Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Ένα ύψιστο δικαίωμα

Ας τον συνοδεύσουμε λοιπόν κι εμείς με τη σειρά μας

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, και στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπου στη Γη, παραδίδουν τον θάνατό τους στις θρησκείες; Γιατί ένα τέτοιο ύψιστο δικαίωμα να το διαχειρίζονται κάποιοι εντελώς άγνωστοι; Γιατί πρέπει να εμφανίζεται -εντελώς από το πουθενά- ένας ιερέας κάποιας θρησκείας ή αίρεσης, ή ένας μάγος μιας δοξασίας και να αναλαμβάνει απόλυτη εξουσία πάνω στο νεκρό σώμα του ανθρώπου; Με ποιο δικαίωμα; Ποιος το επιτρέπει; Από πού αντλούν αυτό το δικαίωμα αυτοί οι άνθρωποι; Φυσικά και είναι ρητορικά τα ερωτήματα αφού η απάντηση είναι γνωστή στα ελεύθερα πνεύματα.

Πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο βιασμό της "ύπαρξης" (με την ευρύτερη έννοια, συμπεριλαμβάνοντας και την "μη-ύπαρξη"). Κατανοητός βέβαια, αφού ο μέγιστος φόβος του ανθρώπου από τις πρώτες του στιγμές στον πλανήτη είναι ο θάνατός του. Εκεί ακριβώς επένδυσαν και επενδύουν όλοι αυτοί οι άγνωστοι και σκυλεύουν τον νεκρό κλέβοντας αυτές τις μοναδικές στιγμές του.

Μακάρι να έλθει μια μέρα που δεν θα υπάρχουν τέτοιες εξουσίες. Που ο νεκρός θα είναι νεκρός για όλους εκείνους για τους οποίους ήταν ζωντανός όταν ήταν ζωντανός. Για τους δικούς και κοντινούς του, δηλαδή. Χωρίς τα σημερινά πανηγύρια και τις εξάρσεις. Χωρίς όλη αυτή την ανόητη υμνολογία που ακολουθεί αυτές τις εκδηλώσεις. Χωρίς τις χρυσοποίκιλτες πομπές και τους λόγους.

Δεν χρειάζονται πατέρα οι ενήλικες άνθρωποι. Η διαρκής αναζήτηση πατέρα αποτελεί καθήλωση σε εκείνο το στάδιο. Και δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη.

Θα έλθει μια τέτοια μέρα. Αν ο άνθρωπος καταφέρει και επιβιώσει ως είδος, το πιθανότερο είναι να έλθει.

Τι καραγκιοζιλίκια. Και πόσος φασισμός. Η πηγή -ίσως- όλων των δεινών σε αυτήν την πορεία επάνω στη Γη.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Στο Μάη του '68

Δεν έχει δρόμο. Είναι όλοι χιλιοπερπατημένοι. Κι εγώ ακόμα ψάχνω -ψάχνω; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πού πάνε; τι λένε; τι σκέφτονται; Τι είναι οι άνθρωποι; Τι; Εγώ δεν κατάλαβα ποτέ. Συνήθισα μόνο. Να είμαι. Όπως όλοι τους. Το τίποτα. Τα πάντα. Το άγνωστο.

Αν είχαν νιώσει κάτι άλλο, ίσως είχαν κάνει κάτι. Ίσως είχαν κάνει επανάσταση. Ενάντια σε όλα. "Το υγιές μας ένσικτο μας έδειχνε πως έπρεπε ν' αρχίσουμε γκρεμίζοντας", όπως λέει ο Κώστας Ταχτσής. Ή, όπως τότε, τον Μάη του '68 στο Παρίσι. ΚΑΤΙ έγινε τότε. Αλλά ήλθε αυτό που οι άνθρωποι λένε "εξουσία", "δύναμη, "συμφέρον", "ισχύς", και τα σάρωσε όλα. Τα έκανε "κέρδος" (έτσι το λένε από αρχαιοτάτων χρόνων) στις τσέπες τους. Τα κατέστρεψε όλα. Έγδυσε τους νέους και τους έστησε μπροστά σε παραμορφωτικούς καθρέφτες. Για να νιώσουν ενοχές, για να πιστέψουν ότι όλο εκείνο ήταν "θνησιγενές", και τελικά, για να αποκαθηλώσουν -πρώτοι οι ίδιοι οι επαναστάτες- τους εαυτούς τους και να υψώσουν "θεούς" στη θέση τους.

