Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Στον Αμέτ...


Είδα τη φωτογραφία σου σε κάποια ιστοσελίδα. Ήταν δυο φωτογραφίες. Η μια ήταν δική σου, σέλφι, και στην άλλη ήταν το μηχανάκι με το οποίο σκοτώθηκες.

Σήμερα το πρωί στις 10 έφυγες. Σε κάποιο δύσκολο σημείο ενός δρόμου, κάπου στα Οινόφυτα. Έκανες διανομές, ντελιβεράς δηλαδή. Είκοσι χρονών παιδί. Είκοσι. Μια σταλιά. Σήμερα Σάββατο. Θα είχες ξεκινήσει τη μέρα σου, ποιος ξέρει με τι σκέψεις, με τι δουλειές και με τι σχέδια κι όνειρα. Ίσως πήγαινες στη δουλειά σου, αν και μάλλον ήταν νωρίς. Το πιθανότερο είναι να δούλευες το βράδυ. Τώρα που σου γράφω δηλαδή. Δεν θα πας. Δεν θα ξαναπάς ποτέ. Σε χτύπησε αλύπητα το φορτηγό, Αμέτ. Και έφυγες "ακαριαία", όπως έγραψαν.

Εγώ είδα τη φωτογραφία σου μόνο. Κι από κάτω διάβασα δυο στεγνά λόγια περιγραφής του γεγονότος. Πάγωσα. Το προσωπάκι σου, είκοσι χρονών, ήταν γεμάτο χαρά και λίγη αυταρέσκεια. Ίσως κρύωνες κιόλας, φαίνεσαι λίγο σφιγμένος και μοιάζει χειμώνας, ίσως ο φετινός. Ποιος ξέρει, μπορεί να έβγαλες τη φωτογραφία για κάποιο κορίτσι, για κάποιο αγόρι, για τους δικούς σου -πού να ζούνε άραγε; Υπάρχουν; Είσαι στην εξοχή. Μπορεί με το μηχανάκι. Μ' αυτό που ήσουν όταν έφυγες. Μ΄αυτό που φύγατε παρέα. Σταμάτησες για λίγο για να τραβήξεις τη φωτογραφία.

Γεια σου, Αμέτ. Σου μίλησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα στη φωτογραφία. Συγκινήθηκα, βούρκωσα. Ποιος να το 'λεγε. Ένα παιδί είκοσι χρονών να φύγει έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα ένα Σάββατο πρωί στα Οινόφυτα. Ένα παιδί που -το πιθανότερο- δεν ήταν από εδώ, από εκεί όπου σκοτώθηκε. Ένα παιδί που, σίγουρα πάντως, ήταν μουσουλμανικής προέλευσης. Ένα παιδί δηλαδή σαν όλα τ' άλλα. Ένα παιδί που δεν ξέρουμε από πού ήταν. Ένα παιδί που ήλθε πριν από μόλις είκοσι χρόνια, που δεν ξέρουμε πού μπορεί να γεννήθηκε, σε ποια χώρα της Ανατολής -μπορεί και στην Ελλάδα-, που έζησε -ένας θεός ξέρει τι έζησε αυτό το παιδί-, και που ήταν γραφτό να μην πάει πάνω από τα είκοσι. Ένα παιδί που έγινε μόνο μια σκέτη είδηση στις εφημερίδες. Δυο γραμμές στα ψιλά. Ήταν γραφτό να αφήσει την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο, οδηγώντας ένα φτηνό μηχανάκι, που -ποιος ξέρει- μπορεί και να μην ήταν δικό του και που μπορεί να ήταν και χαλασμένο.

Αχ, ρε Αμέτ. Τι πρόλαβες να δεις και να ζήσεις; Και όσα έζησες πώς να τα έζησες άραγε; Μάλλον με πείνα και ανέχεια αφού έτρεχες κάπου εκεί στα Οινόφυτα, δηλαδή σε μια από τις "δύσκολες" περιοχές, με το μηχανάκι και δούλευες ντελιβεράς.

