Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Μαγεμένος Αυλός


Από το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη
Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα


Θυμάμαι τι έλεγες καθώς φωτιζόσουν αμυδρά από το φως του καφενείου: αυτός ο χώρος έγινε μαγικός επειδή είμαστε εμείς εδώ. Που τρώμε, που πίνουμε καφέδες, που κοιταζόμαστε, που μιλάμε. Αλλιώς δεν θα ’ταν τίποτα.

Την όπερα του Μότσαρτ τότε τη λέγαμε Μαγεμένο Αυλό και όχι Μαγικό όπως σωστά λέγεται σήμερα. Γι’ αυτό και το εστιατόριο όπου σύχναζαν διανοούμενοι, καλλιτέχνες και φιλότεχνοι όλοι το ήξεραν σαν Μαγεμένο Αυλό. Ήταν πασίγνωστο στην Αθήνα για το καλό φαγητό του αλλά κυρίως γιατί τις βραδινές ώρες σύχναζε εκείνος. Έτρωγε συνήθως τορνεντό σωτέ και μετά έπινε τον εσπρέσο του ρίχνοντας μέσα κάτι σαν ζαχαρίνη. Δεν ήταν ποτέ μόνος. Κατέφθαναν σιγά σιγά φίλοι και συνεργάτες που έκαναν έναν κύκλο γύρω του. Συνήθως μόνο άντρες. Μουσικοί, ποιητές, ζωγράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες γέμιζαν τις καρέκλες και τις έσερναν κοντά του. Ανάμεσά τους πού και πού και κάποιος νέος άγνωστος, λαϊκό παιδί, που δεν μιλούσε καθόλου. Αυτός καθόταν πάντα δίπλα του και έφευγε μαζί του. Άκουγε τις συζητήσεις χωρίς να πολυκαταλαβαίνει γιατί τα θέματα σχετίζονταν με την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Εκείνος κυριαρχούσε, όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Σαν να ήταν πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες και είχε επιλεγμένους ακροατές. Χωρίς να σ’ το λέει, καταλάβαινες αν ήσουν ευπρόσδεκτος ή όχι. Αν δηλαδή τις δυο-τρεις πρώτες φορές φαινόταν πως ταίριαζες, πως κολλούσες, γινόσουν τακτικός θαμώνας. Σαν να περνούσες από εξετάσεις. Έλεγε αστεία –τρανταζόταν πάντα από το γέλιο μόλις τα τελείωνε, έστω κι αν τα είχε πει δεκάδες φορές– αλλά και πολύ γοητευτικές ιστορίες από τη ζωή του στο θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Αξιολογούσε και την πνευματική ζωή μ’ έναν πολύ προσωπικό τρόπο.

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από τα αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του.

Κάθε Σάββατο, αργά το βράδυ, ένα γκαρσόνι τού έφερνε τον λογαριασμό της εβδομάδας μέσα σε κλειστό φάκελο. Αυτός τον άνοιγε, κοιτούσε το νούμερο και ξεσπούσε σε γέλια. Μετά άνοιγε το τσαντάκι του, έπαιρνε το μπλοκ επιταγών, έγραφε το νούμερο και υπέγραφε. Επειδή το στυλό του ήταν με μελάνι κουνούσε την επιταγή να αερίζεται για να στεγνώσει. Κάποιοι γνώριζαν πως πλήρωνε μια μικρή περιουσία κάθε εβδομάδα γιατί δεν άφηνε ποτέ κανέναν από την παρέα να πληρώσει ούτε μια δραχμή. Επιπλέον η φροντίδα του για τα γκαρσόνια ήταν πάντα διακριτική και γενναιόδωρη. Γνώριζε την οικογενειακή κατάσταση του καθενός και τους φώναζε πάντα με τα μικρά τους ονόματα.

Δεν ήταν μόνο οι θαμώνες αλλά και οι περαστικοί που για λίγο στα όρθια έλεγαν δυο κουβέντες μαζί του και χάνονταν.

Ο δρόμος μπροστά στον Μαγεμένο Αυλό δεν ήταν πολυσύχναστος κι εύκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις τον κάθε περαστικό. Όπως το μηχανάκι με τους δυο καβάλα που σήμερα πηγαινοέρχονταν και κοίταζαν επίμονα.