Και οι απορίες έμειναν απορίες. Αναπάντητες. Και οι αγωνίες έγιναν πέτρες σκληρές. Αναλλοίωτες. Άλλη μια ευκαιρία -τόσο μεγάλη- είχε χαθεί. Ποιος ξέρει πια αν και πότε θα έλθει άλλη. Εποχές με οράματα. Κι άλλες, βουτηγμένες στη λάσπη.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Πανσέληνος, 29 Απριλίου 2018


Ξυπνάς στις 6 παρά, γεμάτος όνειρα. Η παλιά ζωή της μουσικής είναι πάλι εδώ και σε ζητάει πίσω. Αναρωτιέσαι πώς θα τα καταφέρεις χωρίς εκείνον δίπλα σου, που έφυγε για πάντα. Παρηγοριέσαι στην ιδέα πως θα επιστρέψεις στον ίδιο χώρα, στο ίδιο μαγαζί, στο ίδιο πάλκο, κι έτσι θα είναι τουλάχιστον ο χώρος γνώριμος και οι άνθρωποι δικοί σου. Όταν σκέφτεσαι την Ελλάδα της κρίσης και ότι μπορεί να μην έρχεται πια ο κόσμος -όπως τότε, που συνέρρεαν-, συνειδητοποιείς ότι δεν θα το κάνεις για το νυχτοκάματο -όπως τότε. Συνειδητοποιείς πως δεν το έχεις ανάγκη αφού "είσαι πια αυτάρκης" από άλλη δουλειά. Και επίσης νιώθεις πως μεγάλωσες. Και νιώθεις πως εκεί μέσα θα είσαι μεγάλος. Αλλά μάλλον ούτε αυτό σε σταματά.

"Πρέπει μάλλον να βρω τον Γιάννη. Να έχω τουλάχιστον, να ξεκινήσω, από τον ντράμερ".


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Μια μάνα ανόητη

                                                                                     The Eagle*


Δυστυχώς, είχα μια μάνα χαζή, πολύ κοντή στο μυαλό. Και η χαζομάρα της φάνταζε ακόμη περισσότερο επειδή εγώ ήμουν ένα υπερβολικά έξυπνο και αισθαντικό παιδί. Ας μιλήσω ρεαλιστικά και μόνο με γεγονότα. Χωρίς εξάρσεις και συναισθηματισμούς -τους οποίους άλλωστε έχω προ πολλού αφήσει πίσω μου**. Μ' αρέσει μόνο η αλήθεια. Αυτή μου άρεσε από την ημέρα που γεννήθηκα. Την είχα πάντα τον καλύτερο φίλο μου.

Ο χαζός άνθρωπος μπορεί να γίνει μεγάλη τροχοπέδη για τους γύρω του. Και όσο πιο κοντινοί είναι αυτοί, τόσο πιο πολύ τους φρενάρει. Όταν μάλιστα ο χαζός άνθρωπος είναι γεμάτος και από φοβίες, τότε έχουμε έναν καταστροφικό συνδυασμό. Γιατί τις περισσότερες φορές ο χαζός εξαρτάται από τους άλλους και προσκολλάται τραβώντας τους προς τα κάτω. Απλώς είναι αδύνατο να παρακολουθήσει την εξέλιξη των πραγμάτων, ουσιαστικά την εξέλιξη της ζωής, κι έτσι δημιουργεί μόνο προβλήματα. Καλύτερα μείνε μακριά του. Τι γίνεται, όμως, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος τυχαίνει να είναι γονέας σου και μάλιστα μητέρα σου; Εδώ έχουμε θέμα.