Ποιος, άραγε, θα νοιαστεί που έφυγες; Ποιος θα κλάψει για σένα; Ποιος θα σε συνοδέψει μέχρι την "τελευταία σου κατοικία"; Θα έχεις, άραγε, κανέναν δικό σου κοντά σου; Θα αφήσει κανένας ένα λουλούδι πάνω στο χώμα σου; Σε ποιον θα λείψεις, Αμέτ;

Δεν σε ήξερα, φίλε μου. Κι όμως, από την πρώτη στιγμή που σε κοίταξα, συγκινήθηκα. Ταράχτηκα. Και κάθε φορά που σε κοιτάζω, ταράζομαι. Τόσο νέος... Μακάρι να έχεις κάποιους δίπλα σου αυτές τις στιγμές. Να σε ξεπροβοδίσει κάποιος. Έτσι λένε είναι καλύτερα. Να μη φεύγεις μόνος σου. Δεν ξέρω, Αμέτ.

Όπως δεν ξέρω πια, Αμέτ, τι είναι "δίκαιο" και τι "άδικο" σ' αυτό που αποκαλούμε "ζωή". Δεν ξέρω, φίλε μου καλέ. Δεν ξέρω τίποτα. Δεν μπορώ να πω με καμιά βεβαιότητα ότι το γεγονός πως έφυγες τόσο νέος είναι "κρίμα". "Κρίμα που δεν πρόλαβες να ζήσεις". Να ζήσεις τι, Αμέτ; Και ποιος μπορεί να κρίνει τι είναι επαρκής ζωή και τι ανεπαρκής; Ποιος μπορεί να αποκαλεί μια ζωή ογδόντα, παραδείγματος χάρη, χρόνων επαρκή και μια ζωή είκοσι χρόνων ανεπαρκή; Ποιος; Ποιος τα "ζυγίζει" αυτά; Δεν ξέρω, Αμέτ. Κι αφού δεν ξέρω, δεν λέω. Δεν μιλάω. Κοιτάζω μόνο τα γλυκά μάτια σου μέσα στη φωτογραφία. Μετά κοιτάζω το σωρό από σιδερικά που έγινε το μηχανάκι σου.

Βουτάω στη φωτογραφία και πηγαίνουμε μαζί βόλτα στην εξοχή που ανοίγεται πίσω σου. Καβαλλάμε τους λόφους με το μηχανάκι και μου δείχνεις τα μέρη όπου έζησες. Χειμώνας, κάνει κρύο που βιτσίζει τις μούρες μας. Ούτε ανάσα δεν μπορούμε να πάρουμε.

Εκεί, κάπου στα Οινόφυτα, εκεί όπου γύρναγα κι εγώ για ένα μεγάλο διάστημα πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Γνώριμα μέρη. Μετά από τριάντα χρόνια εμφανίστηκες εσύ εκεί. Για να ζήσεις, αυτό το λίγο που έζησες, και να σκοτωθείς ένα Σάββατο πρωί με ένα μηχανάκι. Δούλευες ντελιβεράς. "Έφυγε ακαριαία".

Γεια σου, Αμέτ. Στο καλό...

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Οι θρησκείες, το κεφάλαιο και η εξουσία: οι τρεις μάστιγες


Τρεις μέγιστες μάστιγες στην ιστορία του κόσμου. Που, κάθε φορά που ένιωθαν να τρίζει και να τρέμει το έδαφος κάτω απ' τα πόδια τους, όρθωναν το ανάστημά τους και κατάπιναν κόσμο απλό. Και συνεχίζουν να καταπίνουν. Και, το πιθανότερο, θα συνεχίσουν να καταπίνουν. Γιατί έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Μικρός, ελάχιστος, λιλιπούτειος. Αλλά ευτυχώς ώρες-ώρες γίνεται μέγας και ξεπερνά την περιορισμένη του υπόσταση. Και γίνεται Δαυίδ και τα βάζει με τα θηρία και τα νικά. Για να περάσει, να προχωρήσει στο άγνωστο. Γιατί αυτή είναι η μοίρα του όταν γεννιέται. Το Άγνωστο.

Αυτές οι τρεις όμως πληγές τον σακατεύουν. Του κόβουν τα πόδια και τον ευνουχίζουν. Αυτές οι τρεις, σε κάθε τους μορφή. Κυριολεκτική και μεταφορική. Τις συμφέρει να κρατάνε τον κόσμο υποτελή στη δική τους αυθεντία, στη δική τους σφαίρα, στο δικό τους μαντρί, που έλεγε κι ένας ηλίθιος ντόπιος πολιτικός κάποτε.

