τα καπάκια τους, αντικαταστάθηκαν τα παλιά, φθαρμένα μεταλλικά τμήματα, που από χρυσά είχαν σχεδόν ξεφλουδίσει, αντικαταστάθηκαν τα μεταλλικά κλειδιά της GROVER με καινούργια χρυσά της GIBSON με κοκκάλινη λαβή, αγοράστηκε νέο μαύρο προστατευτικό πλαστικό για τις γρατζουνιές και...τέλος, βρήκα και αγόρασα το σχεδόν τριγωνικό τμήμα στην κορυφή του μπράτσου, με την κατακόρυφη λέξη STEREO, που είχε εξαφανιστεί από κάποιον προηγούμενο κάτοχο. Στην εποχή του Διαδικτύου όλες αυτές οι βελτιώσεις -αποτέλεσμα συναλλαγών- έχουν γίνει πανεύκολες. Όλα τα καινούργια εξαρτήματα κατέφθασαν ταχυδρομικά από την Αμερική μέσα σε λίγες μέρες. Έψαξα, τα βρήκα και τα παρήγγειλα. Τόσο απλά. 

Ήταν ώρα όμως. Την ταλαίπωρη, την είχαν διαλύσει, την είχαν εξοντώσει, της είχαν αλλάξει τη "φύση". Δεν άντεχα να την βλέπω έτσι πια, σαν ξεπεσμένη αρχόντισσα μέσα σε φθαρμένες παμπάλαιες τουαλέτες να σέρνονται και να μαζεύουν τη σκόνη των πατωμάτων και του χρόνου. Εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια ζούσε έτσι, φυτοζωούσε. Χαμένος στις προσωπικές διαδρομές μου εκείνα τα χρόνια, ούτε που έβλεπα πόσο παρατημένη ήταν. Μου ήταν αδύνατο. Είχα να ασχοληθώ με δικά μου θέματα και να ομφαλοσκοπήσω αρκετά. Πού καιρός για να στρέψω τα μάτια μου δίπλα μου; Να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να την βελτιώσω και να την ομορφήνω ξανά. Της αγόρασα και καινούργια θήκη -μια πανέμορφη σοκολατί με κόκκινη εσωτερική επένδυση και πολλές πόρπες ασφάλισης. Η παλιά vintage εργοστασιακή θήκη με την χρυσή μεταλλική πλακέτα της φίρμας δεν πετάχτηκε. Μπήκε σε μεγάλη νάιλον σακούλα και φυλάχτηκε. Είχε διαλυθεί. Δεν γινόταν να χρησιμοποιείται πια. Αλλά δεν μου πήγαινε και η καρδιά να την πετάξω. 

Σαν σφήνα μου γεννιέται στο κεφάλι κάτι άλλο τώρα. Κάτι που δεν έχει σχέση με την κιθάρα, αλλά που ξαφνικά ξεπρόβαλε φλεγόμενο, αναζητώντας απαντήσεις. Δεν ξέρω τι νόημα έχει να κρατάω πράγματα που γνωρίζω πως δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω ποτέ. Τα τελευταία χρόνια, που μεγαλώνω και οι δεκαετίες κάνουν γρήγορα φτερά, έχω πετάξει πολλά πράγματα και ενθύμια, γεγονός που σε άλλες εποχές θα θεωρούσα αδιανόητο. Αλλά δεν με ενδιαφέρουν πια παρά μόνο όσα χρησιμοποιώ. Είτε πρόκειται για ρούχα, είτε για αντικείμενα, είτε για "ζωντανές" αναμνήσεις, που όμως έκαναν τους κύκλους τους. Έτσι πέταξα ένα πρωί εδώ και χρόνια τις εκατοντάδες κασέτες μου. Φρόντισα να αντιγράψω όσα ανεπανάληπτα αποτυπώματα ζωής περιείχαν και τις πέταξα. Και ένιωσα να φεύγει ένα βάρος από πάνω μου. Ένιωσα να ελαφραίνω και τα πόδια μου να πατάνε λιγότερο βαριά στη γη. Εξάλλου, αυτό είναι το ζητούμενο. Να ζω με λίγα. Για να μην ξεχνάω ούτε στιγμή τη μοίρα και τον προορισμό μας. Ότι δεν παίρνουμε τίποτα μαζί μας στο τέλος. Παρ' όλα αυτά, έχω ακόμη αρκετά. Μακάρι να μπορούσα να κρατήσω μόνο τις κιθάρες μου -αλλά κι απ' αυτές το ιδανικό θα ήταν να παραμείνω με μία, στην πραγματικότητα δεν χρειάζεσαι δεύτερη-, τα πιο αγαπημένα βιβλία μου, τον υπολογιστή μου (πλέον, αφού είναι η σύγχρονη "βιβλιοθήκη" και "δισκοθήκη" μας) και τα απαραίτητα ρούχα. Ελάχιστα μάλιστα. Δυο ζευγάρια αθλητικά παπούτσια, τα μαύρα φανελάκια μου και όλες τις μαύρες φόρμες και μαύρες μπλούζες. Τέλος, το αμερικάνικο μπουφάν, που ζει και βασιλεύει τόσα χρόνια και είναι παντός καιρού. Τίποτε άλλο. Με συντροφιά τον καφέ. Εσπρέσο σκέτο. Διάβασμα, δουλειά, μουσική ακρόαση, κιθάρα. Μ' αυτά.