Η μάνα μου ήταν ένας άνθρωπος που δεν εργάστηκε ποτέ. Δεν έβγαλε ούτε μια δραχμή με τον κόπο της -κι έτσι ήταν δύσκολο να αντιληφθεί και να εκτιμήσει τι σημαίνει δουλειά. Για μένα, όπως και για τον περισσότερο κόσμο, από εκεί ξεκινούν πολλά. Όταν ζεις όλη σου τη ζωή με απόλυτα καλυμμένα τα νώτα σου, όταν ποτέ δεν έχεις την ανησυχία της κάλυψης των αναγκών σου, όταν ποτέ δεν έχεις βρεθεί χωρίς δουλειά -και, συνεπώς, χωρίς έσοδα-, όταν η τροφή και η περίθαλψή σου είναι δεδομένες για πάντα, όταν, όταν, όταν, τότε -για μένα- δεν πήρες χαμπάρι τι είναι ζωή. Πέρασες και δεν ακούμπησες. Και είσαι άχρηστος σε αυτόν τον κόσμο αφού δεν συνεισέφερες με την ανθρώπινη εργασία και προσφορά σου. Με τον κόπο και τον ιδρώτα σου. Με την αγωνία και τη δημιουργία σου.

Επειδή όμως η μάνα μου ήταν και αδιανόητα φοβική, υπήρξε και επικίνδυνη -ως μάνα. Γιατί με έκανε κι εμένα αδιανόητα φοβικό, σε σημείο που να προτιμήσω να κλειστώ σε κελί για να ζήσω τελικά τη ζωή μου. Φυσικά και δεν έκανα δικά μου παιδιά. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να τα έχω ζήσει και κατανοήσει τόσο βαθιά όλα αυτά και να μην έχει κυριολεκτικά διαλυθεί κάθε θετική και ελκυστική εικόνα μέσα μου για μια τέτοια προοπτική; Ούτε ο έρωτας μπόρεσε να με πάρει μαζί του και να με παρασύρει σ' αυτό το θέμα. Ποιος; Ο έρωτας, που μετακινεί βράχους και ορίζει τα πάντα στη ζωή. Και σίγουρα ερωτεύθηκα παράφορα στη ζωή μου -και όχι μόνο μια φορά.

Ευτυχώς έμαθα να κατανοώ -και γι' αυτό να συγχωρώ- και τελικά να αγαπάω. Αυτό ήταν μάλλον ό,τι κέρδισα. Θα μου πεις αυτό μπορεί και να ήταν στις "προδιαγραφές" μου. Κανείς δεν το ξέρει και κανείς δεν θα το μάθει ποτέ.

Δεν έχω κανένα θυμό πια. Παλιότερα είχα. Κι ας μου κατάστρεψε το μέλλον (όταν ακόμη ήταν μέλλον). Κι ας μου ζήτησε κάποτε -μετά από δεκαετίες- συγγνώμη γι' αυτό (Είμαι σίγουρος πως ο παπάς της το υπέδειξε-επέβαλε. Τέτοιοι υποκριτές και κίβδηλοι είναι όλοι αυτοί της "θρησκείας".). Φυσικά της είπα ότι δεν της κρατάω κανένα θυμό και ότι καταλαβαίνω πως η θέση της ήταν πολύ δύσκολη τότε που εκλήθη να αποφασίσει αν θα με αποχωριζόταν (ετέθη θέμα μέχρι και να με έστελναν στην Αμερική, σε ειδικά σχολεία, γιατί ήμουν πολύ "προχωρημένο" παιδί για την ηλικία μου). Βέβαια, υπήρχε και η εκδοχή του "καλού" σχολείου στην Ελλάδα για να με έστελναν, αλλά ούτε αυτό έγινε -και εδώ ήταν υπεύθυνοι και οι δυο γονείς μου. Δεν πήγα ποτέ. Και έμεινα να βαριέμαι δώδεκα χρόνια στο κοινό δημόσιο σχολείο, να πηδάω από τα παράθυρα και να το σκάω, να προσπαθώ να το εγκαταλείψω (όπως ΚΑΙ το σπίτι των γονιών μου), να βρίσκω διέξοδο τελικά στη μουσική και στην κιθάρα. Φυσικά να περνάω στο πανεπιστήμιο με ελάχιστο διάβασμα, κ.λπ., κ.λπ.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Για το λόγο που γράφω σχεδόν τα πάντα από τη ζωή μου -τα υπόλοιπα, από το "σχεδόν" μέχρι "τα πάντα" θα γραφτούν σιγά-σιγά στο μέλλον, καθώς θα απελευθερώνομαι ολοένα και περισσότερο. Για να βγάλω από μέσα μου ό,τι έχω και δεν έχω. Γιατί νιώθω πως δεν μου ανήκει. Ανήκουν σε όλους τους ανθρώπους αφού πάρα πολλοί άλλοι τα έχουν ζήσει ή θα τα ζήσουν. Και αυτό είναι μια "παρέα", μια παρηγοριά.