Σκύβει ο κοσμάκης το κεφάλι μπροστά σ' αυτούς τους τρεις δαίμονες. Και υποτάσσεται γιατί αυτοί ξέρουν και παίζουν καλά το παιχνίδι του ελέγχου. Εξάλλου, αυτή η χάρη μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά εδώ και χιλιάδες χρόνια. Τους βλέπουμε καθημερινά με τη μορφή οικογενειών -"τζάκια"-, με τη μορφή κληρονόμων, με τη μορφή πνευματικών τέκνων, με τόσες ηλίθιες μορφές που αποκτούν οι επίσης ηλίθιοι και άνοες φορείς αυτών των τριών πληγών.

Κλαίει ο άνθρωπος μπροστά στο θάνατο και στο "αναπότρεπτο" και "μοιραίο" και "τόσο βαρύ" ριζικό του. Ανοησίες. Ανοησίες που τις έχει εφεύρει η εξουσία και η θρησκεία -ας μιλήσω για τον χριστιανισμό, αυτή τη μέγιστη απάτη, αυτήν την Α.Ε. που παίζει τόσο καλά το ρόλο της εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια σε απόλυτο εναγκαλισμό με φονιάδες, δωσίλογους, προδότες, κυβερνήτες και την ίδια τη βία. Αυτοί οι δύο λοιπόν, με απόλυτο όπλο το κεφάλαιο, το χρήμα δηλαδή, ξέρουν καλά να επιβάλλουν τον νόμο τους.

Ο θάνατος δεν έχει τίποτα που να το φοβάσαι. Αυτές τις τρεις μάστιγες να φοβάσαι. Που δεν επιτρέπουν στον κόσμο να αλλάζει. Ή, που όταν αλλάζει τελικά, του επιτρέπουν να αλλάζει μόνο προς την κατεύθυνση που βολεύει εκείνες. Και, φυσικά, πάντα στα περιορισμένα όρια του κελιού.

* Το κείμενο γράφτηκε με απόλυτη εσωτερική γαλήνη και υπαρξιακή ισορροπία. Τέτοια θέματα καλό είναι να μην τα αγγίζουμε σε στιγμές ψυχικού ή -ακόμη χειρότερα- συναισθηματικού παροξυσμού. 
 

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Οδυσσέας Ελύτης - Ο Μικρός Ναυτίλος



Φυσικά τίθενται αρκετές απορίες και εντοπίζονται σημεία χρήζοντα διευκρινίσεων. Δεν έχει σημασία. Έτσι είναι η ποίηση. Γι' αυτό γράφεται η ποίηση. Για να δίνει ελευθερία και αυτονομία στον καθένα που την προσεγγίζει.
 

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ονούφριος Σώχος - Ο Δάσκαλός μου


Υπήρξε Δάσκαλός μου -με απόλυτη επίγνωση του κεφαλαίου δέλτα. Ο Δάσκαλος ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Απίστευτα λεπτός κι ευγενικός -με την πραγματική έννοια της λέξης. Έξυπνος άνθρωπος και πολύ συναισθηματικός. Μα, πάνω απ' όλα, ένας σπουδαίος βαρύτονος και ένας έξοχος και τόσο δοτικός Δάσκαλος.

Πρέπει να ήταν γύρω στα 1990. Γνωριστήκαμε όταν με πλησίασε εκείνος. Είχε βρεθεί τυχαία ανάμεσα στο κοινό μπροστά στο οποίο τραγουδούσα και διέγνωσε αυτό που μου συνέβαινε.

Πριν από λίγες μέρες, κάνοντας πρόβα κάποια τραγούδια που σκόπευα να εντάξω στο ρεπερτόριο του χειμώνα, ένιωσα την φωνή μου να μην "βγαίνει". Δοκίμασα έτσι, δοκίμασα αλλιώς, αδύνατο. Κάτι είχε γίνει, κάτι γινόταν κι εγώ ένιωθα να "χάνω" την φωνή μου. Δεν ήταν και το πιο ευχάριστο που θα μπορούσε να μου συμβεί. Και, φυσικά, δεν ήταν από κρυολόγημα. Δεν μπορούσα να τραγουδήσω. Πώς θα έβγαζα τον χειμώνα; Πώς θα προχωρούσα και πώς θα βιοποριζόμουν; Κρύος ιδρώτας με έλουσε κυριολεκτικά. Δεν ήξερα τι συνέβαινε, δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω. Μήπως να πήγαινα σε γιατρό; Μήπως συνέβαινε κάτι με τις φωνητικές μου χορδές; Μήπως κάτι άλλο;