Η παρέα σκορπούσε τρεις-τέσσερις ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνος πήγαινε με τα πόδια στο σπίτι του που ήταν κοντά.

Ένα βράδυ, όταν ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, δημιουργήθηκε ρεύμα και ο αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο. Άκουσε και το παράθυρο να κλείνει με θόρυβο. Μόλις άναψε το φως τα είδε όλα στο πάτωμα. Τους δίσκους, τα βιβλία, τα συρτάρια του. Από το ράφι έλειπαν το πικάπ και το μαγνητόφωνο. Πλησίασε στο ανοιχτό παράθυρο. Είδε τρεις να απομακρύνονται. Δεν ήταν εύκολη η φυγή τους. Ισορροπούσαν δύσκολα, φορτωμένοι τα λάφυρα, στο στενό περβάζι του διπλανού σπιτιού μεταξύ δευτέρου και τρίτου ορόφου. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και με μικρά πλάγια βηματάκια προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Κινδύνευαν να πέσουν γιατί δεν είχαν από πού να πιαστούν. Δεν καλόβλεπε τα πρόσωπά τους αλλά η μία φιγούρα κάτι του θύμιζε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να φωνάξει. Το μόνο που ένιωθε ήταν αγωνία μην πάθουν τίποτα. Πώς να τους βοηθήσει; Η φωνή του βγήκε πνιχτά.

- Προσέξτε… σιγά σιγά, μη φοβάστε…

Οι δύο κατάφεραν να περάσουν στη διπλανή ταράτσα και να εξαφανιστούν. Ο τρίτος δεν μπόρεσε να συνεχίσει και έπεσε.

Τηλεφώνησε αλαφιασμένος να έλθει ασθενοφόρο. Μετά βγήκε τρέχοντας. Κατέβηκε τις σκάλες στα σκοτεινά, κινδυνεύοντας να τσακιστεί. Έφτασε στο φωταγωγό. Τον είδε και πλησίασε. Σφάδαζε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Τον αναγνώρισε…

- Παντελή…

- Με συγχωρείτε, ντρέπομαι. Εγώ τους έφερα, ήξερα πως ήσασταν στο Μαγεμένο Αυλό.

- Κουράγιο, θα ’ρθει το ασθενοφόρο σε λίγο. Πάω στην πόρτα να τους περιμένω μη χαθούν. Δεν θα ξέρουν πού να χτυπήσουν. Πού να μας βρουν στο φωταγωγό… όλα θα πάνε καλά.

Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα γιατί διανυκτέρευε ο Ευαγγελισμός που ήταν κοντά. Δύο νοσοκόμοι τον έβαλαν στο φορείο προσεχτικά. Μπήκε κι αυτός μέσα στο αυτοκίνητο και κάθισε δίπλα του.

Στο νοσοκομείο τον πήγαν για ακτινογραφίες. Διαπιστώθηκε κάταγμα στο δεξί του πόδι. Το έβαλαν στο γύψο. Μετά τον μετέφεραν σ’ ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια – οι άλλοι τρεις ασθενείς ροχάλιζαν. Οι γιατροί και οι νοσοκόμοι έκπληκτοι τον αναγνώρισαν και του μίλησαν με μεγάλο σεβασμό.

- Είναι συγγενής σας;

- Φίλος.

- Τι ασφάλεια έχει; ΤΕΒΕ ή ΙΚΑ;

Κοίταξε τον Παντελή που τώρα ένιωθε κάπως καλύτερα.

- Έχω στο σπίτι το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Στο Σκαραμαγκά δουλεύω. Θα τηλεφωνήσω στην αδελφή μου να το φέρει.

Άρχισε σιγά σιγά να ξημερώνει. Κοιτάζονταν για ώρα.

- Η αστυνομία θα ’ρθει; Θα χάσω τη δουλειά μου.

Αυτός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

- Ησύχασε.

- Θα πω στους άλλους να φέρουν πίσω το μαγνητόφωνο και το πικάπ.

Σταμάτησαν να μιλάνε για λίγο γιατί στο δωμάτιο μπαινόβγαιναν νοσοκόμες που μετέφεραν κάποιον με καροτσάκι.