Δυστυχώς τη μάνα μου δεν μπορούσε ποτέ κανείς να την προσεγγίσει ούτε με τη λογική, ούτε με το συναίσθημα, ούτε με την ενσυναίσθηση. Μπορούσε μόνο με άξονα το "τι θα πούνε οι άλλοι", με άξονα τη θρησκεία και το "τι λέει ο παπάς" της, και με το συμφέρον. Το τελευταίο ήταν και το εντονότερο χαρακτηριστικό της. Να μην την "κλέψουν", να μην την "γελάσουν", να μην την κοροϊδέψουν. Ο ανόητος άνθρωπος γίνεται ο χειρότερος φασίστας.

Απλώς την έχω βαρεθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Τηρώ τα απολύτως τυπικά μόνο και μόνο για να μην έχω ιδιαίτερα προβλήματα μαζί της. Εξάλλου, αυτό είναι το παιχνίδι που η ίδια με δίδαξε. Δεν πηγαίνω σχεδόν ποτέ να τη δω στο χώρο της. Είναι πιο πνιγηρός κι απ' την ίδια. Όλα ακούνητα εδώ και δεκαετίες. Όλα αχρησιμοποίητα -γι' αυτό και δεν φθείρονται. Μια αρρώστια παντού. Αν την αγαπώ; Την αγαπώ επειδή η σχέση αυτή τρέχει στο αίμα. Την αγαπώ δηλαδή "αναπόφευκτα". Μακάρι να μπορούσα να κάνω αλλιώς. Να μην ένιωθα τίποτα. Βέβαια, στο λογικό επίπεδο επεξεργασίας αυτής της σχέσης δεν νιώθω ιδιαίτερα πράγματα. Ούτε αγάπη, ούτε συμπάθεια, ούτε τίποτα. Μια συνήθεια πενήντα τόσων χρόνων. Μετά από τόσο χρόνια συνηθίζεις και τις αλυσίδες σου και σου λείπουν αν σου τις πάρουν. Πόσο μάλλον έναν ζωντανό άνθρωπο. Αλλά αυτό δεν εμπεριέχει αλήθεια. Το γνωρίζω πολύ καλά πια. Το μυαλό μου καθάρισε. Διότι, μέσα σ' όλα, παραλίγο να γίνω και αλκοολικός. Ευτυχώς εκεί τα κατάφερα μόνος μου και δραπέτευσα. Και με τη βοήθεια της αγάπης και της ψυχιατρικής, σώθηκα.