Από αλλού όμως ξεκίνησα και μακριά έφτασα. Αυτό έτσι είναι. Δεν το ελέγχεις. Η σχέση με τη μουσική, η σχέση με τα όργανα, είναι μεταφυσική. Γιατί έχει να κάνει με την ψυχή, που δεν έχει καταγραφεί και χαρτογραφηθεί ακόμη από την επιστήμη. Και -μοιραία- αυτά τα δυο είναι δεμένα αλληλένδετα μεταξύ τους. Η μουσική και η μεταφυσική. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Το ένα εμπνέει το άλλο. Το ένα ακουμπά στο άλλο όταν το ένα από τα δυο υποφέρει ή στενοχωριέται.

Η Gibson έλαμψε και ακτινοβόλησε μέσα στη νέα της φορεσιά. Το ξύλο σαν να φωτίστηκε και τα ένθετα φιλντισένια διακοσμητικά στο μανίκι άστραψαν. Μέσα στη νέα της θήκη η χρωματική αντίθεση του χρώματος του ξύλου και των χρυσών εξαρτημάτων με την πύρινη εσωτερική επένδυση είναι εκτυφλωτική. Και κάθε φορά που την ανοίγω για να παίξω είναι χαρούμενη και φωτεινή -σαν να μου χαμογελάει.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Ελλάς, η Χώρα των Ονείρων

Μουσική και τραγούδια για το ομώνυμο γερμανικό ντοκιμαντέρ του Wolfgang Mueller-Sehn (1960-61).
Στίχοι: Νίκου Γκάτσου & Μάνου Χατζιδάκι.
Τραγουδά η Νάνα Μούσχουρη.


Τελική μορφή του έργου, αναθεωρημένη από τον συνθέτη (βασισμένη στο ποίημα
Αμοργός του Νίκου Γκάτσου) γιατί το συνολικό μουσικό αποτέλεσμα της ταινίας δεν τον είχε ικανοποιήσει. Σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις στο οπισθόφυλλο της έκδοσης: "Ευτύχημα είναι ότι η FONTANA κατενόησε την ιδιαίτερη σημασία της μουσικής μου και μου ΄δωσε τελευταία την ευκαιρία να ξανασυνδέσω τα μέρη της σε μια οριστική και διάφορη σειρά απ΄ αυτή που είχε στην ταινία, έτσι που να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη κι ολοκληρωμένη μορφή μουσικού έργου".

Ηχογράφηση: Οκτώβριος-Νοέμβριος 1960.
Δεύτερη έκδοση (1972): Δίσκος 33 στροφών (Fontana: 6484 001-PolyGram).
Τρίτη έκδοση (1988): CD (Fontana: 836 536-PolyGram).


Μια πανέμορφη δουλειά του Μάνου Χατζιδάκι, με συμπυκνωμένη όλη τη συνθετική μεγαλοφυία του, όπως αποδεικνύεται περίτρανα από τα αμέτρητα μουσικά θέματα τα οποία την πλαισιώνουν. Από το γνωστό, παλιό μουσικό σήμα του Τρίτου Προγράμματος μέχρι την διάσημη Αθήνα αλλά και από το εκπληκτικά μελοποιημένο απόσπασμα από την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου μέχρι το λυρικότατο Το πέλαγο είναι βαθύ σε στίχους του ίδιου του συνθέτη.