Ευτυχώς αυτή η δύσκολη φάση δεν κράτησε πολύ. Ήταν τέλος καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου. Μετά από λίγες μέρες είχαμε μια παράσταση σε υπαίθριο χώρο στο Λαύριο. Τραγουδούσα ζορισμένα. Όταν τελειώσαμε, με πλησιάζει ένας κύριος κάποιας ηλικίας, με γενάκι και πολύ σοβαρό παρουσιαστικό. Είχε μπάσα φωνή και έντονο βλέμμα. Χωρίς να γνωριζόμαστε, έρχεται και μου λέει: "Με χρειάζεσαι. Πάρε την κάρτα μου και, όταν το νιώσεις, έλα να με βρεις". Έμεινα λίγο άναυδος είναι η αλήθεια. Γύρισε την πλάτη του κι έφυγε. Σκύβω και διαβάζω το ονοματεπώνυμο και το επάγγελμά του. Ήταν δάσκαλος φωνητικής. Κάτι μου χτύπησε μέσα μου. Ένιωσα ότι κρατώ κάτι πολύτιμο στα χέρια μου. Έβαλα την κάρτα στην τσέπη μου. Στη ζωή είχα πάντα εμπιστοσύνη σε τέτοιες "συναντήσεις". Απ' το πουθενά.

Σε λίγες μέρες πήγα και τον βρήκα τρέχοντας. Έμεινα κοντά του σχεδόν δυο χρόνια. Ανακάλυψα ότι διέθετα μια φωνή διαφορετική από αυτή που νόμιζα και που χρησιμοποιούσα μέχρι τότε. Μια φωνή κρυμμένη. Μου έμαθε τα πάντα. Μου έμαθε ακόμη και το -μέχρι τότε- αδύνατο: να τραγουδάω με σαράντα πυρετό χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα αφού η φωνή μου δεν το πρόδιδε στο ελάχιστο. Με ζόριζε πολύ στο μάθημα. Έβλεπε ότι είχα αντοχές και θέληση και μου έκανε σαραντάλεπτα μαθήματα. Αδιανόητο για μάθημα φωνητικής. Άσπριζα, ζαλιζόμουν και θόλωνα. Εκείνος φώναζε χτυπώντας το πιάνο δυνατά παθιασμένος και ανέβαινε πιο ψηλά στο πεντάγραμμο, απαιτώντας να τραγουδήσω ψηλότερα. Έφτασα σε απίστευτα ύψη. Αργότερα μπορούσα να τραγουδάω τραγούδια πραγματικά πολύ δύσκολα και "ειδικά". Όταν ζαλιζόμουν, μου έλεγε να σκύψω και να περιμένω να επιστρέψει το αίμα πάλι στο κεφάλι. Με ξάπλωνε και συνεχίζαμε το μάθημα εγώ σε ύπτια θέση με τέσσεριες-πέντε τηλεφωνικούς καταλόγους στο στήθος κι εκείνος στο πιάνο. Έφευγα απ' το μάθημα κουρέλι.

Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη σε ό,τι έλεγε. Του είχα εμπιστοσύνη σε όλα. Μ' αγάπησε πολύ, το ήξερα και το ένιωθα. Πίστευε τόσο πολύ στη φωνή μου που μου έλεγε να φύγω για το Μιλάνο για να γίνω τενόρος. Πίστευε ότι είχα σπουδαία φωνή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη θλίψη στα μάτια του όταν του είπα: "Μα, δάσκαλε, εμένα δεν μου αρέσει η όπερα..." Μου απάντησε: "Δεν σου αρέσει... Κρίμα". Αλλά αμέσως άλλαξε διάθεση, γούρλωσε τα μάτια, πήρε τ' απάνω του και προχώρησε γενναία και αποφασιστικά: "Δεν πειράζει! Θα κάνεις αυτό που αρέσει σε σένα! Συνεχίζουμε!"