- Δεν θα σε ξαναδώ στο νοσοκομείο. Σε λίγες ώρες θα φύγεις. Έχεις λεφτά για το ταξί;

Ο Παντελής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

- Να μου τηλεφωνήσεις, ο αριθμός δεν άλλαξε.

Του χάιδεψε βιαστικά τα μαλλιά και βγήκε.

Πρωινή Αθήνα.

Άναψε τσιγάρο χωρίς να χρησιμοποιήσει τη μικρή πίπα που συνήθιζε. Βαθιές ρουφηξιές. Έξω από τον Ευαγγελισμό η ζωή ξυπνούσε. Πολλοί περίμεναν ν’ ανοίξουν οι πόρτες για το επισκεπτήριο ψωνίζοντας κουλούρια, γλυκά και λουλούδια.
Άγνωστες εικόνες γι’ αυτόν σε μια ώρα που συνήθως κοιμόταν.

Έφτασε στο Χίλτον. Στάθηκε απέναντι απ’ τη μεγάλη προμετωπίδα που χάραξε πριν χρόνια ο φίλος του. Αυτή την ώρα, με αυτό το φως, τα χαράγματά του έμοιαζαν με αρχαϊκά. Κατηφόρισε τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Σκέφτηκε να στρίψει για καφέ στο Μαγεμένο Αυλό, που σχεδόν δεν έκλεινε ποτέ. Το καφενείο όμως με το πρωινό φως ήταν ένα άλλο καφενείο, άγνωστο σ’ αυτόν.

Μπαίνοντας στο σπίτι κάθισε στο πιάνο. Άρχισε να παίζει. Αργά στην αρχή, πολύ έντονα μετά. Αυτοσχεδίαζε για πολλή ώρα. Ο ίδιος ήταν απολύτως προσηλωμένος, σαν να εκτελούσε με ακρίβεια ένα συγκεκριμένο μουσικό έργο που το είχε μελετήσει για μήνες. Κι ας μην το γνώριζε, κι ας μην το είχε ξανακούσει. Ήταν σίγουρος πως δεν θα μπορούσε να το ξαναπαίξει, πως αναδύθηκε ξαφνικά από μέσα του κι εξαφανίστηκε. Όταν τελείωσε αναρωτήθηκε, όπως όταν ήταν μικρός, από πού έρχεται η μουσική; Και μετά, αφού την ακούσουμε, πού πάει;

Μετά το λαχάνιασμα και την ένταση έπαιξε κάτι αργό, μια δική του σύνθεση, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Το είχε γράψει πριν από δεκαετίες για μια ελληνική ταινία της σειράς. Την ταινία την ξέχασε, τη μουσική όμως την έπαιζε συχνά, τον συγκινούσε πάντα παρόλο που δεν είχε χορέψει ποτέ στη ζωή του βαλς.

Είχε ζητήσει να ταφεί μακριά από την Αθήνα. Όσο γινόταν πιο απλά. Όταν έφυγε απ’ τη ζωή συνόδευσαν τη σορό του μόνο φίλοι και γνωστοί. Παρά την πανελλήνια συγκίνηση, ο κόσμος σεβάστηκε την επιθυμία του. Όλη η παρέα του Μαγεμένου Αυλού έδωσε το «παρών». Στο τέλος, ένας σαραντάρης με γκρίζους κροτάφους έμεινε μόνος πάνω απ’ τον τάφο με τα λουλούδια δακρυσμένος. Δυο συνομήλικοι που στέκονταν παραδίπλα τού φώναξαν «Έλα, Παντελή, πάμε…» 
 
Από την ιστοσελίδα http://popaganda.gr/mia-istoria-gia-ton-anthropo/
 

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Οδός Πανός ΙΙ

Αν και αυτά τα λόγια του έχουν γραφτεί τόσες φορές. Άλλη μία. Επειδή η ζωή δεν είναι μόνο η ανοησία, η κενότητα και η ματαιοδοξία της ανθρώπινης ύπαρξης, που νομίζει πως θα διαιωνίσει το Σύμπαν και θα διαιωνιστεί και η ίδια. Πόσο όμορφο και μαγικό ήταν το ότι ζήσαμε δίπλα του.