Το έργο:

1.   Αθήνα
2.   Ήταν του Μάη το πρόσωπο (ποίηση: Νίκος Γκάτσος)
3.   Πελοπόννησος-Μυστράς
4.   Πύλος-Μεθώνη-Μάνη
5.   Στην αγορά
6.   Ποτάμια και γέφυρες
7.   Σαν σφυρίξεις τρεις φορές (στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις)
8.   Μετέωρα
9.   Δωδώνη και Πέλλα
10. Αθήνα (στίχοι Νίκος Γκάτσος)
11. Σούνιο-Αιγαίον Πέλαγος
12. Θέμα Αιγαίου
13. Καλυμνιώτικο (στίχοι: Νίκος Γκάτσος)
14. Σκύρος-Σκόπελος
15. Ρόδος-Μιραμάρε
16. Μύκονος-Ανεμόμυλοι
17. Ικαρία-Κάμειρος-Λίνδος
18. Το πέλαγο είναι βαθύ (στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις) 

"Στον κινηματογράφον Αττικόν η Σκούρας Φιλμ επρόβαλε σε πανηγυρική παράσταση το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ Ελλάς, η χώρα των ονείρων". Με την γνώριμη δωρική φωνή ο εκφωνητής των επικαίρων, τον Ιανουάριο του 1962, προλόγιζε την ενότητα των επικαίρων με τα καλλιτεχνικά νέα. Πολιτικοί, ξένοι επίσημοι, δημοσιογράφοι και απλός κόσμος στην κατάμεστη αίθουσα του Αττικόν υποδέχονται την επίσημη πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, που φιλοδοξούσε να κάνει γνωστή την ανερχόμενη τότε τουριστικά Ελλάδα.

Μια άλλη Ελλάδα, μια άλλη Αθήνα, ένα τόσο διαφορετικό σήμερα κι ένα αύριο γεμάτο ελπίδες και όνειρα χρωματιστά, βγαλμένα μέσα από τις παλέτες του Τσαρούχη και του Μόραλη αλλά και τα σκίτσα του Μποστ. Μια χώρα κυριολεκτικά βουτηγμένη στην ποίηση και στις μουσικές, στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον -που έδειχνε να έρχεται αναπόφευκτα. Η Ελλάδα του δεύτερου ρυθμού ανάπτυξης στον κόσμο ολόκληρο. Το Νόμπελ ταξίδεψε μέχρι τις ακτές του Αιγαίου και χάιδεψε -μετά από σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια σκότους και έλλειψης αναγνώρισης και παραδοχής, από την εποχή των μεγάλων τραγωδών και κωμικών- τον τόπο όπου γεννήθηκαν ο Λόγος, η Ποίηση, το Δράμα και η Δημοκρατία. Τα ανήμπορα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου έμοιαζαν πολύ μακρινά πια. Το κατεστημένο έτριζε από τα θεμέλια και σε λίγο θα σωριαζόταν πια οριστικά μπροστά στα πόδια ενός λαού που με την πρώτη ευκαιρία ξεχυνόταν στους δρόμους προκειμένου να υπερασπιστεί τα τόσο πολύτιμα και ευλαβικά φυλαγμένα ιδανικά του. 

"Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων". Εκείνη η χώρα των ονείρων σε λίγα χρόνια επρόκειτο να ζήσει έναν μεγάλο εφιάλτη, ένα πολύ κακό όνειρο από το οποίο ουσιαστικά δεν ξύπνησε ποτέ. Ήλθε εκείνη η "Χαμένη Άνοιξη" του Στρατή Τσίρκα και πέρασε από πάνω της σαν λαίλαπα, ισοπεδώνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Για άλλη μια φορά οι άνθρωποι που κατοικούσαν αυτόν τον τόπο δεν κατάφεραν να κλείσουν με τα χέρια τους τον κύκλο του χορού. Και κάπου δημιουργήθηκε ένας αδύναμος κρίκος από όπου χύμηξε ξανά το τέρας της διχόνοιας και σκόρπισε τους πάντες. Για να ξαναρχίσει "το πανάρχαιο δράμα". 

Η Χώρα των Ονείρων χάθηκε από την έμπνευση και τα ενύπνια των παιδιών της. Είχε κάνει πάλι φτερά για άλλες εποχές, άλλες διαστάσεις. Η αυγή θα αργούσε για άλλη μια φορά.