Φυσικά και θα μπορούσα να γράψω πολλά. Η αλήθεια δεν ξεγράφεται, είναι η μάνα μου. Και ο δεσμός είναι ο βαθύτερος στη φύση. Ιδιαίτερα μάλιστα ο δεσμός του γιου με τη μάνα. Ό,τι χειρότερο σε τέτοιες περιπτώσεις. Είναι όμως ταυτόχρονα κι αυτή που μου κατέστρεψε τις σχέσεις μου με τις γυναίκες και στην κυριολεξία με ευνούχισε. Η ίδια, όπως μου εξομολογήθηκε πριν από λίγα χρόνια μέσα σε φοβερή ένταση ψυχής, δεν αγάπησε και δεν εμπιστεύθηκε ποτέ τους άνδρες. Ε, και τι να κάνουμε; Να πέσουμε να πεθάνουμε όλοι γι' αυτό; Διότι εκείνη αυτό θα ήθελε. Προφανώς είχε κι εκείνη τις πληγές της. Στη δική της ζωή. Τις οποίες όμως -εκεί είναι το άχρηστο του χαρακτήρα και της ύπαρξής της- τις μετέφερε αυτούσιες στην επόμενη γενιά. Χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να βελτιωθεί. Δεν την ενδιέφερε. Το μόνο που την ενδιέφερε πάντα ήταν η ασφάλειά της και το συμφέρον της. Γι' αυτό τώρα που γέρασε, όλα περιστρέφονται γύρω από τα λεφτά. Κοιμάται και ξυπνάει με το άγχος των χρημάτων (ενώ, φυσικά, δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα). Μεγάλη κατάντια αλλά και μεγάλη αποκάλυψη για όσους πίστευαν άλλα πράγματα για εκείνη μια ολόκληρη ζωή.

Απογόνους δεν αφήνουν μόνο οι άνθρωποι. Έχουν και τα ζώα αυτό το προνόμιο. Δεν διέφερε σε τίποτα από τα ζώα όσον αφορά σε όσα έκανε για εμένα. Τα απολύτως στοιχειώδη. Το φαγητό, την σχετική φροντίδα στην αρρώστια, το πλύσιμο και την καθαριότητα (νεύρωση βαθιά κι απόλυτη -εξηγεί πολλά).

Αλλά, είπαμε. Ήταν χαζή. Πώς θα μπορούσε κανείς να περιμένει από έναν χαζό άνθρωπο κάτι περισσότερο από αυτά που κάνει ένα ζώο -που στερείται λογικής και επαγωγικών συνειρμών;
 

* Στη φωτογραφία ο "Αετός", η σεληνάκατος της διαστημικής αποστολής Απόλλων 11, της πρώτης που προσεληνώθηκε. Είχα δει όλη την αναμετάδοση στην τηλεόραση, μικρό παιδάκι, και τότε γεννήθηκε μέσα μου η διάθεση να πάω στην Αμερική να "δουλέψω εκεί, με τα διαστημόπλοια". Φυσικά δεν έγινε τίποτα. Όταν σου κλείνουν το δρόμο και επιπλέον -και κυρίως αυτό- σε ευνουχίζουν, είναι αδύνατο να τολμήσεις ακόμη και να το ονειρευτείς αργότερα στη ζωή σου. Στην Αμερική δεν ταξίδεψα ακόμη. Τουλάχιστον όμως σπούδασα Φυσική.

** Την άποψη "υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν μάνα" την θεωρώ στείρο συναισθηματισμό και επιχείρημα φοβικών ανθρώπων. Σε εκείνη την περίπτωση θα τα βίωνα όλα αλλιώς. Αυτό όμως δεν μπορεί να με κάνει να "φοβάμαι" να πω όσα νιώθω και βιώνω. Είναι σαν τους θρησκευόμενους, που πιστεύουν σε θεό επειδή -στην πραγματικότητα- είτε φοβούνται τον θάνατο είτε έβαλαν τον θεό στη θέση του πατέρα που έπαψαν να έχουν καθώς απλώς "μεγάλωναν" αλλά δεν ωρίμαζαν (Ζ. Φρόιντ).

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Ένα γράμμα


Λέω να σου γράψω δυο λόγια, που ξέρω πως δεν θα διαβάσεις μάλλον ποτέ.
Εγώ, βλέπεις, δεν ήμουν τυχερός σαν κι εσένα και βρέθηκα εδώ με σάρκα και οστά.

Δεν με ρώτησε κανένας αν ήθελα.
Είμαι σίγουρος ότι δεν έγινε τίποτα τέτοιο σε κανένα επίπεδο συνειδητό αυτού του κόσμου.

Και ότι δεν γίνεται για κανέναν.

Έτσι λοιπόν, απλώς "βρέθηκα".
Και το κατάπια αμάσητο.
Και οι ερωτήσεις άρχισαν κάποια στιγμή να πέφτουν βροχή από εμένα.

Ζούμε σε ένα σύμπαν που κυριαρχείται, διέπεται, από τη σχέση αιτίας-αιτιατού, κι όμως, αυτή η σχέση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο ουσιωδέστερο ερώτημα.

Είναι αυτό που λέμε "παράλογο".

Όπως παράλογη είναι η επινόηση των θεών.

Κάποιοι άλλοι -πολύ φοβισμένοι αυτοί- λένε τη ζωή για "δώρο". Δεν σχολιάζω φασιστικές απόψεις.

Σε αυτήν την α-νόητη αναπαραγωγή των πάντων, όταν δεν έχεις στοιχειώδη συν-κάτοικο και στοιχειώδη συν-οδοιπόρο στα πρώτα χρόνια της ζωής σου, δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να βρεις αποδέκτη στις ερωτήσεις σου.

Θα μείνουν αναπάντητες (ούτως ή άλλως θα μείνουν), και οι απαντήσεις θα γίνουν αυτοσχέδιες ακροβασίες στο Χάος.

Τι να σου έλεγα, λοιπόν, όταν θα με ρωτούσες (γιατί σίγουρα θα με ρωτούσες) κι εσύ;
Ότι "δεν ξέρω" ή ότι "έτσι είναι";
Ή ότι έτσι κάνουν όλα γύρω μας. Τα πουλιά και τα δέντρα;
Ή -ακόμη χειρότερα- ότι σε έφερα μήπως και βρω απάντηση στο δικό μου υπαρξιακό αδιέξοδο και ότι "κι εσύ μια μέρα ίσως κάνεις το ίδιο";
(Θα έλεγα "ίσως" προσπαθώντας να δημιουργήσω ένα άλλοθι δημοκρατικότητας μέσα μου αλλά και ενώπιόν σου -ψέμματα δηλαδή και στρουθοκαμηλισμός.)

Το ξέρεις πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο με δεδομένο τον χαρακτήρα μου και την ειλικρίνειά μου.

Θα σου έλεγα την αλήθεια.
Ότι δεν θα είχα απάντηση.
Και θα είχες κάθε δικαίωμα να αντιδράσεις με κάθε δυνατό τρόπο.

Και δεν θα είχα τόπο να κρυφτώ τότε.

Επειδή όμως εγώ δεν μπορώ να πω "γιατί έτσι είναι", γι' αυτό το λόγο και δεν θα διαβάσεις μάλλον ποτέ αυτό το γράμμα.

Γι' αυτό.
 

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Η Μουσική


Εγώ το μόνο πράγμα που βρήκα στη ζωή για να απαλύνει την ψυχή μου, το μέσα μου, όπως θέλουμε μπορούμε να το πούμε, ήταν η Μουσική. Να ακούω, αλλά κυρίως να παίζω.

Ερχόμαστε, περνάμε και φεύγουμε. Στο ενδιάμεσο ζούμε. Ανασαίνουμε, γελάμε και κλαίμε, αγκαλιαζόμαστε και χτυπιόμαστε, μιλάμε και σωπαίνουμε. Παντού και πάντα είμαστε μόνοι μας. Κι αν καμιά φορά βρίσκουμε συνοδοιπόρο -για όσο- και τότε πάλι μόνοι μας είμαστε. Μέσα μας βαθιά. Γιατί η μελλοντική απουσία του -ή απουσία μας- εδραιώνει ακόμη περισσότερο τη μοναξιά. Μόνο στην αρχή της α-νόητης διαδρομής δεν νιώθουμε μόνοι, τότε που έχουμε ολόγυρά μας τη μάνα μας και δεν έχουμε ακόμη ιδέα ότι τα χωρικά όρια του σώματός μας τελειώνουν κάπου και μετά είναι ο υπόλοιπος κόσμος. Τότε που το χάδι "γράφει" την περιφέρειά μας και αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε τη μοναδικότητά μας. Τότε που όλα είμαστε εμείς.