περιοδικό Οδός Πανός, Απρίλιος 2004
 

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Οδός Πανός Ι

Κάποιες σελίδες από μια συζήτηση που είχε η Όλγα Μπακομάρου με τον Μάνο Χατζιδάκι για το περιοδικό "Γυναίκα"









περιοδικό Οδός Πανός, Απρίλιος 2004

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Λάσπη στη Δύση


Όταν οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να δούνε το μεγάλο κάδρο -και είναι πολύ λίγοι όσοι πραγματικά το βλέπουν-, τότε χάνονται σ' αυτά που λέμε "μικρότητες". Αυτοπεριορίζονται, σφραγίζονται μέσα στο στενό κελί της "ύπαρξής" τους. Σιγά-σιγά κυριαρχούνται από εμμονές. Πολλές φορές αποκτούν και σύνδρομα -καταδίωξης ή ναρκισσισμού, αρκετά συχνά και τα δυο μαζί. Και τότε πια αρχίζουν και συρρικνώνονται μέχρι που εξαφανίζονται. Γίνονται αδιάφοροι υπαρξιακά. Όχι για τους άλλους -για τους άλλους εξάλλου δεν έχουν καμιά σημασία. Γίνονται αδιάφοροι για τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είναι τόσες πολλές οι μεταβλητές που παρεμβαίνουν και επηρεάζουν την τελική κρίση της στιγμής που θαρρείς πως οι συνθήκες είναι μοναδικές και δεν θα μπορούσε τίποτα να συμβεί αλλιώς. Ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά από εκείνο που έκαναν την κάθε δεδομένη στιγμή. Και ίσως έτσι είναι. Ποτέ δεν θα μάθουμε. Αλλά δεν έχει και σημασία.

Πίσω απ' όλο αυτό το αδιέξοδο και την πίκρα βρίσκεται συνήθως ένας μεγάλος πόνος. Ένας πόνος που δεν κατάφεραν ποτέ να αντιληφθούν και να διαχειριστούν. Ή, που γνωρίστηκαν κι εξοικειώθηκαν μαζί του τόσο πολύ ώστε τον έκαναν δίδυμο αδελφό τους.

Κάποτε είχα μια φίλη, έναν φίλο -κι άλλες φίλες, κι άλλους φίλους... Ανθρώπους που πέρασαν σα σύννεφα σκόνης και στο τέλος έγιναν λάσπη, κάπου βαθιά στη δύση. Δεν άφησαν τίποτα πίσω τους. Κουβαλούσαν μέσα τους πολύ νερό που δεν κατάφεραν να το απελευθερώσουν να πέσει στη γη και να ποτίσει το χώμα. Έτσι, όσο πλησίαζαν προς τη δύση, τόσο βάραιναν. Και τελικά, αφού το νερό δεν μπορούσε να βγει αλλιώς από μέσα τους, έγινε κλάμα. Τα δάκρυα γέμισαν το πρόσωπο κι αυτοί τελικά χάθηκαν πνιγμένοι μέσα στο κλάμα που έγινε λάσπη όταν βάρυναν πια τόσο πολύ και βυθίστηκαν στη δύση.

Ας πάει. Ήταν κάποτε. Και ξανάγιναν λάσπη.
   

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Η Ενέργεια που δεν χάνεται


Η ενσάρκωση (αυτό που ονομάζουμε "ζωή") είναι μια φάση, μια μορφή, της ενέργειας την οποία φέρουμε. Επειδή η ενέργεια πάντοτε διατηρείται -αλλά έχει τη δυνατότητα να μετατρέπεται από τη μια μορφή στην άλλη-, αυτό σημαίνει πως στη διάρκεια αυτής της φάσης της, που ονομάζουμε και βιώνουμε ως "ενσάρκωση" ή "ζωή", ισχύουν οι νόμοι και οι κανόνες που όλοι γνωρίζουμε. Δηλαδή η διαδικασία της σύλληψης, η ανάπτυξη του εμβρύου, ο τοκετός, η ανάπτυξη, η ωρίμανση, η γήρανση και ο θάνατος.

Είναι αδύνατον να "γνωρίζουμε" ή να ερευνήσουμε το πριν και το μετά, δηλαδή τις άλλες φάσεις και μορφές που είχε ή πρόκειται να αποκτήσει η ενέργειά μας (αφού δεν πρόκειται να "χαθεί"). Γι' αυτό και δεν υφίσταται η μνήμη ως διαδικασία για την περίοδο πριν από την γέννηση καθώς επίσης και η οποιαδήποτε "γνώση" ή πρόβλεψη για την μετά θάνατο ενεργειακή φάση μας.