Σπουδαίος άνθρωπος. Τον ένιωθα και λίγο σαν πατέρα μου. Τόσο κοντά και με τόση εμπιστοσύνη. Του οφείλω όλα τα επιτυχημένα χρόνια μου στο τραγούδι από τότε κι έπειτα. Τραγουδούσα πια με απόλυτη εμπιστοσύνη στη φωνή μου, σίγουρος ότι δεν θα είχα ποτέ ξανά το παραμικρό πρόβλημα αλλά και τον ελάχιστο ενδοιασμό για οποιοδήποτε τραγούδι. Άρχισα να "παίζω" με τις δυνατότητές μου και με τις δυνατότητες που μου έδινε το κάθε τραγούδι. Το γλένταγα πια. Τραγούδησα δύσκολα τραγούδια, πολύ δύσκολα. Τα έφερα σε πέρας όλα και απόλυτα σωστά.

Δεν τον ξέχασα ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Έψαχνα στοιχεία και πληροφορίες για εκείνον. Ήθελα να γράψω γι' αυτόν, να το βγάλω από μέσα μου και -έστω κι από εδώ- να του πω πόσο τον αγάπησα και τον εκτίμησα και τον ευχαριστώ για όλα. "Θα έχει μεγαλώσει αρκετά πια", έλεγα. Μέχρι που χθες έπεσα πάνω σε μια δημοσίευση του εγγονού του, που έλεγε πως ο παππούς του έφυγε πια απ' τη ζωή. Μαράθηκα λίγο. Αλλά... έτσι είναι η ζωή.

Υπήρξε και θα είναι πάντα ένα σπουδαίο κεφάλαιο στη ζωή μου. Τόσο ως Δάσκαλος όσο και ως Άνθρωπος. Τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή και είμαι σίγουρος κι εκείνος. Δάσκαλε, σ' ευχαριστώ για όλα.


* Τη φωτογραφία τη δανείστηκα από τη σελίδα της λατρεμένης του κόρης -και δικής μου αγαπημένης- Μαριέττας, στο Facebook. Έχω πολλά χρόνια να τη δω. Τραγουδούσαμε μαζί εκείνα τα χρόνια.
 

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Στην Β. του 19ου ορόφου



Σήμερα ξημερώματα έφυγες τελικά.

Εκείνες ακριβώς τις ώρες ήλθες στον ύπνο μου. Ήσουν γυμνή από τη μέση κι επάνω και -όπως πάντα- υπέροχη και αψεγάδιαστη. Σε άγγιξα, σε κοίταξα, και σου είπα "Μήπως να ξαναρχίζαμε από την αρχή κι έτσι να καταφέρναμε να εξελιχθούν αλλιώς τα πράγματα;" -εννοώντας να μην αρρώσταινες. Λες και θα είχα τη δύναμη να αλλάξω το πεπρωμένο αν ήσουν μαζί μου, λες και θα σε προστάτευα. Ευσεβείς πόθοι, ναι. Με κοίταξες, γέλασες και μου είπες "Βρε Γιώργο, αφού δεν γίνονται αυτά τα πράγματα και το ξέρεις!" Φυσικά και το ήξερα. Όλα τα ήξερα. Όπως κι εσύ. Από τότε. Πάνε σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια.

Ήλθες, άραγε, για να με αποχαιρετήσεις; Ή μήπως απλώς "είδα" αυτό που συνέβαινε ταυτόχρονα εκείνες τις στιγμές; Κανείς δεν ξέρει ποιο απ' τα δύο -ή και τα δύο. Η ουσία είναι ότι εσύ έφυγες από ανάμεσά μας. Πήγες αλλού -από την "άλλη μεριά".

Θα είστε πάλι οι τρεις σας. Δεν μείνατε για πολύ χωριστά. Μόνο που έμεινε κάποιος πίσω μόνος του. Θα το είχες προβλέψει, δεν μπορεί.

Καλή αντάμωση, κορίτσι όμορφο και τόσο ευγενικό. Κορίτσι πραγματικά σπάνιο. Ήσουν από τους λίγους ανθρώπους που ένιωσα και εκτίμησα και σεβάστηκα τόσο βαθιά σε όλη μου τη ζωή.

Καλό Δρόμο.