Τους είδα όλους να θέλουν να πιστέψουν κάπου. Για να σταθούν όρθιοι. Άλλοι πίστεψαν σε θεούς, άλλοι σε θεωρίες, άλλοι στην ύλη, άλλοι στον Έρωτα, άλλοι στις παραισθήσεις, άλλοι αλλού. Δεν μου έφτασε τίποτα απ' όλα αυτά. Τα διάβηκα, τα αναζήτησα και τα έψαξα, τα έζησα και κουβέντιασα μαζί τους και άνοιξα όλες μου τις πύλες διάπλατες. Βρέθηκα στο δωμάτιο με τις πολλές πόρτες και αναρωτήθηκα μπροστά στα μεγάλα διλήμματα του ανθρώπου. Οι θρησκείες και ο μαρξισμός έδωσαν καλά εγχειρίδια διαβίωσης. Αναλογίστηκα την Αρχή και το Τέλος, την Αλήθεια και το Ψέμα, το Πραγματικό και το Φανταστικό, και σκέφτηκα πάνω σ' αυτά. Και είδα πως δεν υπάρχουν. Είδα πως είναι κατασκευάσματα του Νου. Είδα τον Νου ελλειπή και φοβισμένο να παλεύει με τις Σειρήνες και να βαφτίζεται Οδυσσέας. Ποτέ όμως ελεύθερος. Ή Οδυσσέας αλυσοδεμένος, ή ναύτης με βουλωμένα αυτιά, "ανελεύθεροι" και οι δύο.

Εγώ βρήκα τη Μουσική. Μεγάλη, βαθιά κι απόλυτη. Έτοιμη και ανοιχτή ανά πάσα στιγμή να με δεχθεί χωρίς όρια και κανόνες. Απέραντη και ατελείωτη πάντα. Δονήθηκα μαζί της σε πυθαγόρειες αναλογίες. Ίσως κάτι τη συνδέει με όλα εκείνα τα αόρατα -που θα παραμείνουν αόρατα- που ορίζουν τον Κόσμο. Ίσως είναι όλες εκείνες οι βουβές συχνότητες που δεν μπορούμε να ακούσουμε αλλά τις νιώθουμε μέσα μας, "στο ηλιακό πλέγμα", όπως έχω ακούσει τόσες χιλιάδες φορές μέσα στα χρόνια να μου λένε οι άνθρωποι τότε που με προσέγγιζαν για την μουσική μου. Εκεί κρύβεται η αλήθεια που κυνηγάμε από τότε που εμφανίστηκε το είδος μας. Και που πάντα θα κυνηγάμε και δεν θα ανακαλύπτουμε γιατί είμαστε κατασκευαστικά ελλειπείς. Μόνο με μαθηματικές εξισώσεις θα μπορέσουμε να την πλησιάσουμε την αλήθεια. Θεωρητικά μόνο.

Επάνω στη σκηνή, ή στη γωνιά του δωματίου μου, χωρίς την ανάγκη κοινού εδώ και πολλά χρόνια πια, η Μουσική λειτουργεί σαν το πέρασμα για οπουδήποτε. Αν υπήρχε περίπτωση να μου "λείπει" κάτι όταν δεν θα έχω πια συγκεκριμένες διαστάσεις, αυτό θα ήταν η Μουσική. Να ακούω Μουσική.

Αλλά κυρίως να παίζω μουσική.

Ένα σπουδαίο και σπάνιο τραγούδι από μια μπάντα που, εκείνα τα χρόνια, παίζαμε στην ίδια πόλη, σε κάποια άλλα πάλκα. Μπορεί κάποιες φορές να παίξαμε και στα ίδια με διαφορά ημερών.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Αντίο, Σοφούλα...

Γερό χτύπημα. Έφυγε η Σοφία. Δέκα τέσσερα χρόνια. Και από την πρώτη στιγμή σαν γνώριμοι από άλλες ζωές. Σαν ίδιοι. Έφυγε η Σοφούλα. Η φωνή της στα αυτιά μου. Τι να σου πω; Τι να σου γράψω; Αν μπορούσα να πιω, θα έπινα ένα μπουκάλι Glenfiddich. Σκέτο φυσικά. Σε μικρά σφηνάκια. Την προηγούμενη Κυριακή ήταν 40 μέρες. Και μόλις τώρα άρχισε να ανοίγει σιγά-σιγά η καταπακτή της απώλειας. Έφυγε η Σοφία. Γέρνει αρκετά πια η βάρκα προς την άλλη πλευρά. Σε τρία σπίτια σε συνάντησα. Εξάρχεια, Νεάπολη, Πετρούπολη. Κι εδώ -στο μεγάλο τραπέζι μιας Πρωτομαγιάς. Αλλά και στο μεγάλο δικό σου τραπέζι, που το 'παιρνες παντού σαν προίκα. Και αναρωτιόσουν τι θα γίνει και πού θα χωρέσει. Πάντα χωρούσε. Έφυγες, Σοφία. Και το μολυβένιο στρατιωτάκι σου θα στέκεται, για όσο στέκομαι κι εγώ, μπροστά μου, στο μισό μέτρο. Και θα πάρω να διαβάσω από την αρχή και πολύ προσεκτικά τον Άνθρωπο των Breton-Eluard με τις πολλές υπογραμμίσεις σου. Θα προσπαθήσω να καταλάβω γιατί εκείνες τις φράσεις. Έφυγες, Σοφούλα. Πάνε πενήντα οι μέρες πια. Και όλο θα αυξάνονται. Και κανένα νέο, κανένα σημάδι, καμιά φωνή. Ο χάρτης της Πετρούπολης απέκτησε μια τρύπα σ' εκείνο το σημείο. Το ξέρω, ήθελες να φύγεις, δεν γίνεται λόγος. Κι αυτό -στα πλαίσια μιας ελευθερίας που την αναζητήσαμε παντού, αλλά όσο την πλησιάζαμε τόσο εκείνη ξέφευγε- είναι σίγουρα κάτι. Δίνει ένα νόημα, μια "υπόσταση" σ' αυτήν την Ελευθερία. Έγινε τελικά αυτό που ήθελες. Αυτό που θεωρούσες ως επόμενο στάδιο. Α, ρε Σοφούλα. Μια κουταμάρα είναι όλα -τουλάχιστον έτσι όπως τα βλέπουμε οι άνθρωποι. Και πιο κουτός από όλα ο άνθρωπος. Που κάθεται και μεμψιμοιρεί, που κάθεται και φιλοσοφεί, που σηκώνεται και βιαιοπραγεί, και σκοτώνει, και βιάζει, και διψά να κυριαρχήσει. Καλά έκανες κι έφυγες, Σοφία. Καλά έκανες. Το ήξερες κι εσύ πως αυτό ήταν το καλύτερο. Η Μαρία πλάνταξε εκείνη την ημέρα. Δεν μαζευόταν με τίποτα. Είχαμε πιάσει όλοι από μια γωνιά και βουίζαμε. Εσύ, μες στη μέση, δεχόσουν απαλά την παχιά ηλιαχτίδα που ορμούσε από το παράθυρο και έπεφτε πάνω σου. Έτσι έγινε, Σοφούλα. Σου δίνω το λόγο μου. Σήμερα δεν θέλω με τίποτα να κόψω τη γραφή μου σε παραγράφους. Αυτή τη φορά θα τα πω μονορούφι. Δίχως διαλείμματα και δίχως στάσεις ή σκαλοπάτια.