Γιατί θεωρώ δεδομένο πως είμαστε ενέργεια; Μα, είναι απλούστατο. Τα δυο βασικά όργανά μας, ο εγκέφαλος και η καρδιά, λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια, την οποία δεν αποκτήσαμε βάζοντας το χέρι μας σε κάποια πρίζα... Απλώς, κατά τη στιγμή της σύλληψής μας, ενώθηκαν δυο ενέργειες προς τη δημιουργία μιας τρίτης -διαφορετικής από τις δυο μητρικές. Ενώθηκε ένα ωάριο με ένα σπερματοζωάριο και σχηματίσθηκε το έμβρυο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε ενεργειακή ένωση. Για παράδειγμα, όταν ενώνεται ένα άτομο οξυγόνου (που φέρει τη δική του ενέργεια) με δυο άτομα υδρογόνου (που φέρουν τη δική τους ενέργεια), σχηματίζεται, "γεννιέται" ένα μόριο νερού, που φέρει τη δική του, διαφορετική από τα δυο μητρικά στοιχεία, ενέργεια.

Πρόκειται για πράγματα που επαναλαμβάνονται ίδια κι απαράλλαχτα. Ίσως στο μέλλον μεταβληθούν κάπως κάποια από αυτά λόγω των παρεμβάσεων του ανθρώπου μέσω της επιστήμης και των εφαρμογών της. Αλλά η ουσία θα παραμείνει η ίδια. Η ενέργεια διατηρείται και απλώς αλλάζει μορφές.

Όλα τα υπόλοιπα, όσα δηλαδή διέπουν την παρούσα ενεργειακή φάση μας, δηλαδή συγκρότηση κοινωνιών, συστήματα, ιδεολογίες, αισθήματα, νοήσεις και διανοήσεις, πρακτική της ζωής και τόσα άλλα, είναι απλώς ανούσιες λεπτομέρειες.

Ακόμη όμως κι αυτή καθαυτή η διαπίστωση, η γνώση, πως η ενέργεια δεν χάνεται, δεν έχει απολύτως κανέναν αντίκτυπο επάνω μας -σε κανένα επίπεδο. Είναι αδύνατο να μεταφερθούν ιδιότητες από τη μια μορφή ενέργειας στην άλλη...

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Μπορώ πια, στα 52 μου, να πω πως έφτασα στην τελική διατύπωση για το μεγάλο ερώτημα της ζωής. Για το μεγάλο κάδρο, όχι το μικρό. Για εκείνο που απασχόλησε χιλιάδες χρόνια τώρα τους ανθρώπους και συνεχίζει να τους απασχολεί. Ασήμαντους και σημαντικούς -σύμφωνα με τα "κριτήρια" του κόσμου. Μια διατύπωση όχι για το καθημερινό "σαβουάρ βιβρ", που έχει να κάνει με ιδεολογίες, πρακτικές, κοινωνικά και πολιτικά και οικονομικά και λατρευτικά ζητήματα. Αυτά όλα δεν έχουν καμιά σταθερότητα. Αλλάζουν στο διάβα του χρόνου. Έχουν αλλάξει πολλές φορές και θα αλλάξουν άλλες τόσες αν το ανθρώπινο είδος εξακολουθήσει να υφίσταται.

Υπάρχουν άνθρωποι που έδωσαν -στον εαυτό τους πάνω απ' όλα- την απάντηση σ' αυτό το μεγάλο ερώτημα. Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν κάπου λέει: "Θέλω να μάθω τις σκέψεις του Θεού. Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες".

Έφτασα λοιπόν σήμερα στο σημείο που κάποια στιγμή μέσα μου άστραψε κάτι. Κάτι που δεν καταλάβαινα τι είναι. Άρχισα να εκστομίζω, συλλαβή-συλλαβή, έτσι ώστε να προλαβαίνω να μετατρέπω αυτό που γεννιόταν εκείνη τη στιγμή μέσα μου σε λόγο, και να διατυπώνω δυνατά την παρακάτω φράση, που βγήκε απροβάριστη από το στόμα μου, χωρίς διακοπές και χωρίς διορθώσεις:

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΝ Η ΖΩΗ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΝΟΗΜΑ.