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Εκεί ψηλά στον Υμηττό


Κράτησα βιαστικές σημειώσεις στα πρώτα κομμάτια χαρτί που βρήκα μπροστά μου για όσα πολλά με συνδέουν μαζί του. Είχα ανέβει πάλι στο βουνό, για πολλοστή φορά, και ένιωθα την ίδια γλυκιά και ελεύθερη αίσθηση που με έκανε να θέλω να πετάξω αρχικά χαμηλά πάνω από τις πλαγιές και τις χαράδρες του και μετά να σηκωθώ απότομα ψηλά -όπως τότε, στο όνειρο που ποτέ δεν έμαθα αν ήταν αστρικό ταξίδι ή όχι- και να χαθώ στο σκοτεινό ουρανό με τα εκατομμύρια αστέρια.

Είναι διαρκώς, εδώ και δεκαετίες, δίπλα μου. Στην ουσία ζω στα πόδια του και εδώ φτάνουν οι πρώτες ανάσες του όταν αρχίζουν να κατεβαίνουν προς την πόλη, καλοκαίρι και χειμώνα.


Τους χειμώνες ασπρίζει αρκετές φορές, εκεί, μετά το γύρισμα του χρόνου. Τότε δεν μπορείς να ανέβεις. Λίγο προχωράς και σταματάς. Κατεβαίνεις και κάνεις μερικά βήματα πάνω στο χιόνι και στον πάγο. Άλλες φορές βρέχει δυνατά και ο άνεμος λυσσομανά. Τότε είναι πολύ όμορφα. Νομίζεις πως ο αέρας διαπερνά τα πάντα στο πέρασμά του. Και το καλοκαίρι με την ανυπόφορη ζέστη είναι πάντα ένα σίγουρο καταφύγιο δροσιάς. Ξαπλώνεις στο παγκάκι ή πάνω στο χώμα με τις πεσμένες πευκοβελόνες και νιώθεις από κάτω σου όλη τη γη να ανασαίνει και να βράζει. Η πράσινη ομπρέλα όμως πάνω απ' το κεφάλι σου σε προστατεύει και σε νανουρίζει απαλά.  

Ο Σεφέρης έλεγε πως αρκεί οι Αθηναίοι να σηκώσουν τα μάτια τους μέχρι την κορυφογραμή του Υμηττού για να καταλάβουν τον ορισμό τής ευθείας γραμμής.

Κάποτε θα γίνω σκόνη και θα χαθώ μες στις χαράδρες του και θα φυσάω μαζί με τον αέρα ανάμεσα από τα δέντρα του. Τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τις δυο ελαφοκουμαριές που βρίσκονταν κάποτε στο πίσω μέρος της Μονής Αστερίου -στη στροφή.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Η πιο βαθιά νύχτα


Απόψε σκέφτομαι όλους εκείνους που κρυώνουν και βρέχονται.

Η ζωή είναι άδικη. Δεν μοιράζεται εξίσου. Αυτή έδωσε την κατεύθυνση στον άνθρωπο να την μιμείται και να αδικεί. Κι εκείνος το βρήκε απόλυτα φυσικό και φυσιολογικό. Όσες προσπάθειες κι άν έκανε για να τ' αλλάξει όλα αυτά έπεσαν στο κενό. Και θα συνεχίσει -για όσο υπάρχει- να είναι άδικη.

Θα έχουν πιάσει γωνιές και υπόστεγα. Θα έχουν μπει σε μεγάλα χαρτόκουτα και κιβώτια και θα έχουν τυλιχτεί με ό,τι βρήκαν μπροστά τους: μια πεταμένη κουβέρτα, περιοδικά, πλαστικά, νάιλον σακούλες. Και φυσικά θα κρυώνουν. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θέρμανση και το ζεστό και στεγνό ρούχο.

Και τότε οι άνθρωποι γίνονται ερείπια ή πολύ-πολύ σκληροί. Καταρρέουν με το παραμικρό ή ο κυνισμός τούς διαπερνά σα μέταλλο και τούς τρυπάει πέρα ως πέρα.

Απόψε είναι η πιο βαθιά νύχτα του χρόνου κι εγώ έχω την πολυτέλεια και την άνεση ενός ζεστού σπιτιού και ανθρώπων.

Η ζωή είναι άδικη. Και όλο αυτό το κόκκινο δεν έφτασε, ούτε θα φτάσει ποτέ. Μια χίμαιρα ήταν. Μια ουτοπία.

Λυπάμαι, θλίβομαι. Οι λέξεις δεν φτάνουν. Και θεοί δεν υπήρξαν ποτέ. Άλλη ανοησία κι αυτή...