Από αυτή τη διαπίστωση μπορεί κανείς να ξεκινήσει, περπατώντας προς τα πίσω, δηλαδή προς το μικρότερο κάδρο, και να απαντήσει στα πάντα.

Στ' αλήθεια δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο πια. Άπαξ και απάντησα σ' αυτό το ερώτημα, που με ταλάνιζε από την ημέρα που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου, ηρέμησα οριστικά. Δεν με προβληματίζει τίποτα στη ζωή. Ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος. Τώρα πια μπορώ να παίξω.


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Βασίλης Ραφαηλίδης - Ιστορία (Κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους

Οι πιο ισχυρές, και από οικονομικής και από πολιτικής απόψεως οικογένειες, που υπήρχαν στην Ελλάδα, και πριν και κατά και μετά την Επανάσταση, ήταν αυτές των Αρβανιτών Κουντουριωτών και Μιαούληδων της Ύδρας. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, πανίσχυρος εφοπλιστής, διέθεσε τα ¾ της περιουσίας του υπέρ του αγώνα και έγινε αυτομάτως ήρωας χωρίς να κάνει τίποτα άλλο. Όμως το ¼ που κράτησε για τον εαυτό του ήταν τόσο μεγάλο σε απόλυτους αριθμούς που έφτανε και περίσσευε για να ελέγχει τα πράγματα στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση.

(……..)

Αν ο Λάζαρος ήταν ο οικονομικός εγκέφαλος της οικογένειας, ο μικρότερος αδερφός του Γεώργιος ήταν ο πολιτικός εγκέφαλος. Πήρε μέρος σ’ όλα τα πολιτικά συμβούλια και διαβούλια στη διάρκεια της Επανάστασης, και μετά απ’ αυτήν, και κατέλαβε πάρα πολύ σημαντικά πολιτικά αξιώματα. Έτσι οι Αρβανίτες Κουντουριώτηδες ήλεγχαν την κατάσταση απ’ όλες τις μεριές και ονειρεύονταν τους εαυτούς τους μετά την Επανάσταση άρχοντες, όχι μόνο της μικρής Ύδρας αλλά ολόκληρης της Ελλάδας.

Ο επίσης Υδραίος και ομοίως Αρβανίτης Ανδρέας Μιαούλης ήταν κι αυτός εφοπλιστής πριν την Επανάσταση, κι αυτός μπήκε λίγο ζορισμένα στην Επανάσταση, αλλά όταν μπήκε κι ανέλαβε αρχηγός του ελληνικού στόλου έκανε πράγματα εκπληχτικά αυτός ο ριψοκίνδυνος ναυτικός που το πραγματικό του όνομα ήταν Βώκος. Το Μιαούλης είναι παρατσούκλι, προερχόμενο απ’ το τουρκικό εμπορικό πλοίο «Μιαούλ» που αγόρασε απ’ τους Τούρκους. Σημειώστε πως ο Μιαούλης ήξερε καλά τις πειρατικές μεθόδους δράσης κι αυτό τον βοήθησε πολύ στο να γίνει ο θαλάσσιος κακός δαίμων των Τούρκων σ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης.

Οι δυο υδραίικες οικογένειες, όπως ήταν φυσικό, δεν είδαν με καλό μάτι τον ερχομό του "ξένου" Καποδίστρια στην Ελλάδα. Τους χαλούσε τα σχέδια για απόλυτη κυριαρχία. Κι ήταν αυτοί που οργάνωσαν την αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη. Έτσι, μετά τις εκλογές του 1829 και το χρίσμα που πήρε ο Καποδίστριας ως λαϊκός πλέον ηγέτης, κηρύσσουν την ανυπακοή στην κυβέρνηση του Καποδίστρια και στην πραγματικότητα ανακηρύσσουν την Ύδρα αυτόνομο και ανεξάρτητο κράτος. Πιο σωστά, πρωτεύουσα μιας άλλης Ελλάδας, όπου τον πρώτο και κύριο ρόλο θα παίζουν τα πλούσια νησιά του Αιγαίου, που όλα δηλώνουν υπακοή στους Κουντουριώτηδες της Ύδρας.

(……..)

Η ανταρσία της Ύδρας κατά του Καποδίστρια επισημοποιείται με μια ψευτοκυβέρνηση που σχηματίζει εκεί ο Κουντουριώτης. Ο Καποδίστριας τραβάει τα μαλλιά του και δίνει εντολή στον Κανάρη να ετοιμάσει τον αγκυροβολημένο στον Πόρο ελληνικό στόλο να πάει να αποκλείσει την Ύδρα. Όμως, ο Κουντουριώτης μαθαίνει τι του ετοιμάζει ο Καποδίστριας και στέλνει τον Μιαούλη στον Πόρο να καταλάβει τον ελληνικό στόλο και να τον φέρει στο "ανεξάρτητο" κράτος της Ύδρας.

Πράγματι ο Μιαούλης με μια πειρατική ενέργεια από κείνες που μόνο αυτός ήξερε να οργανώνει προκειμένου να γίνει πλούσιος πολύ πριν ξεσπάσει η ελληνική επανάσταση, καταλαμβάνει τον στόλο, καταλαμβάνει και το φρούριο του Πόρου. Και συλλαμβάνει αιχμάλωτο τον δύστυχο Κανάρη, τον μέχρι πριν από λίγο συμπολεμιστή του.

Ο Καποδίστριας αφρίζει και αποφασίζει να ανακαταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου. Προς τούτο ζητά τη βοήθεια των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ο Άγγλος και ο Γάλλος του την αρνούνται. Θεωρούν καλά καμωμένα τα όσα έγιναν και εκδηλώνονται απροσχημάτιστα κατά του Καποδίστρια, που ξέρει πια ότι το τέλος του φτάνει. Αγωνίζεται ωστόσο κατά των επιδρομέων Υδραίων που πολιορκούν τα ελληνικά πλοία μέσα στο ναύσταθμο και μπλοκάρει όλα τα πολεμικά μαζί και τα εμπορικά.

Ζητάει απ’ τον Μιαούλη να φύγει ήσυχα για την πατρίδα του, την Ύδρα, χωρίς να πάθει τίποτα, αλλά ο γενναίος Υδραίος γίνεται θηρίο έτσι που είναι εγκλωβισμένος απ’ τον εμπορικό στόλο και πυρπολεί τη μεγάλη φρεγάτα "Ελλάς". Σημαδιακό το όνομα του πλοίου. Η πυρπόληση του "Ελλάς" απ’ τον Έλληνα συμβαίνει την 1η Αυγούστου 1831, ημέρα κατά την οποία καταλαβαίνει κάθε νοήμων της εποχής, πως είναι αδύνατο να υπάρξει ελληνικό κράτος.

Το πείραμα Καποδίστρια απέτυχε γιατί οι Έλληνες δε θέλουν να έχουν κράτος. Ούτε σήμερα θέλουν να έχουν κράτος. Η σημερινή Ελλάδα είναι γεμάτη Υδραίους και Μιαούληδες. Το πυρ απ’ τη φρεγάτα "Ελλάς" μεταδίδεται και στην κορβέτα "Ύδρα". Δεύτερος συμβολισμός: ο Μιαούλης δεν έκαψε μόνο την Ελλάδα αλλά και την πατρίδα του, την Ύδρα.

Κι ενώ οι φλόγες καταυγάζουν τον άσχετο προς όλη αυτή τη βαρβαρότητα ελληνικό ουρανό, ο Μιαούλης τρυπώνει μέσα απ’ τις φλόγες και τελικά βρίσκεται ασφαλής στο πειρατικό του καταφύγιο, την Ύδρα.

Προσοχή όμως. Φεύγει μόνο όταν διαπιστώνει πως δεν μπορεί να κάψει όλα τα πλοία, όπως ήταν η πρόθεσή του, γιατί στο μεταξύ ο Κανάρης, που ήταν αιχμάλωτός του, όπως είπαμε, ελευθερώνεται, ανακαταλαμβάνει όσα πλοία δεν είχε κάψει ο Μιαούλης και τα σώζει απ’ τον επιδρομέα Υδραίο. Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν…

Το περιστατικό δε θα το βρείτε στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας, για ευνόητους λογοκριτικούς λόγους.

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου